Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

ΦΙΝΑΛΙΣΤ 6ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ και Σκεπτικό της Κριτικής Επιτροπής

 

18ο Φεστιβάλ ΛΕΑ

Υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων

 

ΦΙΝΑΛΙΣΤ

6ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ

[Απονομή του Βραβείου στις 10 Ιουνίου 2026, στις 18:00,

Μουσείο Ακρόπολης – Αμφιθέατρο «Δημήτρης Παντερμαλής»]

 

 

Βραχεία Λίστα και Σκεπτικό Κριτικής Επιτροπής

 

Το 2021, το Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις) αποφάσισε να θεσπίσει ετήσιο βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης. Το Βραβείο αυτό απονέμεται στον μεταφραστή, στη μεταφράστρια ή στη μεταφραστική ομάδα που θα έχει πραγματοποιήσει κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με την ημερομηνία έκδοσής της, την καλύτερη πρώτη μετάφραση ή αναμετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου (μυθιστορήματος, συλλογής διηγημάτων, δοκιμίου με θέμα λογοτεχνικό, θεατρικού κειμένου, ποιητικής συλλογής ή ανθολογίας ενός ή περισσοτέρων ποιητών) γραμμένου στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, στα καταλανικά, στα βασκικά ή στα γαλικιανά.

 

Εφέτος, το Φεστιβάλ ΛΕΑ με χαρά ανακοινώνει ότι ο Κολομβιανός πολιτιστικός διαχειριστής Μιγκέλ Ασεβέδο, φίλος και αρωγός του Φεστιβάλ, θα καλύψει τα χρήματα για το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛEA 2026, ύψους 1.500 ευρώ. Η γενναιόδωρη υποστήριξή του επιβεβαιώνει τη δέσμευση του Φεστιβάλ για την ανάδειξη της λογοτεχνικής μετάφρασης ως γέφυρας μεταξύ Ελλάδας και ιβηροαμερικανικού κόσμου.

 

Την Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026, στις 18:00, στο Αμφιθέατρο «Δημήτρης Παντερμαλής» του Μουσείου Ακρόπολης, η κριτική επιτροπή του 5ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης, αποτελούμενη από πέντε άτομα, θα ανακοινώσει το όνομα της νικήτριας. Το βραβείο θα απονεμηθεί από την Αθηνά Ψυλλιά, νικήτρια, το 2025, του 5ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ για τη μετάφραση του μυθιστορήματος Αρχαία καλλιέργεια, του Βραζιλιάνου Ραντουάν Νασσάρ (εκδόσεις Πατάκη)

 

Η Κριτική Επιτροπή του 6ου Βραβείου Λογοτεχνικής Μετάφρασης ΛΕΑ αποφάσισε ομόφωνα και κοινοποιεί τη βραχεία λίστα των υποψήφιων προς βράβευση βιβλίων που εκδόθηκαν μέσα στο 2025, με γλώσσα πρωτοτύπου κάποια από τις πέντε προαναφερθείσες γλώσσες, και υποβλήθηκαν στην κρίση της επιτροπής προς βράβευση. Επανεκδόσεις μεταφράσεων τέθηκαν εκτός συναγωνισμού.

 

Εφέτος η Κριτική Επιτροπή παρέλαβε συνολικά 35 βιβλία. Έχοντας αντιπαραβάλει τις μεταφράσεις με τα πρωτότυπα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσε τον υψηλό βαθμό ανταπόκρισης των έργων της βραχείας λίστας στα κριτήρια αξιολόγησης που είναι τα εξής:

 

              Η εμβάθυνση στη μοναδικότητα κάθε πρωτοτύπου από τον μεταφραστή ή τη μεταφράστρια λαμβάνοντας υπόψη συντακτικές παραμέτρους, τη λεξιλογική ακρίβεια και αυστηρότητα, τον γλωσσικό εκφραστικό πλούτο και το ύφος.

 

              Η επινοητικότητα, η δημιουργικότητα και η απαιτούμενη ακρίβεια και ευστοχία σε ζητήματα που αφορούν τον παραγόμενο στα ελληνικά λόγο.

 

              Ο βαθμός των ειδικών δυσκολιών καθώς και το «ειδικό βάρος» του κάθε έργου στη γλώσσα στην οποία εκφράζεται και στο πολιτιστικό πλαίσιο το οποίο αντανακλά.

