Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

H πιο κακιά κυρία του κόσμου, του Φρανσίσκο Ινοχόσα

H πιο κακιά κυρία του κόσμου
Για τη Σοφία

Στα βόρεια του Τουραμπούλ υπήρχε μια φορά και έναν καιρό μια κυρία που ήταν η πιο κακιά κυρία του κόσμου. Ήταν χοντρή σαν ιπποπόταμος, κάπνιζε πούρο και είχε δύο μυτερούς, γυαλιστερούς κυνόδοντες.
            Επιπλέον, φορούσε μυτερές μπότες και είχε κάτι μακριά και αιχμηρά νύχια με τα οποία της άρεσε να γρατζουνάει τον κόσμο.
            Χτυπούσε τα πέντε παιδιά της όταν έπαιρναν κακούς βαθμούς στο σχολείο, αλλά και όταν έπαιρναν δεκάρια. Τα τιμωρούσε όταν φερόντουσαν καλά, αλλά και όταν φερόντουσαν άσχημα. Τους έριχνε λεμόνι στα μάτια όταν έκαναν αταξίες, αλλά κι όταν τη βοηθούσαν να σκουπίσει το σαλόνι ή να πλύνει τα πιάτα μετά το φαγητό.
            Εκτός απ’ όλα αυτά, για πρωινό τούς έβαζε σκυλοτροφή. Όποιο δεν την έτρωγε, έπρεπε να πηδήξει σχοινάκι εκατό είκοσι φορές, να κάνει πενήντα βαθιά ημικαθίσματα και να κοιμηθεί στο κοτέτσι.
            Τα παιδιά της γειτονιάς το έβαζαν στα πόδια όταν την έβλεπαν να πλησιάζει. Το ίδιο συνέβαινε με τους κυρίους και τις κυρίες, τους γέρους και τις γριές, τους αστυνομικούς και τους καταστηματάρχες.
            Μέχρι και οι γάτες, οι γλάροι και οι κατσαρίδες ήξεραν ότι κινδυνεύει η ζωή τους κοντά σ’ αυτή τη μοχθηρή γυναίκα. Τα μυρμήγκια ούτε που το σκέφτονταν καν να φτιάξουν τη μυρμηγκοφωλιά τους κοντά στο σπίτι της γιατί ήξεραν ότι η κυρία θα ’ριχνε μέσα βραστό νερό.
            Ήταν μια κακιά, απαίσια, τρομακτική και πολύ μοχθηρή κυρία. Η πιο κακιά από τις πιο κακές κυρίες του κόσμου. Η πιο μοχθηρή από τις πιο μοχθηρές.
            Μέχρι που μια μέρα τα παιδιά της και όλοι οι χωριανοί δεν την άντεχαν πλέον και προτίμησαν να το σκάσουν από κει γιατί φοβόντουσαν για τη ζωή τους.
            Από τότε οι πλατείες ήταν άδειες, δεν γάβγιζαν σκυλιά στους δρόμους ούτε πετούσαν πουλιά στον ουρανό ούτε αναζητούσαν λουλούδια οι μέλισσες. Ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του ανέμου και ο χτύπος από τις σταγόνες της βροχής στις στέγες των σπιτιών.
            Έτσι, λοιπόν, η κακιά γυναίκα απέμεινε μόνη, κατάμονη, χωρίς να ’χει κάποιον για να ενοχλεί ή να γρατζουνάει.
            Το μοναδικό ον που εξακολουθούσε να ζει εκεί ήταν ένα ταχυδρομικό περιστέρι που είχε μείνει κλεισμένο σ’ ένα κλουβί σε κάποιο γειτονικό σπίτι. Η τρομακτική γυναίκα διασκέδαζε δίνοντάς του κάθε μέρα να τρώει ψίχουλα βουτηγμένα σε καυτή σάλτσα τσίλι και να πίνει νερό ανακατεμένο με ξύδι. Μερικές φορές τού ξερίζωνε ένα φτερό και άλλες του στραμπουλούσε τα δάχτυλα των ποδιών του.
            Όταν το καημένο το περιστέρι ήταν πλέον έτοιμο να πεθάνει, η κυρία, απελπισμένη που δεν θα είχε κάποιον να χτυπάει, κατάλαβε ότι μόνο εκείνο μπορούσε να τη βοηθήσει για να φέρει ξανά πίσω τους χωριανούς.
