Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Η μηχανή του γαργαλητού, του Σέρζι Πάμιες

Την προτελευταία φορά που ο πατέρας μπήκε στο βιβλιοπωλείο της πλατείας –έχει περάσει ένας χρόνος από τότε– ήταν με την κόρη του. Κάθε Κυριακή πήγαιναν να αγοράσουν εφημερίδα και, παρεμπιπτόντως, έριχναν μια ματιά στα ράφια με τα παιδικά βιβλία. Ξεφύλλιζαν παραμύθια εικονογραφημένα με κόκκινους κροκόδειλους, γαλάζια κουνέλια, πράσινες καμηλοπαρδάλεις, και ο πατέρας έμενε κατάπληκτος από την εμμονή αυτή να αλλάζουν το χρώμα των πραγμάτων: κίτρινα πορτοκάλια, ροζ μπανάνες, μοβ μήλα. Πού και πού, αγόραζαν κανένα βιβλίο. Της μικρής τής άρεσε να το πηγαίνει στον πάγκο, να το αφήνει δίπλα στο ταμείο και να περιμένει την υπάλληλο –ήταν πάντα η ίδια– να το βάλει σε μια σακούλα και να της πει κάτι. Μια μέρα, η υπάλληλος τής χάρισε ένα σοκολατένιο αβγό τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Η μικρή το πήρε στα χέρια της σαν να ήταν τρόπαιο και δεν το άνοιξε μέχρι να φτάσουν σπίτι. Πέρασαν πολλές Κυριακές και εκείνη η τελετουργία έγινε σιγά-σιγά παράδοση. Με επιμονή, που έκανε τον πατέρα να αισθάνεται κάποια αμηχανία –κυρίως όταν αγόραζαν μόνο εφημερίδα–, η μικρή πλησίαζε στον πάγκο περιμένοντας –με τη σιωπή κάποιου που μόλις έχει αρχίσει να μιλάει και με τα μάτια ορθάνοιχτα– να πάρει το αβγό που θα της χάριζε η υπάλληλος.
            Μέχρι που συνέβη αυτό που συνέβη.
            Ο πατέρας δεν ξαναγύρισε στο βιβλιοπωλείο. Για καιρό, χρειάστηκε να πάρει φάρμακα για να σταθεί στα πόδια του και να βρει τον εαυτό του. Πού και πού, μια λαίλαπα παραίτησης τα κατέστρεφε όλα και χρειαζόταν να αρχίσει από την αρχή: μνήμες από το παρελθόν τού έστηναν καρτέρι και του επιτίθονταν με εικόνες βασανιστικής καθαρότητας, όπως όταν θυμόταν τη μέρα που εφηύραν το παιχνίδι της μηχανής του γαργαλητού. Ο πατέρας την κυνηγούσε κουνώντας τα δάχτυλα των χεριών του σαν να ήταν πόδια αράχνης, πλησίαζε τη μικρή, τη σήκωνε και, μιμούμενος τη φωνή κάποιου τηλεοπτικού τέρατος, έλεγε: «Φυλαχτείτε από τη μηχανή του γαργαλητού!». Και εκείνη ζητούσε κι άλλο, κι άλλο, και λυνόταν στα γέλια μ’ έναν τρόπο που ο πατέρας δεν θα ξανακούσει ποτέ ξανά. Από τότε έχει περάσει ένας χρόνος, αν και εκείνου του φαίνεται πως έχουν περάσει τριάντα.
            Χτες, όμως, χρειάστηκε να ξαναπάει στο βιβλιοπωλείο. Έπρεπε να αγοράσει ένα βιβλίο για κάποιο φίλο που είχε τα γενέθλιά του –η ζωή συνεχίζεται, του επαναλαμβάνουν διαρκώς– και, καθώς όλο το ανέβαλε, δεν είχε άλλη επιλογή από το να πάει σε ένα μέρος από τα λίγα που ήταν ανοιχτά τις Κυριακές. Τη στιγμή που μπήκε, ευχήθηκε να μην συναντήσει τουλάχιστον την ίδια υπάλληλο. Υποσχέθηκε επίσης στον εαυτό του να μην πλησιάσει στη γωνιά με τα παιδικά βιβλία και να θέσει σε εφαρμογή όλες τις νουθεσίες των φίλων του που προσπαθούσαν, καλοπροαίρετα, να τον βοηθήσουν. Η υπάλληλος ήταν η ίδια. Τον χαιρέτησε σαν να χαιρόταν ειλικρινά που τον έβλεπε και τον ρώτησε για τη μικρή. Δένοντας κόμπο την καρδιά του, ο πατέρας χαμογέλασε μηχανικά και μέσα από τα δόντια κατόρθωσε να πει ψέματα:
            «Έκατσε σπίτι. Είναι λίγο κρυωμένη».
           Με μια ευγένεια που εκείνος δεν είχε προβλέψει, η υπάλληλος του πρόσφερε ένα σοκολατένιο αβγό.
            «Ορίστε. Να της το δώσετε εκ μέρους μου».
           Βγήκε από το βιβλιοπωλείο δίχως το βιβλίο που είχε πάει να αγοράσει. Μπήκε στο αυτοκίνητο. Κοίταξε το αβγό. Πριν αρχίσουν να τρέμουν υπερβολικά τα χέρια του, το ξετύλιξε προσέχοντας να μην το σπάσει και, αργά, άρχισε να το τρώει. Ανόρεχτα. Του ήταν αδύνατο να το φυλάξει γιατί θα του θύμιζε έντονα τη μικρή. Του ήταν αδύνατο να το πετάξει γιατί θα του φαινόταν ότι πρόδιδε την έντονη και ανεξίτηλη θύμησή της.

            Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Ο ισπανός διηγηματογράφος Σέρτζι Πάμιες (Παρίσι, 1960) ζει στη Βαρκελώνη. Αρθρογραφεί στην El País. Ανάμεσα στα βιβλία που έχει εκδώσει ξεχωρίζουν Το τελευταίο βιβλίο του Σέρτζι Πάμιες (απ’ όπου προέρχεται το παρόν διήγημα) και το Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου