Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιώργου Ρομπόλα για τους Άγριους καιρούς του Μario Vargas Llosa

 

Η ανίκητη δύναμη της προπαγάνδας

 

Ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες 15χρονων κοριτσιών, ύποπτα ραντεβού σε οίκους ανοχής με σκοπό τη συνωμοσία, πολιτικοί αρχηγοί που κρατούν κρυφό τον αλκοολισμό τους, μίτινγκ πανίσχυρων αμερικανικών εταιρειών για στρατηγική χειραγώγηση ολόκληρων κρατών, πραξικοπήματα, ένοχα μυστικά, βίαιες ορέξεις, προδοσίες, μάχη των ιδεολογιών: Καλώς ήλθατε στη μεταπολεμική Γουατεμάλα, όπως την παρουσιάζει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (1936-2025) στο Άγριοι καιροί (μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη). Πρόκειται για το προτελευταίο μυθιστόρημά του, στο οποίο ο σπουδαίος Περουβιανός επέλεξε να θυμηθεί –για άλλη μία φορά– τη δική του «συνταγή» για κορυφαία πολιτικά θρίλερ. Όπως και στη Γιορτή του τράγου (εκδ. Καστανιώτη), όπου αφηγείται την εποχή της δικτατορίας του Τρουχίγιο στη Δομινικανή Δημοκρατία, έτσι και εδώ, επιλέγει τη σύγχρονη ιστορία ενός λατινοαμερικανικού κράτους για να μιλήσει για κάτι «πιο βαθύ που μας λερώνει»: εκείνες τις πράξεις που δεν τολμάμε να παραδεχτούμε μπροστά στον καθρέφτη. Όσο για την ιστορική του ακρίβεια; Παρά το γεγονός ότι δεν είναι το ζητούμενο σε ένα έργο μυθοπλασίας, ο Λιόσα, υποψήφιος πρόεδρος του Περού το 1990, γνώριζε από πρώτο χέρι το πώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ καθόριζαν σε δραματικό βαθμό τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική, μετατρέποντας τα γειτονικά κράτη σε «μπανανίες». Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στις σελίδες του νομπελίστα, σχετικά με τη δύναμη της προπαγάνδας, «αυτοί που χειρίζονται αυτόν τον άγνωστο μηχανισμό της κοινωνίας αποτελούν μια σκιώδη κυβέρνηση που ασκεί την πραγματική εξουσία στη χώρα μας». Σε κάθε περίπτωση, ο Λιόσα, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, παραμένει ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς, του οποίου κάθε νέα έκδοση αποτελεί σημαντικό γεγονός. Πόσω μάλλον όταν αυτή είναι ένα πολιτικό θρίλερ σε μια εποχή που μοιάζει να αντιγράφει τα πολιτικά θρίλερ.

 

του Γιώργου Ρομπόλα από το ένθετο Περιοδικό «Κ», Ιούλιος 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Βιβλιοκριτική της Ανθούλας Δανιήλ για το Αγαπητή Μπέθ της Andrea Cote

 Andrea Cote: «Αγαπητή Μπεθ»

 

της Ανθούλας Δανιήλ

 

 Διάστιχο, 30 Ιουνίου 2026

 

«Αποτυγχάνουμε πάντα να μιλήσουμε για ό,τι αγαπάμε», είπε ο Ρολάν Μπαρτ. Απομένει να δούμε τι πετυχαίνει η Αντρέα Κότε με την Αγαπητή Μπεθ.

Πρώτα πρώτα, η Αντρέα Κότε γεννήθηκε στην Κολομβία το 1981. Είναι διακεκριμένη στη χώρα της, καθώς και στις άλλες λατινόφωνες χώρες, για την ποίηση και την πεζογραφία της. Σπούδασε Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο των Άνδεων και έλαβε το διδακτορικό της στη Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και δύο έργα πρόζας. Για το βιβλίο της Αγαπητή Μπεθ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τιμήθηκε με το 24ο Βραβείο Casa de América de Poesia Americana. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί επίσης στα αγγλικά, γερμανικά, καταλανικά, ιταλικά, πορτογαλικά, αραβικά, πολωνικά, ρωσικά και κινεζικά. Ζει στις ΗΠΑ και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Τέξας – Ελ Πάσο.

Η Αγαπητή Μπεθ υπερβαίνει τις 80 σελίδες και μιλάει για τη ζωή της μετανάστριας Μπεθ, η οποία ξεκίνησε το 1974 με βίζα επικείμενου γάμου για τις ΗΠΑ. Εκεί έζησε 45 χρόνια τη δύσκολη ζωή της σκληρά εργαζόμενης, με τον κατώτατο μισθό, μετανάστριας και επέστρεψε με μια βαλίτσα στην πατρίδα της, όταν πια δεν έβρισκε δουλειά. Το βιβλίο αποτελείται από αποσπάσματα επιστολών, σελίδες ημερολογίου, πεζόμορφα ποιήματα και σημειώματα· όλα μικρές τραγωδίες, από όπου ακούγεται η φωνή της Μπεθ, αλλά και όλων εκείνων που σαν αυτήν αγωνίζονται να επιβιώσουν στην ξένη, αφιλόξενη γη. Ωστόσο, είναι «ένα ποίημα, γιατί ως γνωστόν μια ολοκληρωμένη ιστορία μπορεί να ειπωθεί μόνο μέσα από τις ρωγμές της».

Η θεία Μπεθ ήθελε η Αντρέα να γράψει την ιστορία που έζησε, τον «αμερικανικό εφιάλτη» της, «την ιστορία της κακής της τύχης», και πιο συγκεκριμένα περιμένει από την Αντρέα να γράψει εναντίον του οίκου ευγηρίας, της φτώχειας, της μαγειρικής, της αϋπνίας, καθώς και «για τη λησμονιά».

Στο ποίημα «Αναρωτιέμαι» βλέπουμε το όνειρο: γούνινο παλτό, δερμάτινες μπότες, υπηκοότητα και σανίδα του σκι. Όμως τι απομένει από τη σάρωση των τόσων χρόνων στην ξένη γη; Ίσως, μόνο ό,τι είχε μεταφέρει η Μπεθ από την πατρίδα της: φωτογραφίες, το αγαλματάκι του Χοσέ Γκρεγκόριο (του γιατρού των φτωχών), τον σταυρό που είχαν στο χωριό, γιατί «μερικές φορές νιώθω/ ότι το σπίτι επαναλαμβάνεται/ όπως ο πόλεμος ο ίδιος».

Η αφετηρία μιας διαρκούς διαδρομής του ανθρώπου να περάσει απέναντι, στις ΗΠΑ ή στον θάνατο…

Για ποιο λόγο μεταναστεύουν οι άνθρωποι; «Οι πάντες γνωρίζουν ότι για να ξεριζωθεί κανείς από έναν τόπο,/ απαιτείται ένα έρωτας ή ένας πόλεμος./ Χρειάζονται δύο πραγματικά πεινασμένοι». «Τόσο γλυκιά η παιδική ηλικία/ […]/ όσο επίμοχθο και ποταπό το μέλλον τους».

Τι προσόντα χρειάζονται για να βρει σύζυγο μια μετανάστρια, να μοιραστεί τα εισοδήματα και το σπίτι του; «…να είναι εμφανίσιμη· ανοιχτόχρωμη, ή μάλλον ξανθιά, Κολομβιανή κατά προτίμηση, που να μαγειρεύει, που να ξέρει πώς να τον φροντίζει. Τουλάχιστον ξέρω να μαγειρεύω, σκέφτηκε η Μπεθ». Ένα εκατομμύριο Κολομβιανές, όμορφες γυναίκες, διάσπαρτες. Με πολύχρωμα ρούχα και πολύ μακιγιάζ… «Γνωρίστε την Κολομβιανή σύντροφό σας σήμερα. Συμβουλευτική μετανάστευσης». Άλλοτε το απόκομμα περιέχει πληροφορίες από τη γυναίκα που θέλει άντρα για γάμο ή που αυτοσυστήνεται σαν προϊόν στην αγορά…

Στο «Φόρμα Ν-400» η μετανάστρια πρέπει να κάνει ακτινογραφία (τρόπος του λέγειν) και της πιο μύχιας σκέψης της: «Βεβαιώστε ότι μιλάτε αγγλικά/ Βεβαιώστε ότι είστε πρόθυμη να αποκηρύξετε τα πάντα,/ απολύτως τα πάντα: χώρα/ κληρονομιά/ τίτλους ευγενείας/ πρίγκιπες/ πασών των γλωσσών,/ ακόμη και την οργή./ Ορκιστείτε/ ότι δεν έχετε πει ποτέ ψέματα/ σε κανέναν υπάλληλο αυτής της χώρας/ ότι πιστεύετε στον νόμο,/ στη σκληρή δουλειά/ και στη βοήθεια του Θεού».

Η Αντρέα φτάνει στις ΗΠΑ 30 χρόνια μετά την Μπεθ, για να σπουδάσει ισπανοαμερικανική λογοτεχνία. Ο θόρυβος, η κίνηση, τα προβλήματα. Η Ανδρέα οδηγεί. Η Μπεθ έπαιρνε το τρένο. Δεν ήξερε αγγλικά, δεν είχε δίπλωμα οδήγησης, δεν ήξερε ότι το λεωφορείο θα έρθει σε μία ώρα, δεν είχε πιστωτική κάρτα, δεν είχε λογαριασμό στην τράπεζα. Περπατούσε, αλλά το περπάτημα εδώ δεν της χρησιμεύει… Αν και η Αντρέα μεταναστεύει στις ΗΠΑ για σπουδές, και εκείνη με τη σειρά της θα ζήσει ό,τι η Μπεθ. Ο κόσμος έχει αλλάξει, αλλά η ζωή του μετανάστη είναι δύσκολη και η Αντρέα επανέρχεται μέσω της Μπεθ στη ζωή και στις απαιτήσεις της, στις δυσκολίες, στην εργασία. Η κατάντια στον οίκο ευγηρίας:

Για να γίνεις κορμί γέρικο ανάμεσα σε κορμιά γέρικα,

σάρκα ανάμεσα σε σάρκα,

και τον χειμώνα που στις κουβέρτες σε θάβει

το κρύο

πάνω από λογής λογής μηχανήματα,

να σπέρνεις ό,τι έχει ζουφιάσει στα χορτάρια…

Η Μπεθ στο παράθυρο, ανάμεσα σε ρετάλια φωνής, η Μπεθ να σκοτώνει κατσαρίδες, να συσσωρεύει συμπράγκαλα, αυτοκράτειρα θραυσμάτων, να σκίζει χαρτιά, να συσσωρεύει επιστολές… Η Αντρέα θυμάται κάθε εκδήλωση ψυχής, κάθε πόνο, κάθε δυστυχία, κάθε μιζέρια, κάθε προηγούμενη γενιά: «…πριν από εμάς υπήρχε μια άλλη αέναα περιπλανώμενη φυλή, ποιμενίδες της απώλειας, εκείνα τα εργαζόμενα κορίτσια στο Περθ Άμποϊ…».

Το κείμενο με τον τίτλο «Δεν», με έναν κατάλογο από «Δεν» και «Ούτε», περιγράφει την πάσης φύσεως ερημιά της Μπεθ, που δεν έχει τίποτα κυριολεκτικά. «Όταν με ρωτούν από πού κατάγομαι χαμογελάω, ο τόπος από τον οποίο προέρχομαι δεν υπάρχει πια. Εκεί, παρ’ όλα αυτά, επιστρέφω».

Συγκλονιστικό και το ακόλουθο σημείωμα:

Στις 21 Αυγούστου 2021, η Κλαούντια Μασέλα Πινέδα έφυγε από την πατρίδα της, την Τούνχα της Κολομβίας, και μέσω Μεξικού επιχείρησε να φτάσει στις ΗΠΑ. Βρέθηκε νεκρή μαζί με την κόρη της και εξαντλημένο το 3χρονο αγοράκι της. Λίγο πριν ξεψυχήσει, είχε τηλεφωνήσει στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν πρόλαβε… έμεινε από μπαταρία.

Το βιβλίο της Αντρέα Κότε είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, ένας χείμαρρος δυστυχίας που βιώνει ο μετανάστης. Η Μπεθ είναι το δείγμα αντί του όλου και η Αντρέα είναι η φωνή του κάθε μετανάστη και της κάθε μετανάστριας που δεν έχει τίποτα για να πιαστεί και να ελπίζει, τριγυρισμένη από όλα όσα της λείπουν: γλώσσα, χώρα, ακίνητα, αριθμό ταυτότητας. Έχει όμως: «Υδάτινα ερπετά,/ φωτεινή σπείρα σκόνης/ όνειρο και εφιάλτης των οδοιπόρων…». Παρ’ όλα αυτά, ελπίζει πως: «Κάτι δικό μου/ από όλα αυτά/ που εξακολουθεί να προχωρά/ θα μπορέσει στο τέλος να περάσει απέναντι». Έτσι, η δυστυχής Μπεθ γίνεται η αφετηρία μιας διαρκούς διαδρομής του ανθρώπου να περάσει απέναντι, στις ΗΠΑ ή στον θάνατο…

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος με τη μετάφρασή του τιμά την ελληνική γλώσσα και το αναγνωστικό κοινό.

 

Αγαπητή Μπεθ
Andrea Cote
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Ίκαρος
88 σελ.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Η σημασία του τίτλου στην υπερβραχεία μικρομυθοπλασία, με συγκεκριμένα παραδείγματα

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

 

Η σημασία του τίτλου στην υπερβραχεία μικρομυθοπλασία, με συγκεκριμένα παραδείγματα

 

Στο πεδίο της ακραίας συντομίας στο οποίο κατοικοεδρεύει η μικρομυθοπλασία, ο τίτλος παύει να είναι ένα απλό κατώφλι πρόσβασης στο λογοτεχνικό κείμενο και γίνεται δομικό στοιχείο του. Ενώ, στις περιπτώσεις των μυθιστορημάτων ή των διηγημάτων, ο τίτλος, αναμφίβολα σημαντικός πάντα στην προσπάθεια του συγγραφέα να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, εμπλέκεται πολύ σπάνια κατά τρόπο ενεργό στην πλοκή της αφήγησης, στη μικρομυθοπλασία αποκτά μια ιδιαιτέρως αποφασιστική λειτουργία, αποτελεί σημαίνον μέρος του αφηγηματικού μηχανισμού: ολοκληρώνει το νόημα, ανάβει το φυτίλι της έντασης στην ανάγνωση και, ενίοτε, περιέχει το ερμηνευτικό κλειδί χωρίς το οποίο η ιστορία θα παρέμενε ατελής (αν όχι ακατανόητη).

 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ

Ξύπνησα φρεσκοξυρισμένος.                                                         

 

Αντρές Νέουμαν, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (2009)

 

Η φύση της μικρομυθοπλασίας η λεκτική της οικονομία, η τάση της προς την αφαιρετικότητα και, εντέλει, η εξάρτησή της από τη συνενοχή του αναγνώστη απαιτεί από κάθε λέξη να φέρει ένα συγκεκριμένο σημασιολογικό βάρος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος (ως πρώτη λέξη) διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Λειτουργεί τόσο ως ένα αρχικό χτύπημα νοήματος που καθοδηγεί την ανάγνωση, αλλά και ως μια τελική αντήχηση που αναδιαμορφώνει αυτό που μόλις διαβάστηκε. Είναι σύνηθες, για τον αναγνώστη της μικρομυθοπλασίας, να ξαναδιαβάζει το μικροδιήγημα υπό το «φως» των πρόσθετων πληροφοριών που του παρέχει ο τίτλος ή να ξαναδιαβάζει τον τίτλο έπειτα από το τέλος της ανάγνωσης, σε μια διαδικασία συσχετισμού πληροφοριών που παράγει νόημα μέσω της συσσώρευσης και της αντίθεσης.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗ

Τον είδε να περνά σ’ ένα βαγόνι του μετρό και κατάλαβε ότι ήταν ο άντρας της ζωής της. Φαντάστηκε να μιλάει, να δειπνεί, να πηγαίνει σινεμά, να πλαγιάζει, να ζει μαζί του. Έπαψε να την ενδιαφέρει.