            Αποφάσισε τότε να του δώσει τα ψίχουλα χωρίς καυτή σάλτσα τσίλι και το νερό σκέτο και, μερικές μέρες αργότερα, τόλμησε να το χαϊδέψει. Όταν πείστηκε ότι το περιστέρι ήταν πλέον φίλος της και ότι θα πήγαινε το μήνυμα που ήθελε στα παιδιά της και στους άλλους χωριανούς, το έγραψε σ' ένα χαρτάκι, το έβαλε στο ράμφος του πουλιού και το άφησε να πετάξει.
            Μερικές μέρες αργότερα, οι παλιοί κάτοικοι του χωριού επέστρεψαν μιας και η πιο κακιά από όλες τις κυρίες του κόσμου τούς ζητούσε συγγνώμη στο μήνυμά της:

Θέλω να με συγχωρέσετε. Πιστεύω ότι ήμουν κακό άτομο και το έχω μετανιώσει. Δεν θα ξανακάνω πλέον τα ίδια με παλιά. Για να με πιστέψετε θα αφήσω να με πατήσουν και να με γρατζουνήσουν όσοι από εσάς θέλετε.

            Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι άνθρωποι γύρισαν στο χωριό, πήγαν στα σπίτια τους και με μεγάλη χαρά πάτησαν και γρατζούνησαν τη φρικτή γυναίκα.
            Μέχρι που μια νύχτα, όταν όλοι κοιμόντουσαν, εκείνη άρχισε να χτίζει ένα τείχος γύρω από το χωριό ώστε πλέον κανείς να μην μπορεί να δραπετεύσει από αυτό. Ποιος ξέρει πώς το ’κανε, το γεγονός είναι ότι ένα ψηλό τείχος φυλάκισε, το επόμενο πρωί, όλο μα όλο το χωριό.
            Από τότε ξανάγινε η πιο κακιά, η κακιότερη, η κακιοτερότερη γυναίκα του κόσμου.
            Έριχνε μπάτσες στα παιδιά της, δάγκωνε τα αφτιά των ξυλουργών, έσβηνε το πούρο της στους αφαλούς των ταξιτζήδων, σφαλιάριζε τα μικρά, κλωτσούσε τις γριούλες, έμπηγε τα δάχτυλά της στα μάτια των στρατηγών και χτυπούσε με το χάρακα τα χέρια των αστυνομικών.      
            Ύστερα έριχνε σάπιο κρέας στα σκυλιά, γρατζουνούσε με τα μακριά της νύχια τις προβοσκίδες των ελεφάντων, έδενε κόμπο τους λαιμούς στις καμηλοπαρδάλεις και έτρωγε ζωντανές τις καημένες τις ταραντούλες. Ακόμα και τα λιοντάρια φέρονταν σαν γατούλες όταν την έβλεπαν, γιατί τους μαδούσε τόσο πολύ τη χαίτη που τα άφηνε καραφλά και με δάκρυα στα μάτια.
            Και τι να πει κανείς για τα λουλούδια: μέσα σε μερικές ώρες δεν υπήρχε ούτε ένα που να είχε διατηρήσει τα πέταλά του.
            Αλλά μια ωραία μέρα, την ώρα που η κυρία έριχνε το μεσημεριανό υπνάκο της, όλοι οι χωριανοί μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού. Ο αρχηγός των πυροσβεστών είπε:
            «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση».
            «Είναι γεγονός», συμφώνησε μαζί του ο φαρμακοποιός. «Πρέπει να γκρεμίσουμε το τείχος και να το σκάσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε».
            «Και γιατί δεν προσπαθούμε να την πείσουμε», ρώτησε ένα αγοράκι, «να σταματήσει να μας ενοχλεί;»
            «Χα, χα, χα», ξέσπασαν όλοι σε τρανταχτά γέλια, που τα έπνιξαν αμέσως γιατί φοβήθηκαν πως θα την ξυπνούσαν.
            «Όχι», επενέβη ο πιο γέρος του χωριού. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να την ξεγελάσουμε».
            «Να την ξεγελάσουμε;», ρώτησε έκπληκτος ο ιδιοκτήτης της βιοτεχνίας πάγου. «Πώς θα την ξεγελάσουμε;»
            «Πολύ εύκολο», τους διαβεβαίωσε ο γεράκος. «Κάθε φορά που θα μας χτυπάει θα της λέμε ευχαριστώ. Αν μας δαγκώνει τα αφτιά, θα της ζητάμε να το ξανακάνει. Αν μας γρατζουνάει, θα της λέμε ότι είναι το πιο απολαυστικό πράγμα που έχουμε νιώσει στη ζωή μας. Πώς σας φαίνεται;»
            «Οοοο!!!», αναφώνησαν όλοι με ορθάνοιχτα μάτια.     
            «Δεν είναι κακή ιδέα», συμπλήρωσε ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου στόλου από καμήλες του χωριού.
            Έτσι, λοιπόν, συμφώνησαν όλοι.
            Η κυρία ξύπνησε από το μεσημεριανό υπνάκο της μέσα στα νεύρα. Είχε τρομερή όρεξη να τσιμπήσει ένα παιδάκι. Το πρώτο που βρήκε μπροστά της, το μεγάλο της γιο. Τον άρπαξε από το μάγουλο και δεν τον αμόλησε παρά μισή ώρα αργότερα. Ο γιος της, υπομένοντας τον πόνο, είπε:
            «Ευχαριστώ, μανούλα, μπορείς να με ξανατσιμπήσεις; Έλα, σε παρακαλώ, έστω μια φορά ακόμα…»
            Η κυρία, παραξενεμένη στην αρχή, του είπε όχι γιατί δεν άξιζε ένα τέτοιο βραβείο.
            Ύστερα πήγε φουριόζα να βρει τη γειτόνισσά της. Όταν την είδε, της έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στο καλάμι με τη μύτη της μπότας της. Αν και πέθανε στον πόνο, η γειτόνισσα δάγκωσε τα χείλη της, συγκράτησε τα δάκρυά της και είπε στη μέγαιρα:
            «Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ πολύ. Θα μπορούσα να σας ζητήσω μια χάρη;»    
            «Μια χάρη; Τι χάρη και ξεχάρη!», αναφώνησε η κακιασμένη.
            «Δώστε μου και μια κλωτσιά στον πισινό. Είναι τόσο ωραίο! Ποτέ κανείς δεν με έχει χτυπήσει τόσο όμορφα όσο εσείς. Χτυπάτε τόσο δυνατά…»
            «Όχι, όχι, και πάλι όχι! Ποια νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες;»
            «Ούτε μια κλωτσιά στα οπίσθια;», ικέτεψε η γειτόνισσα με ύφος, πραγματικά, πολύ θλιμμένο.
            Καθώς είδε ότι συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα, η κακιά γυναίκα πήγε να βρει τον τσαγκάρη και του τράβηξε τόσο δυνατά τα μαλλιά που της έμειναν στο χέρι.
            «Ευχαριστώ πολύ, κυρά μου, θα σας ήμουν ευγνώμων αν μου βγάζατε και τα υπόλοιπα μαλλιά. Έχω τέτοια επιθυμία να μείνω φαλακρός που δεν το φαντάζεστε. Και το κάνετε με τέτοια λεπτότητα… Πιστέψτε με, ούτε ο καλύτερος κομμωτής του κόσμου δεν θα το έκανε τόσο καλά».
             Η πιο κακιά κυρία του κόσμου έκανε τα ίδια σε όλους και κάθε ένα χωριανό, μέχρι που ήρθε το βράδυ και άρχισε να νυστάζει.
            Όσο εκείνη κοιμόταν, ο κόσμος μαζεύτηκε ξανά.
            «Πιστεύω», είπε ο πιο γέρος, «ότι το σχέδιό μας έπιασε. Τώρα πρέπει να συνεχίσουμε να την ξεγελάμε. Όταν της έρθει να κάνει καμία καλοσύνη, αν και όποτε συμβεί κάτι τέτοιο, θα διαμαρτυρηθούμε σαν να μας είχε πονέσει και σαν να ήταν το πιο κακό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κανείς.
            Χαμόγελα άνθισαν σε όλα τα χείλη και όλοι μαζί αποκρίθηκαν:
            «Σύμφωνοι!»
            Το επόμενο πρωί η πιο κακιά κυρία του κόσμου σηκώθηκε μέσα στα νεύρα. Πήγε στην κουζίνα για να βάλει στα παιδιά της σκυλοτροφή. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να συγκρατηθεί όταν ανακάλυψε ότι ήταν άδειο το κουτί.