 

Η βραχεία λίστα περιλαμβάνει τα εξής έργα κατ’ αλφαβητική σειρά των μεταφραστών/μεταφραστριών:

 

Ο τάφος της Αντιγόνης, της Μαρία Θαμπράνο, μετάφραση: Μαίρη Γιόση, Χρήστος Σιορίκης, εκδ. LOGGIA

Σας αφιερώνω τη σιωπή μου, του Μάριο Βάργκας Λιόσα, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτης

Χθες, του Χουάν Εμάρ, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Αλεξάνδρεια

Esteiros: στα λασποτόπια του Τάγου, του Σουέιρου Περέιρα Γκόμες, μετάφραση: Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Μονόκλ

Μπόουλντερ, της Εύα Μπαλταζάρ, μετάφραση: Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Πατάκης

 

Ο τάφος της Αντιγόνης, της Μαρία Θαμπράνο, μετάφραση: Μαίρη Γιόση, Χρήστος Σιορίκης, εκδ. LOGGIA

Το έργο της Θαμπράνο «Ο Τάφος της Αντιγόνης» διαρρηγνύει τα όρια μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας και μετακινεί την Αντιγόνη του Σοφοκλή από τον μοιραίο θάνατο σε ένα μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Η ηρωίδα, από την μεταιχμιακή της θέση, γίνεται μια μορφή που αναστοχάζεται πάνω στην εξουσία, τη βία και την πολιτική, ενώ συγχρόνως απηχεί το βίωμα του εμφυλίου πολέμου και της εξορίας, καθοριστικών εμπειριών στη ζωή της συγγραφέα.

Πρόκειται για ένα έργο συμβολικό, πυκνό και σε σημεία ερμητικό. Η κατανόησή του υποστηρίζεται ουσιαστικά από τη μελέτη των μεταφραστών Μαίρης Γιόση και Χρήστου Σιορίκη, η οποία λειτουργεί ως πολύτιμη εισαγωγή στο έργο και στη σκέψη της Θαμπράνο.

Η μετάφραση ανταποκρίνεται σε μια εξαιρετικά απαιτητική πρόκληση: αποδίδει με ακρίβεια και φυσικότητα ένα κείμενο που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη φιλοσοφική έννοια, την ποιητική εικόνα και τον δραματικό λόγο.

Έργο μεγάλης απλότητας και μεγάλης δυσκολίας ταυτόχρονα, ο «Τάφος της Αντιγόνης» δημιουργεί ένα ιδιότυπο υβρίδιο φιλοσοφίας, μύθου, ποίησης και θεάτρου. Ταυτόχρονα ανανεώνει τον μύθο της Αντιγόνης μεταφέροντάς τον σε ένα διαχρονικό επίδικο, που αφορά τόσο την εποχή της συγγραφέα όσο και τη δική μας: την πολιτική της μνήμης και του πένθους.

 

Σας αφιερώνω τη σιωπή μου, του Μάριο Βάργκας Λιόσα, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,  εκδ. Καστανιώτης

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα μοιάζει να αφορά πρώτα απ’ όλα τη χαρά της ανάγνωσης. Κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα σε δοκίμιο και μυθοπλασία, αφηγείται την αφοσίωσηή ίσως τη βύθιση– ενός ανθρώπου στη μεγάλη ιδέα της συγγραφής ενός βιβλίου για τη μουσική του Περού που θα καταφέρει την εθνική ενοποίηση. Με έναν τρόπο, ο συγγραφέας μοιάζει να αναμετριέται με τις δικές του ιδέες και αυταπάτες περί εθνικής ενότητας και παραδίδει ένα απολαυστικό μυθιστόρημα.

Το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής έκδοσης είναι πώς ένα βιβλίο τόσο βαθιά εμποτισμένο από την περουβιανή κουλτούρα θα μεταφερόταν στα ελληνικά διατηρώντας την αναγνωστική του απόλαυση. Ο Κ. Παλαιολόγος μετάφρασε με χαρά, ενθουσιασμό, επινοητικότητα και πραγματικό κέφι εστιάζοντας ακριβώς στη χαρά της ανάγνωσης.

Ο χιουμοριστικός τόνος, η ζωντάνια και η πλοκή παραμένουν απολύτως παρόντα, ενώ η εφευρετικότητα και η δημιουργικότητα του μεταφραστή βρίσκουν μια μοναδική φωνή για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Η μετάφραση διακρίνεται για την ικανότητά της να μεταφέρει στα ελληνικά έναν ιδιαίτερα σύνθετο πολιτισμικό κόσμο χωρίς να χάνει ούτε την ακρίβεια ούτε την απόλαυση της ανάγνωσης.

 

Χθες, του Χουάν Εμάρ, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Αλεξάνδρεια

«Το ρολόι στην αίθουσα αναμονής σήμανε χρόνο χαμένο».

Στο Χθες του Χουάν Εμάρ, ένα εικοσιτετράωρο στη φανταστική πόλη του Σαν Αγουστίν δε Τάνγκο γίνεται το πεδίο μιας εντελώς παράδοξης περιπέτειας που ζει ένα ζευγάρι καθώς περιηγείται στην πόλη.

Ο συγγραφέας κατάφερε να γράψει, ήδη το 1935, ένα μυθιστόρημα που αποτελεί μια ωδή στην παραδοξότητα και ταυτόχρονα ένα κάλεσμα σε μια λογοτεχνική περιπέτεια με ανατρεπτικές χωρικές και χρονικές συντεταγμένες. Σε ένα τέτοιο λογοτεχνικό έργο, το ζητούμενο δεν είναι η αναζήτηση μιας σταθερής ερμηνευτικής πορείας αλλά η βύθιση στη μαγεία του ίδιου του ταξιδιού, σε κόσμους οικείους και ανοίκειους, ρεαλιστικούς και ονειρικούς μαζί.

Η μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ακολουθεί τη φρεσκάδα της γραφής του Χουάν Εμάρ. Τα στοιχεία του αιφνιδιασμού, της γρήγορης εναλλαγής εικόνων και αισθήσεων, των λεπτών στοχαστικών παύσεων και του αδιόρατου ειρωνικού σχολιασμού παραμένουν παρόντα σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος. Η προσεκτική επιλογή των λέξεων, που υπηρετεί με συνέπεια και ακρίβεια το παιγνιώδες και συχνά φιλοσοφικό ύφος του συγγραφέα, αναδεικνύει με ανανεωτικό τρόπο ένα μυθιστόρημα που μετρά πλέον ενενήντα ένα χρόνια ζωής.

 

Esteiros: στα λασποτόπια του Τάγου, του Σοέιρου Περέιρα Γκόμες, μετάφραση: Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Μονόκλ.

 Αποτελεί κλασσικό έργο του πορτογαλικού ρεαλισμού. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με κοινωνικοπολιτική βαρύτητα, που ακολουθεί τους μικρούς του πρωταγωνιστές, παιδιά που στερήθηκαν την παιδική τους ηλικία, σε μια μεταμορφωτική πορεία, που καλύπτει τέσσερις εποχές. Είναι, επίσης, και έργο μεγάλου γλωσσικού πλούτου, που χρησιμοποιεί αργκό και καθημερινό λεξιλόγιο μιας εποχής περασμένης, παρατσούκλια, αλλά και λέξεις που αφορούν στενά την πορτογαλική πραγματικότητα. Ο μεταφραστικός λόγος που πλάθει ο Νίκος Πρατσίνης είναι εξίσου πολυεπίπεδος: το μετάφρασμα παραπέμπει στη γλώσσα μιας άλλης εποχής, ανασύροντας λέξεις και φράσεις ενός αγροτικού παρελθόντος, ενώ ταυτόχρονα εισάγει, στο ίδιο υφολογικό πλαίσιο, στοιχεία ίδια του πορτογαλικού πολιτισμού. Με αυτόν τρόπο, μας οδηγεί όχι μόνο στο να προσεγγίσουμε το "ξένο", αλλά και να επανασυσχετιστούμε με το "οικείο". Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από υποσημειώσεις και εισαγωγή του μεταφραστή, πλαισιώνοντας ολοκληρωμένα το έργο για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

 

Μπόουλντερ, της Εύα Μπαλταζάρ, μετάφραση: Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Πατάκης

Μπόουλντερ: ογκόλιθος ή βράχος που διαμορφώνεται από το νερό ή τις καιρικές συνθήκες. Το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας τριών ανεξάρτητων και αυτοτελών μυθιστορημάτων της Καταλανής συγγραφέα Εύα Μπαλταζάρ διαπραγματεύεται τη γυναικεία υποκειμενικότητα, την επιθυμία, τη μητρότητα, την ανάγκη για απομόνωση και ελευθερία σε σφοδρή σύγκρουση με την επιτακτική ανάγκη για συντροφικότητα. Μια κουήρ ιστορία αγάπης, πρωτοπρόσωπη μα ταυτόχρονα από απόσταση, με παραμέτρους που δεν έχουν διερευνηθεί, όχι ακόμα, όχι επαρκώς, με τον τρόπο της αλληγορική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, μια φωνή κοφτερή και ποιητική, ιδιαζόντως προσωπική.

Τα παραπάνω εν πολλοίς ορίζουν τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της μετάφρασης την οποία ο Ευρυβιάδης Σοφός ανέλαβε και πέτυχε να φέρει εις πέρας. Η θαυμαστή ισορροπία μεταξύ πρόζας και ποίησης, η διάκριση και ανάδειξη της αφηγηματικής φωνής, η συνοχή και η συνέχεια του λεπτοδουλεμένου ύφους, η λιτότητα και η αφαίρεση, ο βράχος που  μπορεί μόνο ένα μικρό σχετικά με το μέγεθός του μέρος να εξέχει της επιφάνειας, ο συνολικός του όγκος, ωστόσο, είναι διαρκώς παρών. Ο Σοφός διαφυλάσσει το μυθιστόρημα, κατά τη μεταφορά του στα ελληνικά, από την πτώση στην άβυσσο της επιτήδευσης ή του γκροτέσκο, και αυτό το πετυχαίνει λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, αφού εδώ, κάθε ένα κομμάτι είναι αναπόσπαστο μέρος του συνόλου.

Το Μπόουλντερ είναι ένα έργο σύγχρονο και σημαντικό που δεν αρκείται στις αρετές και την επικράτεια της καλής λογοτεχνίας, γεγονός που του δίνει την απαραίτητη περαιτέρω βαρύτητα ώστε να ξεχωρίσει. Η μετάφραση του Σοφού επιτρέπει στον Έλληνα αναγνώστη να έρθει σε πηγαία επαφή μαζί του. 

 


Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

5 ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία (και τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες)



Πέντε ιστορίες (τέσσερις βασισμένες σε πραγματικά περιστατικά και μία επινοημένη) από μια χώρα που παίζει, αντιλαμβάνεται και, κυρίως, ζει αλλιώς το ποδόσφαιρο.

 

Οι «ήρωες» (ο Πλάτκο, ο Θάρα, ο Γκαΐνθα, ο Ραούλ, ο Τζούκιτς, ο Πανότσα) των πέντε λογοτεχνικών αριστουργημάτων  αυτής της ισπανικής ανθολογίας, «ήρωες» μιας άλλης εποχής, κάτι μεταξύ επίγειων θεών και αποδιοπομπαίων τράγων, βιώνουν με ένταση, που συχνά τους υπερβαίνει, το μεγαλείο και τη μιζέρια ενός αθλήματος που, στις μέρες μας, χάνει ολοταχώς την επική του διάσταση, προδομένο από ανθρώπους που ακόμα και στον ύπνο τους μετρούν χρήματα και τιμούν αδίστακτους μακελάρηδες με κάλπικα βραβεία ειρήνης. Το ποδόσφαιρο, όμως, έτσι όπως το βλέπουν και το αποτυπώνουν πέντε από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης ισπανικής διανόησης (Αθκόνα, Αλμπέρτι, Γιαμαθάρες, Ντελίμπες, Πράδο), είναι η καλύτερη υπενθύμιση, σ’ εμάς, τους συχνά μπερδεμένους σύγχρονους ποδοσφαιρόφιλους, του θαυμαστού και πολύ συχνά σκληρόκαρδου μεγαλείου του.  


 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για τα Μυστικά δωμάτια του Luis Jorge Boone




Δευτέρα 11 Μαΐου 2026, NO14ME

Μυστικά δωμάτια - Luis Jorge Boone

 

Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει.

 

Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.

 

Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.

 

Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη.  Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.

 

Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.

 

Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.

 

Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.

 

Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.

 

Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.

 

Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.

 

Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.

 

Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.

 

 

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

 

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

 

 6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

UMA, 15 de abril de 2026

ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΒΟΥΙΖΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΞΕΡΙΑΔΕΣ

 

Οι χείμαρροι που έπεφταν απ’ το βουνό

έπαιρναν μαζί τα μυστικά των σπιτιών.

Σκούπιζαν τότε οι νοικοκυρές τις αυλές

μη μείνει τίποτα μέσα,

κι εκείνοι σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους

για να καταλήξουν χορτάτοι στη θάλασσα.

 

Τώρα οι άνθρωποι κλείσαν τα πορτοπαράθυρα.

Περνάς απ’ έξω και δεν ακούς ούτε την ανάσα τους,

και δεν θα το καταλάβεις όταν μια μέρα

πνιγούν βουβά στις ίδιες τους τις ιστορίες.

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΙ ΜΠΑΪ

 

Διάβασε κάτι στον εαυτό σου δυνατά για να τον καλοπιάσεις

όταν το μόνο που του μένει είναι να κοιμηθεί

―γιατί τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει―,

κάν’ του λίγη παρέα, πες του ένα παραμύθι,

κι όταν αρχίσεις να νυστάζεις κι η γλώσσα γλιστρά

και βλέπεις ότι παύει να σε παρακολουθεί,

προσπάθησε λίγο ακόμα·

η φωνή που λυγίζει του δίνει μια παρηγοριά ―

δεν είναι μόνος.

 

Μετά κλείσε το βιβλίο κι άσ’ το να πέσει απαλά

δίπλα στο μαξιλάρι του κι άσε το φως ανοιχτό

να σε βλέπει αν ανοίξει τα μάτια ότι είσαι ακόμα εκεί ―

κι άσ’ τον να φύγει.

 

 

 

 

ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ

 

Την ώρα που μιλούσαμε άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, που ήμουν εγώ εδώ κι εσύ εκεί,

άνοιξε η πόρτα.

Εκεί άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, άνοιξε η πόρτα και κάποιος μπήκε.

Εκεί κάποιος μπήκε. Άνοιξε μόνος του την πόρτα και μπήκε.

Άκουσα την πόρτα ―την εκεί πόρτα― να ανοίγει και να κλείνει.

Σε άκουσα να σιωπάς. Κατάλαβα ότι κάποιος μπήκε.

Ένα κλειδί έστρεψε την κλειδαριά προς τα αριστερά,

έστρεψε το κεφάλι σου προς τα πίσω,

έστρεψε το βλέμμα μου στο πλάι.

Μια στιγμιαία επιλογή πυροδότησε τρεις αντιδράσεις,

που ακολουθήθηκαν από άλλες τρεις.

Η κλειδαριά στράφηκε προς τα δεξιά,

το κεφάλι σου προς τα μπροστά,

το βλέμμα μου προς τα κάτω.

 

 

 

 

ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ ΠΑΡΚΙΝ

 

Όταν φυσάει,

σ’ αυτά τα πάρκιν

τα φιλιά

τα παίρνει

ο άνεμος.

 

Περίμενε

τουλάχιστον

να μας φέρουν

το αμάξι.

 

 

 

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

                                             Que estranha forma de vida

                                                                   Amália Rodrigues

 

ανήμερα, η βαλίτσα μου χάθηκε στη Λισαβώνα.

Γλίστρησαν μέσα της σαρδέλες και χέλια,

μπλέχτηκαν με τα ρούχα,

τα κάπνισαν, τα λάδωσαν,

και μου τα έστειλαν πίσω μετά από μέρες

ξεμυαλισμένα.

 

Και μέσα απ’ την αλλόκοτη κονσέρβα

ψάρεψα ένα ένα τα φιλιά μας στα πλακόστρωτα,

να έχω τουλάχιστον κάτι όταν η ζωή παραγίνεται παράξενη.

 

 

 

 

 

ΤΑ ΚΟΥΜΑΝΤΑ

 

Αρχίζω ήδη να επιλέγω τις λέξεις

που θα σου μεταφέρουν κάποτε μια ιστορία.

Θα βάζω την κασέτα

και μάλλον δεν θα θυμάμαι

ότι την ώρα που έστριβα λίγο δεξιά

το τιμόνι για να αποφύγω

τη λακκούβα στην Αμφιθέας,

ήξερα ότι όσες απ’ τις σημερινές επιλογές μου

επιβιώσουν, θα βγαίνουν για χρόνια

από τα χείλη μου να σε εντυπωσιάσουν

ή να σε αφήσουν αδιάφορη.

 

Ίσως δακρύσεις,

ίσως βαρεθείς,

αφού οι λέξεις μου αν θάμπωσαν

δεν θα μου πεις.

 

 

 

SOLO LAS ABEJAS ZUMBAN EN LOS CAUCES SECOS

 

Los torrentes que caían de la montaña

se llevaban los secretos de las casas.

Las mujeres entonces barrían los patios

para que no quedara nada dentro,

y ellos arramblaban con todo a su paso

para morir saciados en el mar.

 

Ahora la gente ha cerrado puertas y ventanas.

Si pasas por allí ni su respiración se oye,

y no te darás cuenta cuando un día

en silencio se ahoguen en sus propias historias.

 

 

 

 

 

LEYENDO A LI BAI

 

Léete algo en voz alta para calmar el ánimo

cuando lo único que te quede sea dormir

―porque no puedes hacer nada más―,

acompáñate un rato, cuéntate un cuento,

y cuando te entre sueño y se te trabe la lengua

y veas que ya no te atiendes,

intenta seguir un poco más;

la voz que decae te sirve de consuelo ―

no estás solo.

 

Luego cierra el libro y déjalo caer con suavidad

junto a la almohada y deja la luz encendida,

que veas, si abres los ojos, que aún estás ahí ―

y déjate ir.

 

 

 

 

BOTÓN ROJO

 

Mientras hablábamos se abrió la puerta.

Mientras hablábamos, y estaba yo aquí y tu allí,

se abrió la puerta.

Allí se abrió la puerta.

Mientras hablábamos se abrió la puerta y alguien entró.

Allí alguien entró. Alguien abrió la puerta y entró.

Oí la puerta ―la puerta de allí― abrirse y cerrarse.

Te oí callar. Me percaté de que alguien entraba.

Una llave giró la cerradura hacia la izquierda,

giró tu cabeza hacia atrás,

giró mi mirada a un lado.

Una decisión del momento desencadenó tres reacciones,

a las que siguieron otras tres.

La cerradura giró hacia la derecha,

tu cabeza hacia delante,

mi mirada hacia abajo.

 

 

 

 


PARKIN DE DOBLE ACCESO

 

Cuando hace aire,

en estos parkin

los besos

se los lleva

el viento.

 

Espera

al menos

a que nos traigan

el coche.

 

 

 

 

 

EL DÍA DE SAN ANTONIO

 

                        Que estranha forma de vida

                                   Amália Rodrigues

 

mi maleta se perdió en Lisboa.

Se colaron dentro sardinas y anguilas,

se enredaron con la ropa,

la dejaron ahumada, aceitosa,

y me la devolvieron tras unos días

como loca.

 

Y del interior de esa lata tan peculiar

fui pescando uno a uno nuestros besos por el empedrado,

para tener al menos algo cuando la vida se vuelva demasiado extraña.

 

 

 

 


PREPARATIVOS

 

Ya he empezado a elegir las palabras

que un día te contarán una historia.

Cada vez que me repita

acaso no recuerde

que, al girar un poco el volante

a la derecha para evitar el bache

de la avenida de Amficea,

sabía que las decisiones de hoy

que pervivan, saldrán durante años

de mis labios para dejarte impactada

o indiferente.

 

Tal vez vas a llorar,

tal vez te vas a aburrir,

pues si mis palabras se desgastan

no me lo vas a decir.

 

 

 

 

Εl taller de traducción colectiva de 6 poemas de Ifigenia Doumi, con la participación de la poeta, tuvo lugar en la UMA el 15 de abril de 2026. La organización y dirección del taller corrió al cargo del profesor Konstantinos Paleologos y de la profesora María López Villalba.