 

Μπεατρίθ Πέρεθ-Μορένο, ΙΣΠΑΝΙΑ (2001)

 

Μία από τις πιο προφανείς λειτουργίες του τίτλου στη μικρομυθοπλασία είναι η παροχή ενός πλαισίου. Δεδομένου ότι το σώμα του μικροδιηγήματος είναι απαλλαγμένο από εκτεταμένες περιγραφές ή σαφή πλαίσια εξέλιξης της αφηγηματικής δράσης, ο τίτλος αναλαμβάνει να τη τοποθετήσει σε έναν συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Μια αστραπιαία μικρομυθοπλασία ελάχιστων γραμμών μπορεί να αποκτήσει πυκνότητα νοήματος (ανακαλώντας ιστορικές ή αναγνωστικές μνήμες) εάν ο τίτλος αναφέρεται σε έναν πόλεμο, έναν μύθο ή ένα αναγνωρίσιμο επεισόδιο [βρισκόμαστε ενώπιον της περίφημης «διακειμενικότητας»]. Έτσι, ο τίτλος λειτουργεί ως ένα είδος σημασιολογικής πύκνωσης που ενισχύει το εύρος της ιστορίας χωρίς να αυξάνει την έκτασή της.

 

ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

Λέγεται ότι ο Άτλας, πεσμένος στα γόνατα και εξαντλημένος από το βάρος της Γης, στήριξε την υδρόγειο σ’ έναν από τους ώμους του. Στο σημείο της επαφής, η Ατλαντίδα εξαφανίστηκε κάτω από τα νερά.

 

Ριγομπέρτο Ροντρίγκες, ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ (2004)

 

 

Μια άλλη συνήθης λειτουργία του τίτλου στη μικρομυθοπλασία είναι να αντικρούει ή να ανατρέπει την άποψη που φαίνεται να υιοθετεί το κείμενο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δημιουργείται μια ειρωνική σχέση μεταξύ των δύο πόλων, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να επανερμηνεύσει αυτό που μόλις διάβασε. Η ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ ή η έκπληξη θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μικρομυθοπλασίας βρίσκουν έναν υπέροχο σύμμαχο στον τίτλο. Ένα κείμενο που, αν διαβαστεί χωρίς να δοθεί σημασία στον τίτλο, μπορεί να φανεί επίπεδο ή προβλέψιμο, δύναται να αποκτήσει βάθος χάρη σε έναν τίτλο που εισάγει μια απροσδόκητη ένταση.

 

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο άντρας που αγάπησα έγινε φάντασμα. Μου αρέσει να του βάζω πολύ μαλακτικό, να τον σιδερώνω με το ατμοσίδερο και να τον χρησιμοποιώ ως κατωσέντονο τα βράδια που έχω κάποιο πολλά υποσχόμενο ραντεβού.

 

Πατρίθια Εστέμπαν Ερλές, ΙΣΠΑΝΙΑ (2009)

 

Μια ακόμα δράση του τίτλου είναι να νοηματοδοτεί την αφηγηματική έκβαση. Σε πολλά έργα μικρομυθοπλασίας, η τελική σπίθα που δίνει νόημα στο κείμενο δεν βρίσκεται στην τελευταία πρόταση, αλλά στην αλληλεπίδραση μεταξύ αυτής και του τίτλου. Η εν λόγω διαδικασία ενισχύει την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να συνδυάσει και τους δύο πόλους για να κατασκευάσει το συνολικό νόημα.

 

ΔΟΚΙΜΗ ΠΤΗΣΗΣ

Αν, παρόλο που έχει εξατμιστεί όλο το νερό, ο κολυμβητής εξακολουθεί να επιπλέει, δεν χωράει καμία αμφιβολία: πρόκειται για άγγελο.

 

Εουχένιο Μαντρίνι, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (2001)

 

Σε άλλες περιπτώσεις, πάλι, ο τίτλος μπορεί να είναι μια φαινομενικά ουδέτερη λέξη ή φράση, της οποίας το συμβολικό βάρος ενεργοποιείται σε άμεση συνάρτηση με την ιστορία. Η επιλογή δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε τυχαία: ανταποκρίνεται σε μια στρατηγική συμπύκνωσης και υποβολής.

 

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑ

Δεν ερωτεύτηκε την ίδια, αλλά τη σκιά της. Θα την επισκεπτόταν την αυγή, όταν η αγαπημένη του ήταν μακρύτερη.

 

Αλεχάντρο Χοντορόφσκι, ΧΙΛΗ (1995)

 

Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέπεται η παιγνιώδης διάσταση του τίτλου. Σε ένα πλαίσιο γρήγορης ανάγνωσης σε ανθολογίες, περιοδικά ή ψηφιακές πλατφόρμες ο τίτλος είναι το στοιχείο εκείνο που καλείται να τραβήξει την προσοχή του αναγνωστικού κοινού. Η υποβλητική του δύναμη, η μουσικότητά του ή η ασυνήθιστη φύση του μπορεί να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στο εάν το μικροδιήγημα θα διαβαστεί ή όχι.

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, Ο ΓΙΟΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ, ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΟΥ

Είσαι στο σπίτι, και είναι νύχτα, και σβήνεις το τελευταίο φως. Τι περίεργο: ξαφνικά τα πάντα εξαφανίζονται.

 

Πέδρο Ουγκάρτε, ΙΣΠΑΝΙΑ (2012)

 

Τελικά, ο τίτλος στη μικρομυθοπλασία είναι ένα ουσιαστικό συστατικό που συμμετέχει ενεργά στην κατασκευή του νοήματος. Η σημασία του έγκειται στην ικανότητά του να συμπυκνώνει πληροφορίες, να δημιουργεί προσδοκίες, να εισάγει ένταση και να ολοκληρώνει ή να αποδομεί το νόημα του κειμένου. Ο τίτλος είναι βασικό κομμάτι του αφηγηματικού μηχανισμού, η αποτελεσματικότητα του οποίου εξαρτάται από την ακρίβειά του και την ενσωμάτωσή του στην υπόλοιπη ιστορία. Σε ένα λογοτεχνικό είδος όπως η μικρομυθοπλασία όπου κάθε λέξη μετράει, ο τίτλος δεν αποτελεί εξαίρεση: είναι, σε πολλές περιπτώσεις, το μέρος απ’ όπου όλα ξεκινούν και όπου όλα τελειώνουν.

 

ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΤΟΠΙΟ

Στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, τα απλωμένα ρούχα θαρρείς νοσταλγούν τους αυτόχειρες που τα κρέμασαν επιμελώς στο σχοινί πριν βουτήξουν γυμνοί στο κενό.

 

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ΕΛΛΑΔΑ (2026)



Περιοδικό Χάρτης, Ιούλιος 2026

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Η εκπομπή «Αποτύπωμα», με τη Φούλη Ζαβιτσάνου, συναντά στο στούντιο της Φωνής της Ελλάδας, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο

 


Την Πέμπτη, 2 Ιουλίου, η εκπομπή «Αποτύπωμα» με τη  Φούλη Ζαβιτσάνου, συνάντησε στο στούντιο της Φωνής της Ελλάδας, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας και Ισπανικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ και διακεκριμένο μεταφραστή λογοτεχνίας από τα ισπανικά και τα καταλανικά.


Μας μίλησε για τη μετάφραση, για τις λογοτεχνικές γέφυρες μεταξύ Ελλάδας, Ισπανίας και Λατινικής Αμερικής, για τη δική του μεταφραστική εμπειρία αλλά και για την σχέση και την αλληλεπίδραση μεταξύ ελληνικής και ισπανόφωνης κουλτούρας.


Παραγωγή – παρουσίαση: Φούλη Ζαβιτσάνου



https://vog.ert.gr/ondemand/o-konstantinos-palaiologos-gia-ti-metafrasi-kai-tis-logotexnikes-gefyres-metaksy-elladas-kai-ispanofonon-xoron-02-07-2026/

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη για το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Στη διασταύρωση της μνήμης και της νύχτας

 

 

Υπάρχουν βιβλία που δεν αφηγούνται απλώς μια πόλη· την ιδρώνουν. Την αφήνουν να στάζει πάνω στις σελίδες σαν υγρασία από παλιό τοίχο πολυκατοικίας. Το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κινείται ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκοτεινή γεωγραφία: μια Αθήνα υπόγεια, μεταμεσονύκτια, σχεδόν μεταφυσική, όπου οι δρόμοι δεν λειτουργούν ως σημεία προσανατολισμού αλλά ως θραύσματα ενός λησμονημένου παραδείσου.

Ο τίτλος ποιητικός: δύο οδοί, μια διασταύρωση, η οποία δεν υπάρχει παρά μόνο στη λογοτεχνική μυθοπλασία· όμως πίσω από τη φαινομενική αστική ανακρίβεια ανοίγεται ένας τόπος υπαρξιακής βεβαιότητας. Η πόλη εδώ δεν είναι σκηνικό· είναι σώμα τραυματισμένο και γαληνεμένο στο τραύμα του. Οι ήρωες —ή καλύτερα οι περιπλανώμενες σκιές— κινούνται ανάμεσα σε καφενεία, δωμάτια, φθαρμένες πολυκατοικίες και εσωτερικούς μονολόγους, χτίζοντας νέα νοήματα καθώς κατοικούν στη μυθική Αθήνα.

Η γραφή του Παλαιολόγου διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα να μοιάζει ταυτόχρονα εξομολογητική και αποστασιοποιημένη. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ: κοφτές εικόνες, θραύσματα συνομιλιών, φωτισμοί νέον, σιωπές που κρατούν περισσότερο από τις λέξεις. Κι όμως, κάτω από αυτή την αστική λιτότητα, πάλλεται μια βαθιά λυρική ένταση. Το βιβλίο μοιάζει να συνομιλεί με την παράδοση της ευρωπαϊκής υπαρξιακής λογοτεχνίας χωρίς να χάνει την ελληνική του νευρικότητα — εκείνο το μείγμα τρυφερότητας, ειρωνείας και ήττας που χαρακτηρίζει τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής γραφής.

Ιδιαίτερη δύναμη αποκτά ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη λειτουργεί ως αρχιτεκτονική. Οι αναδρομές δεν παρουσιάζονται ως νοσταλγία αλλά ως εισβολές. Το παρελθόν δεν εξηγεί τους χαρακτήρες· τους στοιχειώνει— όπως βλέπουμε και σε έργα του Πεντζίκη. Έτσι, η διασταύρωση της Στουρνάρη με την Ηπείρου γίνεται τελικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα μυθικό σημείο της Αθήνας: μετατρέπεται σε σημείο σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτό που ζήσαμε και σε αυτό που μας απέμεινε.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ίσως η άρνησή του να εξιδανικεύσει. Δεν υπάρχει εδώ ρομαντική μυθολογία της παρακμής. Η φθορά παρουσιάζεται γυμνή, μερικές φορές σχεδόν βίαια. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά αλήθεια. Οι άνθρωποι του βιβλίου συνεχίζουν να μιλούν, να ερωτεύονται, να θυμούνται, ενώ γύρω τους όλα μοιάζουν να καταρρέουν αργά. Αυτή η επιμονή της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στην αποσύνθεση είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο του έργου.

Το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία δεν διαβάζεται ως απλή αφήγηση αλλά ως νυχτερινή περιπλάνηση. Είναι από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι περπάτησε μόνος σε δρόμους που γνώριζε από πάντα, χωρίς ποτέ να τους έχει πραγματικά δει — και δεν μπορεί να τους δει παρά μόνο μέσα στο παρόν βιβλίο.

 

 Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης

Περί ου, 30/05/2026