            «Γκρρρ!», γκρίνιαξε. «Τώρα θα πρέπει να τους δώσω για πρωινό δημητριακά με γάλα και μέλι».
            Τα παιδιά, μόλις είδαν τα πιάτα τους σερβιρισμένα, άρχισαν να διαμαρτύρονται.
            «Μαμά, τι αηδιαστικό πράγμα είναι αυτό;»
            «Είναι δημητριακά με μέλι, χαζόπαιδο».
            «Δεν θέλω».
            «Ούτε γω», είπε ο μικρότερος μ’ ένα δάκρυ στα μάτια.
            «Προτιμώ τη σκυλοτροφή».
            «Και γω», αναφώνησαν και τα υπόλοιπα ταυτόχρονα.
            Η μαμά τους τα υποχρέωσε να φάνε αυτό που τους είχε σερβίρει. Και εκείνα, φυσικά, είχαν τέτοια έκφραση αηδίας που ήταν σαν να έτρωγαν στιφάδο με σκορπιούς.
            Αφού άφησε τα παιδιά της στο σχολείο, έπεσε στο δρόμο μούρη με μούρη με τον σιδερά που της είπε:
            «Συγγνώμη, κυρία, μπορείτε να μου κάνετε τη χάρη να μου δώσετε μια καρατιά στην πλάτη;»
            «Όχι, βέβαια! Ποιος νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες, ε;»
            Ήταν τόσο τσαντισμένη και σαστισμένη η κυρία με όλα όσα συνέβαιναν γύρω της ώστε, χωρίς να το καταλάβει, έδωσε ένα νόμισμα στο ζητιάνο του χωριού. Εκείνος έγινε έξαλλος και την επέπληξε:
            «Τι συμβαίνει με σας, κυρία; Πάρτε από δω τα απαίσια χρήματά σας. Μην με προσβάλλετε με τη φιλευσπλαχνία σας».
            Ευχαριστημένη που είδε ότι αυτό δεν άρεσε στο ζητιάνο, έβγαλε από την τσάντα της όλα τα χαρτονομίσματα και τα νομίσματα που είχε και τα πέταξε στο καπέλο του.
            Τα ίδιο έγινε με όλους και καθένα χωριστά τους χωριανούς.
            Ο τελευταίος που συνάντησε ήταν ο πιο γέρος που της είπε:
            «Πολύ κακές μέρες να έχετε, κυρία. Είδατε πως ένας θεόσταλτος άγγελος μας έβαλε στο χωριό ένα καταπληκτικό τείχος; Όλοι είμαστε πολύ ευχαριστημένοι και περήφανοι που έχουμε ένα τόσο όμορφο τείχος».
            Γεμάτη οργή, βγάζοντας σάλια από το στόμα και αφρούς από τη μύτη, έτρεξε στο τείχος και σε λιγότερο από μια ώρα το γκρέμισε ολόκληρο.
            Από τότε όλοι ζήσανε ευτυχισμένοι, αφού η πιο κακιά κυρία εξακολουθούσε να κάνει τα πιο καλά κακά πράγματα του κόσμου, την ώρα που το χωριό διασκέδαζε με την ψυχή του ξεγελώντας την.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Francisco Hinojosa nació en la ciudad de México en 1954. Estudió Lengua y Literaturas Hispánicas en la UNAM. Antes de dedicarse a la escritura, fue editor de varias publicaciones periódicas. Ha publicado más de cincuenta libros de poesía, cuento, crónica de viaje, periodismo, ensayo, literatura infantil, libro de texto y antologías. Algunos de sus títulos son: Robinson perseguido, La peor señora del mundo, La fórmula del doctor Funes, Una semana en Lugano, Ana, ¿verdad?, Informe negro, Un tipo de cuidado, Migraña en racimos, Mexican Chicago, La nota negra, Cuéntame, Poesía eras tú, El tiempo apremia y Emma. Algunas de sus obras han sido traducidas al inglés, coreano, portugués, italiano, polaco, lituano y estonio. Ha sido autor y colaborador de libros de texto para primaria, secundaria y preparatoria, así como compilador de antologías de lecturas para esos grados. Ha obtenido varios premios y reconocimientos, como el Premio Nacional de Cuento San Luis Potosí (1993) y el apoyo del Sistema Nacional de Creadores de Arte (1993-2013). Fue nombrado embajador de la Feria Internacional del Libro Infantil y Juvenil durante 2015.


    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου