Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Συλλογική μετάφραση ενός παραμυθιού του Francisco Hinojosa

Η πιο κακιά κυρία του κόσμου

                                                                                                                                                     Για τη Σοφία

Στα βόρεια της Τουραμπούλ ζούσε μια φορά και έναν καιρό μια κυρία που ήταν η πιο κακιά κυρία του κόσμου. Ήταν χοντρή σαν ιπποπόταμος, κάπνιζε πούρο και είχε δυο σουβλερούς και λαμπερούς κυνόδοντες.
        Επιπλέον, φορούσε μυτερές μπότες και είχε κάτι μακριά και κοφτερά νύχια, με τα οποία της άρεσε να γρατζουνάει τον κόσμο.
        Τα πέντε παιδιά της τα έδερνε όταν έπαιρναν κακούς βαθμούς στο σχολείο, αλλά και όταν έπαιρναν δεκάρια. Τα τιμωρούσε όταν φέρονταν καλά, αλλά και όταν φέρονταν άσχημα. Τους έριχνε λεμόνι στα μάτια και όταν έκαναν αταξίες, και όταν τη βοηθούσαν να σκουπίσει το σπίτι ή να πλύνει τα πιάτα μετά το φαγητό.
        Και επιπλέον, για πρωινό τούς έδινε να φάνε σκυλοτροφή. Όποιος δεν την έτρωγε έπρεπε να κάνει σχοινάκι εκατόν είκοσι φορές, πενήντα βαθιά καθίσματα και να κοιμηθεί στο κοτέτσι.
        Τα παιδιά της γειτονιάς το έβαζαν στα πόδια όταν την έβλεπαν να πλησιάζει. Το ίδιο και οι κύριοι και οι κυρίες και τα γεροντάκια και οι γριούλες και οι αστυνομικοί και οι μαγαζάτορες.
Μέχρι και οι γάτες, οι γλάροι και οι κατσαρίδες ήξεραν ότι η ζωή τους κινδύνευε κοντά στη μοχθηρή γυναίκα. Στα μυρμήγκια ούτε που τους πέρναγε από το μυαλό να κάνουν τη φωλιά τους κοντά στο σπίτι της γιατί ήξεραν ότι η κυρία θα τους έριχνε καυτό νερό.
        Ήταν μια κυρία κακιά, απαίσια, φρικαλέα, μοχθηρότατη. Η πιο κακιά από τις πιο κακές κυρίες του κόσμου. Η πιο μοχθηρή από τις μοχθηρές.
Ώσπου μια μέρα τα παιδιά της και όλοι στο χωριό δεν την άντεξαν άλλο και προτίμησαν να το σκάσουν από φόβο για τη ζωή τους.
        Από τότε οι πλατείες ήταν άδειες, τα σκυλιά δεν γάβγιζαν πια  στους δρόμους ούτε τα πουλάκια πετούσαν στον ουρανό ούτε οι μέλισσες γύρευαν λουλούδια. Ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του ανέμου και ο χτύπος από τις σταγόνες της βροχής στις στέγες των σπιτιών.
        Κι έτσι η κακιά γυναίκα έμεινε μόνη, μοναχούλα, δίχως κανέναν να ενοχλεί ή να γρατζουνάει.
        Το μοναδικό πλάσμα που εξακολουθούσε να ζει εκεί ήταν ένα ταχυδρομικό περιστέρι φυλακισμένο στο κλουβί κάποιου γειτονικού σπιτιού. Η φρικαλέα γυναίκα διασκέδαζε δίνοντάς του κάθε μέρα να τρώει ψίχουλα βουτηγμένα σε καυτερή σάλτσα και να πίνει νερό ανακατεμένο με ξύδι. Κάποιες φορές τού ξερίζωνε ένα φτερό και κάποιες άλλες του στραμπουλούσε τα δάχτυλα των ποδιών.
        Όταν το καημένο το περιστέρι κόντευε να πεθάνει, η κυρία, απελπισμένη που δεν θα είχε κάποιον να δέρνει, κατάλαβε ότι μόνο εκείνο μπορούσε να τη βοηθήσει για να φέρει ξανά πίσω τους χωριανούς.
        Αποφάσισε τότε να του δίνει τα ψίχουλα χωρίς καυτερή σάλτσα, το νερό σκέτο και, μερικές μέρες αργότερα, τόλμησε να το χαϊδέψει. Όταν βεβαιώθηκε ότι το περιστέρι ήταν πια φίλος της και ότι θα πήγαινε ένα μήνυμά της στα παιδιά της και στους άλλους χωριανούς, το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι, το έβαλε στο ράμφος του πουλιού και το άφησε να πετάξει.
        Λίγες μέρες αργότερα, οι παλιοί κάτοικοι του χωριού επέστρεψαν αφού η πιο κακιά από όλες τις κυρίες του κόσμου στο μήνυμά της τους ζητούσε συγγνώμη:

Θέλω να με συγχωρέσετε. Το ξανασκέφτηκα και πιστεύω ότι ήμουν κακός άνθρωπος. Δεν θα είμαι ξανά όπως παλιά. Για να με πιστέψετε θα αφήσω να με πατήσουν και να με γρατζουνήσουν όσοι από εσάς θέλετε.

Μετά από λίγο καιρό ο κόσμος γύρισε στο χωριό, επέστρεψε στα σπίτια του και με χαρά μεγάλη γρατζούνησε και πάτησε την τρομακτική γυναίκα.
Μέχρι που μια νύχτα, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, εκείνη βάλθηκε να χτίσει ένα τείχος γύρω από το χωριό, ώστε να μην μπορεί κανείς πια να ξεφύγει. Άντε ψάξε να βρεις πώς το έκανε, το μόνο σίγουρο είναι ότι ένα ψηλό τείχος φυλάκισε την επόμενη μέρα όλο μα όλο το χωριό.
Και από τότε ξανάγινε η πιο κακιά, η πιο κακιά κακιά, η πιο κακιασμένη από όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Έριχνε χαστούκια στα παιδιά της, δάγκωνε τα αφτιά των μαραγκών, έσβηνε το πούρο της στους αφαλούς των ταξιτζήδων, βάραγε τα παιδιά στο κεφάλι, έδινε κλωτσιές στις γριούλες, έμπηγε τα δάχτυλά της στα μάτια των στρατηγών και χτυπούσε με το χάρακα τα χέρια των αστυνομικών.
Έπειτα έριχνε σάπιο κρέας στα σκυλιά, γρατζουνούσε με τα μακριά της νύχια τις προβοσκίδες των ελεφάντων, έστριβε τους λαιμούς των καμηλοπαρδάλεων και έτρωγε ζωντανές τις ανυπεράσπιστες ταραντούλες. Ακόμα και τα λιοντάρια έκαναν σα γατάκια όταν την έβλεπαν, γιατί τους τραβούσε τόσο δυνατά τη χαίτη, που τα άφηνε δίχως τρίχα και με δάκρυα στα μάτια.
Και τι να πούμε για τα λουλούδια: μέσα σε μερικές ώρες δεν υπήρχε ούτε ένα που να έχει πέταλα.
Μια ωραία μέρα, όμως, την ώρα που η κυρία απολάμβανε το μεσημεριανό της ύπνο, μαζεύτηκε όλο το χωριό στην κεντρική πλατεία. Ο αρχιπυροσβέστης είπε:
        «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση».
        «Έχεις δίκιο», τον σιγοντάρισε ο φαρμακοποιός. «Πρέπει να ρίξουμε το τείχος και να τρέξουμε όσο βαστούν τα πόδια μας».
        «Και γιατί», ρώτησε ένα παιδί, «δεν την πείθουμε να σταματήσει μια και καλή να μας ενοχλεί;»
        «Χα, χα, χα», όλοι ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, που τα έπνιξαν αμέσως από φόβο μήπως την ξυπνήσουν.
        «Όχι», παρενέβη ο πιο ηλικιωμένος του χωριού. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να την ξεγελάσουμε».
        «Να την ξεγελάσουμε;», ρώτησε έκπληκτος ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου πάγου. «Πώς μπορούμε να την ξεγελάσουμε;»
        «Πολύ εύκολα», διαβεβαίωσε ο γεροντάκος. «Όταν θα μας δέρνει, εμείς θα της λέμε ευχαριστώ. Αν μας δαγκώνει τα αφτιά, θα της ζητάμε να το ξανακάνει. Αν μας γρατζουνάει, θα της λέμε πως αυτό είναι ό,τι πιο απολαυστικό έχουμε νιώσει στη ζωή μας. Πώς σας φαίνεται;»
«Ωωωωω!», αναφώνησαν όλοι γουρλώνοντας τα μάτια.
«Δεν είναι και κακή ιδέα», πρόσθεσε ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου στόλου από καμήλες στο χωριό.
Και έτσι το συμφώνησαν.
        Η κυρία ξύπνησε έξω φρενών από το μεσημεριανό της ύπνο. Είχε τρομερή όρεξη να τσιμπήσει ένα παιδί. Το πρώτο που βρήκε, τον μεγάλο της γιο, τον άρπαξε από το μάγουλο και δεν έλεγε να τον αφήσει μέχρι που πέρασε ένα μισάωρο. Ο γιος, υπομένοντας τον πόνο, της είπε:
«Ευχαριστώ, μανούλα, μπορείς να μου δώσεις άλλη μια τσιμπιά; Έλα, σε παρακαλώ, μόνο μία…»
Η κυρία, ξαφνιασμένη στην αρχή, του είπε όχι, δεν την άξιζε τέτοια επιβράβευση.
        Κατόπιν κίνησε για τη γειτόνισσα. Μόλις την είδε της έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στο καλάμι με τη μύτη της μπότας της. Αν και πέθανε στον πόνο, η γειτόνισσα δάγκωσε τα χείλη της, συγκράτησε τα δάκρυα και είπε στην κακούργα:
«Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ πολύ. Θα μπορούσα να σας ζητήσω μια χάρη;»
«Χάρη; Τι χάρη και ξεχάρη;», φώναξε η μοχθηρή γυναίκα.
«Δώστε μου και μια κλωτσιά στον πισινό. Είναι υπέροχη η αίσθηση. Κανείς ποτέ δεν με είχε δείρει τόσο όμορφα όσο εσείς. Χτυπάτε τόσο δυνατά…»
«Όχι, όχι και πάλι όχι! Ποια νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες;»
«Ούτε μια ξυλιά στον πισινό;», ικέτεψε η γειτόνισσα με ύφος, πραγματικά, πολύ θλιμμένο.
Βλέποντας ότι συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα, η κακιά γυναίκα πήγε και βρήκε τον τσαγκάρη και του τράβηξε τα μαλλιά τόσο δυνατά που της έμειναν τούφες στο χέρι.
«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία, θα το εκτιμούσα αν μου βγάζατε και τα υπόλοιπα μαλλιά. Δε φαντάζεστε πόσο λαχταράω να μείνω φαλακρός. Και μου τα βγάζετε με τόση λεπτότητα... Πιστέψτε με, ούτε ο καλύτερος κομμωτής του κόσμου δεν θα το έκανε τόσο καλά».
Και το ίδιο έκανε η πιο κακιά κυρία του κόσμου με όλους μα όλους τους χωριανούς, μέχρι που βράδιασε και την έπιασε νύστα.
Όσο εκείνη κοιμόταν, ο κόσμος συγκεντρώθηκε ξανά.
«Πιστεύω», είπε ο πιο ηλικιωμένος, «ότι το σχέδιό μας λειτουργεί. Τώρα πρέπει να συνεχίσουμε να την ξεγελάμε. Όταν της έρθει να κάνει κάτι καλό, αν είναι να της έρθει, θα διαμαρτυρηθούμε σαν να μας πονάει και σαν να είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κανείς».
Το χαμόγελο άνθισε σε όλα τα χείλη και όλοι μαζί αποκρίθηκαν:
«Σύμφωνοι!»
Το επόμενο πρωί, η πιο κακιά κυρία του κόσμου σηκώθηκε με πολύ κακή διάθεση. Πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει στα παιδιά της τη σκυλοτροφή. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να συγκρατηθεί όταν ανακάλυψε ότι το κουτί ήταν άδειο.
«Γκρρρ!!!», γκρίνιαξε. «Θα πρέπει να τους δώσω για πρωινό δημητριακά με γάλα και μέλι».
        Τα παιδιά μόλις είδαν τι τους είχε σερβίρει, άρχισαν να διαμαρτύρονται.
        «Μαμά, τι είναι αυτή η αηδία;»
        «Δημητριακά με μέλι, χαζό παιδί».
        «Εγώ δεν θέλω».
        «Ούτε εγώ», είπε ο μικρότερος με ένα δάκρυ στα μάτια.
        «Προτιμώ τη σκυλοτροφή».               
        «Κι εγώ το ίδιο», ούρλιαξαν μαζί όλα τ’ άλλα.
        Η μαμά τους τα υποχρέωσε όλα να φάνε αυτό που τους είχε σερβίρει. Και εκείνα, φυσικά, πήραν τέτοια έκφραση αηδίας που ήταν σαν να έτρωγαν σκορπιούς στιφάδο.
Αφού άφησε τα παιδιά της στο σχολείο, συνάντησε τυχαία στο δρόμο το σιδερά, ο οποίος της είπε:
«Με συγχωρείτε, κυρία. Θα μπορούσατε να μου κάνετε τη χάρη να μου ρίξετε ένα χτύπημα καράτε στην πλάτη;»
«Όχι, βέβαια! Ποιος νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες, ε;»
Ήταν τόσο τσαντισμένη και τόσο σαστισμένη η κυρία με όλα όσα συνέβαιναν γύρω της που, χωρίς να το καταλάβει, έδωσε ένα κέρμα στο ζητιάνο του χωριού. Εκείνος έγινε έξαλλος και την επέπληξε:
«Τι σας συμβαίνει, κυρία μου; Πάρτε από δω τα ψωρολεφτά σας. Μη με προσβάλλετε με την ελεημοσύνη σας».
Χαρούμενη στη σκέψη πως αυτό δεν άρεσε στο ζητιάνο, έβγαλε από την τσάντα της όλα τα χαρτονομίσματα και όλα τα κέρματα που είχε και τα έριξε στο καπέλο του.
Το ίδιο έγινε με όλους μα όλους τους χωριανούς.
Ο τελευταίος που συνάντησε ήταν ο πιο ηλικιωμένος, ο οποίος της είπε:
«Πολύ κακή σας ημέρα, κυρία. Έχετε αντιληφθεί πως ένας άγγελος που έπεσε από τον ουρανό έχτισε στο χωριό μας ένα υπέροχο τείχος; Είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που έχουμε ένα τόσο ωραίο τείχος».
Έξαλλη από θυμό, βγάζοντας σάλια από το στόμα και αφρούς από τα ρουθούνια, έτρεξε στο τείχος και, σε λιγότερο από μία ώρα, το είχε γκρεμίσει εντελώς.
Από τότε όλοι έζησαν ευτυχισμένοι, γιατί η πιο κακιά κυρία συνέχιζε να κάνει τα πιο καλά κακά πράγματα του κόσμου, την ώρα που το χωριό διασκέδαζε με την ψυχή του ξεγελώντας την.

Φρανσίσκο Ινοχόσα


Η συλλογική μετάφραση του παραμυθιού του Francisco Hinojosa είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που έλαβε χώρα στο Abanico στις 22 Μαρτίου 2016. Το εργαστήριο συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης και συμμετείχαν οι Γεώργιος Αμολοχίτης, Ελένη Βότση, Αναστασία Γιαλατζή, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Αρμόδιος Διαμαντής, Εύη Κύρλεση, Σπύρος Λαζάρου, Eduardo Lucena, Σταυρούλα Ντίντα, Μαρία Στρατηγάκου, Ναταλί Φύτρου και η συγγραφέας Tanya Huntington.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου