Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

12+1 μικροδιηγήματα εμπνευσμένα από το μυθιστόρημα του Θερβάντες και μία εισαγωγή

Το 1615, ο Μιγκέλ ντε Θερ­βάν­τες Σααβέδρα κυ­κλο­φορού­σε το El ingenioso caballero don Quijote de la Mancha, το δεύ­τε­ρο μέρος, δη­λα­δή, ε­νός α­πό τα ση­μαν­τι­κό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Δυ­τι­κού Κό­σμου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1616, ο Ισπανός άφηνε την τελευταία του πνοή· την ίδια μέρα, σύμφωνα με τον (ψευδή) θρύλο, κατά την οποία απεβίωσε και ο άλλος κορυφαίος συγγραφέας του λογοτεχνικού κανόνα, ο Γουίλιαμ Σέξπιρ. Τι σημασία έχει αν ο πρώτος πέθανε στις 22 Απριλίου και ο δεύτερος, μάλλον, στις 3 Μαΐου, η ισπανική εκδοτική βιομηχανία έχει καθιερώσει την 23η Απριλίου, υποτιθέμενη ημέρα θανάτου και των δύο, ως Ημέρα του Βιβλίου και δημόσιας ανάγνωσης ολόκληρου του Δον Κιχώτη σε διάφορες πόλεις (και εκτός Ισπανίας) από εθελοντές αναγνώστες. Είναι και αυτός ένας τρόπος να έρχεται κάθε χρόνο στο προσκήνιο ένας συγγραφέας που, ωστόσο, δεν έχει ξεχαστεί ποτέ γιατί ακόμα και σήμερα το δίδυμο που έπλασε –Δον Κιχότε και Σάντσο Πάνθα (Σάντσο ο Κοιλαράς)– παραμένει παγκόσμιο σημείο αναφοράς (για αναγνώστες και μη) τόσο λόγω της λογοτεχνικής του αξίας, όσο γιατί τα δύο μέλη του υπήρξαν οι πρώτοι «ήρωες» που, στη ροή της μυθιστορηματικής πλοκής, εξελίσσονται (συνδιαλεγόμενοι) ως χαρακτήρες και αλλάζουν ιδέες και κοσμοθεωρία.
          Έκλεισαν και κλείνουν, λοιπόν, 400 χρόνια από δύο σημαντικές επετείους και, όπως είναι αναμενόμενο λαμβάνουν χώρα σε όλον τον κόσμο εκδηλώσεις για να τιμήσουν το έργο και τον συγγραφέα του, με προεξάρχουσα την Ισπανία και το συνεπώνυμο με τον δημιουργό τού Δον Κιχότε ινστιτούτο διάδοσης της ισπανικής γλώσσας (Instituto Cervantes) το οποίο διοργάνωσε δύο πρωτότυπες εκθέσεις. Η πρώτη, που έγινε τον Απρίλιο του 2015, ήταν μια έκθεση η οποία απέτιε φόρο τιμής στους μεταφραστές του Δον Κιχώτη με την παρουσίαση 185 εκδόσεων σε 56 γλώσσες. Την έκθεση την εγκαινίασε ο συγγραφέας Χουάν Γκοϊτισόλο, βραβευμένος το 2014 με το πιο σημαντικό βραβείο των ισπανικών γραμμάτων που φέρει και εκείνο το επίθετο του Θερβάντες (Premio Cervantes). Η δεύτερη έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 2015 και περιλάμβανε φωτογραφίες του Νάβια και κείμενα του πεζογράφου Χούλιο Γιαμαθάρες με αφορμή ένα κοινό τους οδοιπορικό «στους δρόμους της μυθοπλασίας», στους δρόμους, δηλαδή, της Καστίλλης που διατρέχουν στα τρία ταξίδια τους οι ήρωες του Θερβάντες.
Αναγνώστες, συγγραφείς, μεταφραστές, φωτογράφοι… τιμούν τον Θερβάντες συνδιαλεγόμενοι, ο καθένας με το δικό του τρόπο, με το έργο του. Tο ι­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον–Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι και οι συνεργάτες του, με τη συνδρομή του Books’ Journal, ορμώμενοι από την ιδέα ό­τι έ­νας επιπλέον τρό­πος να τι­μή­σεις την ε­πέ­τει­ο έκ­δο­σης ε­νός τό­σο ση­μαν­τι­κού έρ­γου εί­ναι, το δί­χως άλ­λο, να το (ξα­να)δι­α­βά­σεις αλ­λά και να δη­μι­ουρ­γή­σεις, εμ­πνε­ό­με­νος α­πό αυ­τό, κάλεσε τους αναγνώστες να στεί­λουν έ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μέ­χρι 150 λέ­ξεις (α­νώ­τα­το ό­ριο, του τί­τλου, που ήταν υ­πο­χρε­ω­τι­κός, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) έχοντας ως έμ­πνευ­ση κά­ποι­ο κε­φά­λαι­ο, πε­ρι­στα­τι­κό ή ι­δέ­α –επιμέρους ή γενική– του εν λό­γω μυθιστορήματος. Στό­χος του ιστολογίου ήταν να δη­μι­ουρ­γη­θεί έ­νας πραγ­μα­τι­κός δι­ά­λο­γος των συγ­γρα­φέ­ων των ι­στο­ρι­ών μπον­ζά­ι με το έρ­γο του Θερ­βάν­τες και, μέ­σω αυ­τού, να πα­ρα­χθούν κεί­με­να μι­κρής έ­κτα­σης αλ­λά α­ξι­ό­λο­γης δη­μι­ουρ­γι­κής πνο­ής.        
Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ως λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, εί­ναι έ­να ο­λό­κλη­ρο σύμ­παν που φι­λο­δο­ξεί να συμ­πε­ρι­λά­βει και να εκφράσει τα πάν­τα, από το τοπίο και το πέρασμα του χρόνου μέχρι την ιδεολογία και τις μύχιες σκέψεις των χαρακτήρων του. Έ­τσι α­κρι­βώς ο Θερ­βάν­τες, στα δύ­ο μέρη του μνη­μει­ώ­δους έρ­γου του, μέσα α­πό τις πε­ρι­πέ­τει­ες των δύ­ο αν­τι­η­ρώ­ων του, αλλά και πα­ρεμ­βάλ­λοντας ι­στο­ρί­ες ξέ­νες προς την κύ­ρια πλο­κή, συν­θέ­τει το πορ­τρέ­το μιας ο­λό­κλη­ρης ε­πο­χής. Στο αν­τί­θε­το ά­κρο της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας» α­παν­τά­με την α­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα της υ­περ­βρα­χεί­ας α­φή­γη­σης, των μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ή, αλ­λι­ώς, ι­στο­ρι­ών μπον­ζά­ι που στην ι­δα­νι­κή μορ­φή τους δί­νουν χώ­ρο μό­νο στα α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­τα για την α­φή­γη­ση της ι­στο­ρί­ας τους και α­φή­νουν τα υ­πό­λοι­πα στη δη­μι­ουρ­γι­κή φαν­τα­σί­α του α­να­γνώ­στη: «Ξύπνησα φρεσκοξυρισμένος», γράφει ο Αντρές Νέουμαν σε ένα από τα πιο διάσημα ισπανόγραφα μικροδιηγήματα που τιτλοφορείται «Μυθιστόρημα τρόμου» και με μόλις τέσσερις λέξεις (του τίτλου συμπεριλαμβανομένου) δημιουργεί κλίμα έντασης που θα ζήλευαν μυθιστορήματα εκατοντάδων σελίδων. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του λιλ­ι­πού­τει­ου λο­γο­τε­χνι­κού εί­δους είναι η συντο­μί­α, η α­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα, η ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, η δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα και η α­να­τρο­πή: ό,τι πρέπει, δηλαδή, για μια «αιρετική αναμέτρηση» με τον Δον Κιχώτη.
Ορμώμενοι, λοιπόν, από την ανάγνωση του πρωτοτύπου ή των μεταφράσεων του μυθιστορήματος στα Ελληνικά (θυ­μί­ζου­με ό­τι ο Δον Κι­χώ­της υ­πάρ­χει δι­α­θέ­σι­μος στο εμ­πό­ριο στις με­τα­φρά­σεις Κ. Καρ­θαί­ου και Α. Δημητρούκα [εκδ. Πα­τά­κης, Α´ και Β´ μέρος], Η­λί­α Ματ­θαί­ου [εκδ. 4π Ει­δι­κές Εκ­δό­σεις Α.Ε., Α´ και Β´ μέρος] και Με­λί­νας Πα­να­γι­ω­τί­δου [εκδ. Βι­βλι­ο­πω­λεί­ον της Ε­στί­ας, Α´ μέρος]) οι συγγραφείς έπρεπε να συγγράψουν και να αποστείλουν επώνυμα τα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2015 στην η­λε­κτρο­νι­κή δι­εύ­θυν­ση του ιστολογίου. Τα κείμενα έπρεπε υ­πο­χρε­ω­τι­κά να συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό α­να­φο­ρά στο συγ­κε­κρι­μέ­νο α­πό­σπα­σμα ή ι­δέ­α του βι­βλί­ου που α­πε­τέ­λε­σε α­φορ­μή για τη συγ­γρα­φή της υ­περ­βρα­χεί­ας ι­στο­ρί­ας. Κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­τρε­πό­ταν να λάβει μέρος στο εγχείρημα με έ­να μό­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.
Λάβαμε συνολικά 129 ιστορίες μπονζάι, με έκταση από 13 έως 150 λέξεις. Η κριτική επιτροπή, που α­πο­τε­λεί­το α­πό τον διηγηματογράφο και με­τα­φρα­στή Γιά­ννη Πα­λα­βό, τον κα­θη­γη­τή μεταφρασεολογίας και ισπανι­κής λο­γο­τε­χνί­ας του ΑΠΘ και με­τα­φρα­στή Κων­σταν­τί­νο Πα­λαι­ο­λό­γο και τον ποι­η­τή και εκ­δό­τη Γιά­ννη Πα­τί­λη, θεωρεί την ανταπόκριση πολύ υψηλή, αφού το πιο αισιόδοξο μέλος της δεν ανέμενε περισσότερες από 100 συμμετοχές (για τους απαισιόδοξους ας μη μιλήσουμε…), και είναι ιδιαίτερα συγκινημένη από τα μικροδιηγήματα που ελήφθησαν από μαθητές λυκείων της χώρας: το Α´ Πειραματικό Λύκειο Αθηνών (σχολείο στο οποίο είχε φοιτήσει μέλος της επιτροπής), το Β´ Γενικό Λύκειο Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ευόσμου και το ΣΤ´ Γενικό Λύκειο Ζωγράφου. Η συμμετοχή τους αποτέλεσε ένεση αισιοδοξίας. Ευχαριστούμε, λοιπόν, από καρδιάς τους έφηβους συγγραφείς και τους καθηγητές τους, όπως ευχαριστούμε και τους δεκάδες φίλους, αρκετοί από αυτούς καταξιωμένοι συγγραφείς, που μας συνόδευσαν σε τούτο το εγχείρημα και μας τίμησαν με τη συμμετοχή τους.   

Ακολουθούν τα δεκατρία (καθότι δίσεκτο το 2016…) κα­λύ­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα έτσι όπως τα αποτίμησε η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή. Τα διακρίνουν χιούμορ, πρωτότυπες οπτικές γωνίες στην αφήγηση, ανατροπές στην πλοκή και απρόβλεπτη έκβαση, κάποτε και το σπουδαιότερο: στοχαστικός σύγχρονος με την εποχή μας προβληματισμός πάνω στη γενική ιδέα του έργου. Δεδομένου ότι η πρό(σ)κληση του Πλα­νό­διον–Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι και του Books’ Journal δεν ήταν ένας (ακόμη) λογοτεχνικός διαγωνισμός –έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει άλλο «βραβείο» πέρα από τη δημοσίευση των μικροδιηγημάτων που, σύμφωνα με την κριτική επιτροπή, ξεχώρισαν– οι ιστορίες μπονζάι που ακολουθούν δημοσιεύονται κατά την αλφαβητική σειρά των επιθέτων των συγγραφέων τους.

των: Γιάννη Παλαβού,
Κωνσταντίνου Παλαιολόγου,
Γιάννη Πατίλη


12+1 μικροδιηγήματα εμπνευσμένα από τον Δον Κιχώτη


Ο δον Κιχότε δέσμιος· όχι μόνον από έρωτα

του Κώστα Ακρίβου

Ολονυχτίς ακίνητος, φιγούρα ψιλόλιγνη στο φεγγαρόφως. Τον εξεγέλασε η Μαριτόρνες· πως τάχα η κυρά της στέργει να φιλήσει το γενναίο του μπράτσο. Ανέβη ορθός στη σέλα μου, το ’χωσε στο φεγγίτη. Να δει πόσο δυνατοί οι μύες, πώς φουσκώνουν οι φλέβες. Το παλιογύναιο έδεσε τη χείρα του με το καπίστρι από το μάνταλο της θύρας· τον αφήκε να νομίζει πως μάγια του ’χουν κάνει. Ήταν να κουνηθώ ρούπι; Ξημερωθήκαμε έτσι. Θα άντεχα κι άλλες ώρες το μαρτύριο εγώ το άλογό του ο Ροθινάντε, αν δεν με πλησίαζε φοράδα βαρβατωμένη. Κουνήθηκα να τη μυρίσω, να χαϊδευτούμε. Και τότες εκρεμάστη μια πιθαμή από το έδαφος, μούγκριζε ο καημένος. Σωριάστη καταγής σαν του ’κοψε τα δεσμά η υπηρέτρα. Μα τα δεσμά του μυαλού για μάγια και ιπποσύνες ποιος θα του τα κόψει; Ή μήπως όχι; Καλύτερα έτσι, φευγάτος από τα ψέματα του κόσμου του αχρείου;


Για τη Δόνια Δουλτσινέα

της Ιωάννας Αμπατζή

Τους το είχε ψιθυρίσει ο άνεμος που τα μαρτυράει όλα κι από εκείνη τη μέρα δεν έβρισκαν ησυχία. Πρώτη φορά είχαν να αντιμετωπίσουν έναν τόσο φοβερό κίνδυνο, αλίμονο, η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη. Γιατί μπορεί να γνώριζαν χίλια δύο πράγματα, μπορεί να σήκωναν βουνά με τα χέρια τους, να έλιωναν πόλεις στο πάτημά τους, αλλά δεν είχαν μάθει ποτέ να αγαπούν. Ήταν γίγαντες. Δεν ήξεραν τα τερτίπια του έρωτα, δεν είχαν αισθανθεί ποτέ τις βουτιές του, τα ρίγη του, τα χτυποκάρδια του. Πώς να αντιμετωπίσεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Στην αρχή ένιωσαν το ζεστό αέρα στο πρόσωπό τους, ύστερα μια λόγχη, ένα βέλος, μια αιχμή άρχισε να τους τρυπάει έναν έναν. Κουνούσαν με απελπισία τα χέρια τους καθώς έβλεπαν τα πόδια τους να ριζώνουν στη γη. Δυνατά τα ξόρκια. Άνιση μάχη. «Για τη Δόνια Δουλτσινέα!» ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσαν πριν μεταμορφωθούν σε ανεμόμυλους.


Μια ευτυχία απλή

της Άννας Γρίβα

«Ο κόσμος γέμισε τρελούς. Άλλοι νομίζουν τους εαυτούς τους θεόσταλτους, άλλοι τραβούν προς νότο να κουρσέψουν τον κόσμο και μερικοί αναγγέλλουν τη Δευτέρα Παρουσία. Μια φορά, ένας από τους θεοπάλαβους που κυκλοφορούν στην ύπαιθρο ήρθε έξω απ’ το μύλο μου και χτυπούσε τα φτερά του, φωνάζοντας ότι σκοτώνει γίγαντες. Εγώ έμεινα μέσα, είχα σιτάρι να αλέσω. Αν όμως μου έκανε ζημιά, θα τον κυνηγούσα με το φτυάρι. Το σκεφτόμουν και γέλαγα.
Μα τώρα δεν μπορώ πια να γελάσω. Το κακό της τρέλας χτύπησε και το σπιτικό μου. Η μονάκριβη κόρη μου, η Χουάνα, άρχισε να βλέπει πνεύματα και νεκρούς που της λένε να κατέβει στην Αίγυπτο και να ζήσει σαν τον Άγιο Αντώνιο, μέσα σε τάφους και πηγάδια, παλεύοντας τους πειρασμούς. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Στις μέρες μας, κανένας πλέον δεν ορέγεται μια ευτυχία απλή, όλοι θέλουν να γίνουν άγιοι, ήρωες και βασιλιάδες».


Σάντσο;

του Νίκου Δήμου

Σήμερα μου έφεραν έναν νέο τρόφιμο. «Δον Κιχώτης». Η καρτέλα του λέει: «Ήρεμος και αβλαβής».
(Όσο κι αν μοιάζει νούμερο παλαιάς επιθεώρησης, υπάρχουν στα νοσοκομεία μας και Ναπολέοντες και Μεγαλέξανδροι…)
Έμοιαζε με τον παραδοσιακό Δον Κιχώτη, όπως τον ζωγράφισε ο Ντορέ. Ψηλός, ξερακιανός, με μούσι τράγου.
«Ο αγώνας συνεχίζεται», μου είπε εμπιστευτικά. Τα μάτια του ήταν γαλανά, ξεπλυμένα.
«Είμαστε πολλοί – κι ας μη φαινόμαστε», συνέχισε. «Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο».
Σώπαινα. Τι να πω;
Μετά με έπιασε από τους ώμους και κοιτώντας με στα μάτια, μου εξήγησε το πρόβλημά του. «Για να πετύχουμε, όμως, χρειαζόμαστε πιστούς υπηρέτες. Πάντα εμείς οι ιππότες βασιζόμασταν στους υπηρέτες μας. Ο Σάντσο Πάντσα τάιζε και ξύστριζε τον Ροσινάντε, ετοίμαζε και το δικό μου φαγητό. Χωρίς αυτόν είμαι άχρηστος. Έχετε μήπως κανέναν εδώ;»
Τι να του πω; Ότι τριάντα χρόνια ψυχίατρος είχα δει αρκετούς Δον Κιχώτες, αλλά ούτε έναν Σάντσο;


Δίποντο

του Π. Ένιγουεϊ

Πετάχτηκα στον ύπνο μου απ’ τη φασαρία. Φόρεσα τις παντόφλες και πήγα στο σαλόνι. Ο ένας πετούσε βιβλία στον άλλο! Τα μισά βιβλία μου πεταμένα στο πάτωμα!
«Τι συμβαίνει; Πάλι τα ίδια;»
«Αυτός άρχισε πρώτος!»
«Δεν τον αντέχω άλλο! Τη μια με βάζει να ξιφομαχώ με τουλούμια γεμάτα κρασί, την άλλη να ορμώ με το δόρυ μου σε ανεμόμυλους, την τρίτη να κυνηγάω λευκές φάλαινες στα πέρατα της γης… Δεν υποφέρεται πια! Εμένα βρήκε να κοροϊδέψει;»
Και συνέχισαν το βιβλιοχαμό!
Τους πήρα και τους δύο και τους πέταξα απ’ το παράθυρο κατευθείαν απέναντι στον ανοιχτό κάδο ανακύκλωσης.
Τους τόμους.


Στη σπηλιά του Μοντεσίνος

του Γιώργου Λυκοτραφίτη

Προσπαθώντας να ξεχάσω τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα μου, αποφάσισα να κατεβώ στα μυστηριώδη υπόγεια μπάνια.
Η σπηλαιώδης κάθοδος, με τα υγρά σκαλιά, δεν υποσχόταν τίποτα καλό. Αφού κατέβηκα τα σαράντα σκαλοπάτια, στο αμφίβολο φως που λαμπτήρες καλυμμένοι από έγχρωμες ζελατίνες διέχεαν στο χώρο, διέκρινα άντρες να συνομιλούν, πίνοντας στο μπαρ ή απλώς περιμένοντας.
Η υγρασία και το ημίφως, υποβοηθούμενα από την κούραση της μέρας, μετ’ ολίγου με έκαναν να αποκοιμηθώ. Αν και εκείνος ο ύπνος δεν διήρκεσε πάνω από μία ώρα, όπως το ρολόι τοίχου απέδειξε, εγώ αισθάνθηκα ότι κοιμήθηκα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Στα όνειρα αυτού του αμφίβολου χρόνου παρουσιάστηκαν μορφές που, από μαθητή, με συνόδευαν: είδα τον Οιδίποδα τυφλό, τον Άμλετ και, ακόμη, τον Αλιόσα και τον Ιβάν Καραμαζόφ.
Ο πατέρας έλεγε να μην αφήνω βιβλία στο υπνοδωμάτιο, επειδή, ισχυριζόταν, δηλητηρίαζαν τα όνειρα και, κατ’ επέκταση, όλη τη ζωή.
Όμως δεν υπάκουσα.


Δον Κιχώτης για κλάματα

του Γιάννη Παγώνη

Λένε ότι, πεθαίνοντας, ολάκερη η ζωή περνάει αστραπηδόν από μπροστά σου.
Και ψέματα δεν είναι…
Πιάσαμε λιμάνι απομεσήμερο και με την Καίτη συνοδηγό τράβηξα βόρεια. Πριν το Καλυβάρι, φάνηκαν οι γιγάντιες ανεμογεννήτριες να στροφάρουν μέσα σε μελτέμι δυνατό.
Πάρκαρα στο πλάτωμα.
Από το πορτμπαγκάζ ξέθαψα καλάμι ψαρέματος, το σώμα μιας κατσαρόλας που έσερνα αντάμα για οικονομία, καθώς και το κοντάρι της ομπρέλας θαλάσσης. Έτσι, στημένος θεατρικά καταντικρύ στα σιδερένια θεριά, φωτογραφήθηκα από τη σύζυγο, ως Δον Κιχώτης εν επιθέσει.
Φθινόπωρο, ένα φακελάκι έγινε αιτία να με βάλουν σε αργία και, σα να μην έφτανε, η λεγάμενη μαθαίνοντας για κάποια τσιλιμπουρδίσματα και τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσα ερήμην της μου έδωκε πασαπόρτι.
Μέσα στο χαρτόκουτο που ξαπόστειλε, ανέσυρα κι εκείνη τη φωτογραφία της Άνδρου, με γραμμένη πίσω τη φράση: «Δον Κιχώτης για κλάματα».
Μέχρι την ευλογημένη ώρα που θρόμβος με σώριασε, την κρατούσα τσακισμένη στο πορτοφόλι μου.


Ο  σύντροφος

του Σπύρου Παππά

Κατέβηκε απ’ το άλογο. Έβγαλε την τσίγκινη λεκανίτσα απ’ το κεφάλι και ακούμπησε το καχεκτικό κορμί του σ’ έναν τοίχο. Ιδρώτας έσταζε πάνω στο θώρακα. Τον πλησίασε και του προσέφερε ένα παγούρι με νερό. Έδεσε, βιαστικά, το γαϊδουράκι σ’ έναν πάσσαλο και κάθισε δίπλα του. Εκείνος ήπιε μερικές γερές γουλιές. Έβρεξε το μέτωπό του και ακούμπησε το παγούρι στο χώμα. Του ζήτησε τσιγάρο. Έβγαλε, αμέσως, ένα τσαλακωμένο πακέτο και του έδωσε. Το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Ξεφυσώντας τον καπνό, γύρισε αργά και του είπε:
«Πάντως, είσαι αληθινός σύντροφος, να ξέρεις».
Ο Ακίμ τού έκλεισε το μάτι, λέγοντας:
«Έλα, Φρανσίσκο, πρέπει δυστυχώς να σηκωθούμε. Ο τρελός, απέναντι, μας φωνάζει πάλι για γύρισμα. Θέλει, λέει, έως το τέλος του χρόνου να έχουμε τελειώσει την ταινία».


Ο Σάντσο βλαστημάει

του Σπύρου Παύλου

Ο Γιώργος Κιμούλης κατέβηκε από το άλογο, φωνάζοντας στον Σάντσο Πάντσα που τον ακολουθούσε πάνω στο ακίνητο, ξύλινο γαϊδουράκι του: «Σάντσο, σταμάτα, μέχρι εδώ».
Ο Σάντσο γύρισε το βλέμμα του δεξιά-αριστερά, κοίταξε πέρα μπροστά  να δει το πανδοχείο, στο οποίο, όπως του είχε υποσχεθεί ο Δον Κιχώτης, θα είχαν ένα απολαυστικό δείπνο, αλλά το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν τις άδειες θέσεις τού θεάτρου, το σκηνικό της παράστασης και τη Δουλτσινέα που στεκόταν στο τέλος του διαδρόμου, κάτω από τη φωτεινή επιγραφή «Έξοδος».
Ο Κιμούλης έβγαλε το κράνος, ακούμπησε την ασπίδα του στη ζωγραφισμένη ελιά κι έμεινε με τη φόρμα. Άφησε τον Οκνομπροστάρη ελεύθερο να βοσκήσει στο γρασίδι της σκηνής και βάδισε προς το καμαρίνι του.
Ο Σάντσο έριξε μια βλαστήμια αλλά, ως  πειθήνιος επαγγελματίας, ακολούθησε τον Κιμούλη, απογοητευμένος, γνωρίζοντας, για μια ακόμη φορά, ότι οι υποσχέσεις του Δον Κιχώτη ήταν ίδιες με τις περιπέτειές του.


Εκδικητής

της Γαλήνης Σαουλίδου

Ακούς πρώτα τα πέταλα του αλόγου στην άσφαλτο, κοιτάζεις απ’ το παράθυρο, απίστευτο, ο Δον Κιχώτης, ο ήρωας των παιδικών σου χρόνων, στέκεται εκεί, στο πεζοδρόμιο και περιμένει να του ανοίξεις. Σκουπίζεις γρήγορα τα δάκρυα, κατεβαίνεις με τις παντόφλες, ήρθες την κατάλληλη στιγμή, γενναίε ιππότη, δεν αντέχω άλλο, ο διευθυντής μου με κάνει κάθε μέρα σκουπίδι, τα ξέρω όλα ευγενέστατη δέσποινα, ας μη χάνουμε καιρό. Να ’μαστε κιόλας στο γραφείο του, ποιος είστε, κύριε; οι Απόκριες αργούν ακόμα, τα λόγια στην περίπτωσή σου περιττεύουν καταραμένο κάθαρμα, το σπαθί του ιππότη κατεβαίνει με δύναμη, χαρτιά αιωρούνται και διασκορπίζονται στο πάτωμα, ο διευθυντής πέφτει αιμόφυρτος απ’ την καρέκλα, πλήρωσε και με το παραπάνω την απαίσια συμπεριφορά του, αγκαλιάζεις τον ιππότη γεμάτη ευγνωμοσύνη, ανεβαίνετε κι οι δύο στον Ροσινάντη, δεν καλπάζει, πετάει, τα πόδια του ίσα που αγγίζουν τις κεραίες των πολυκατοικιών, άδικα στενοχωριόσουν, η λύση ήταν τελικά τόσο απλή.


Τι έγινε στον πύργο όπου έμεναν ο Δον Κιχώτης με τον ιπποκόμο του

του Φίλιππου Φιλίππου

H Αλτισιδόρα βγήκε από το δωμάτιο, κάνοντας πως σκουπίζει τα δάκρυά της μ’ ένα μαντίλι. Ένιωθε ταπεινωμένη που ο Δον Κιχώτης δεν δέχτηκε τον έρωτά της. Ωστόσο, δεν απομακρύνθηκε. Πήγε στο τέρμα του διαδρόμου και παραφύλαξε μέχρι να φύγουν οι δούκες. Θέλοντας να τιμωρήσει τον ιππότη ελεεινής μορφής που την απέκρουσε, σκαρφίστηκε μια παράξενη ιδέα.
Μόλις είδε τον Δον Κιχώτη να πηγαίνει προς νερού του, μπήκε στο δωμάτιο και ξεγύμνωσε το στήθος της. Ο Σάντσος σάστισε. Η Αλτισιδόρα τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Το στόμα της κόλλησε στο δικό του, το χέρι της ψαχούλεψε ανάμεσα στα πόδια του. Εκείνος, εντελώς απροετοίμαστος, τράβηξε το κεφάλι του, λέγοντας:
«Αγαπάω τη γυναίκα μου, δεν μπορώ να την απατήσω».
«Είσαι ανόητος».
«Το κοκόρι μου δεν μπορεί να τραγουδήσει».
«Είστε κι οι δύο τρελοί για δέσιμο», του είπε θυμωμένη η Αλτισιδόρα.


Ο Δον Κιχώτης γεννήθηκε και για μένα

της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Φρονιμότατε Σεΐτ Χαμίτ,

Μάθε πως ο Δον Κιχώτης γεννήθηκε και για μένα. Ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Τούτο γιατί επέδειξε μια ακραία αδυναμία της φαντασίας. Έχει ανάγκη τη δράση για να εκπληρωθούν οι βαθύτεροι πόθοι της. Εγώ, αντιθέτως, δεν βγήκα ποτέ από τη βιβλιοθήκη μου. Ζω απομονωμένος, φέρνοντας στο φως τους ήρωες των αναγνωσμάτων μου. Διαχειρίζομαι την έκσταση μόνο με το νου, το πνεύμα μου και μόνο καλπάζει, εγώ, ο ιππότης της ανάγνωσης. Στα σύννεφα έχτισα την επικράτειά μου και χάρισα ένα νησί στον υπηρέτη μου.
Θλίβομαι για τη γελοιοποίηση στην οποία τον έχετε υποβάλει τόσα χρόνια. Και όμως δεν θα είχε ανάγκη τους κακόβουλους μάγους να σώσουν τα προσχήματα αν είχε το σθένος να μην επιχειρήσει την έξοδο από το χωριό του, να μη ζητήσει άλλη εκπλήρωση πλην αυτής στη φαντασία του.
Αυτό που ζω είναι αυτό που ονειροπολώ.

Φερνάντο  Καέιρο
.


Αποσκευή

του Αντώνη Ψάλτη

Ο Αλόνσο Κιχάνος, που συνήθιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να υπογράφει τ’ όνομά του με το άλφα εντός κύκλου, έστρεψε το ύστατο βλέμμα του στα διακοσμητικά σουβενίρ από το θερινό ταξίδι στην Βαρκελώνη· έκλεισε και κλείδωσε, διά παντός, τη θύρα της εργένικης γκαρσονιέρας και με το μυαλό του ελεύθερο και καθαρό, χωρίς τις σκοτεινές σκιές που πάνω του έριχνε το πικρό και συνεχές διάβασμα των ιπποτικών, όπως τα παρομοίαζε, βιβλίων, ξεκίνησε για τη βάρδια του, φύλακας φυλακών, έχοντας ήδη κατά νου πως ο επόμενος θα τον έβρισκε να έχει σημαδέψει την καρδιά του με το υπηρεσιακό πιστόλι. Όπως και έγινε. Δίχως σημείωμα. Δίχως εξήγηση. Παρά μονάχα σε μια χαραμάδα των ματιών του στιλπνά να καθρεφτίζονται, ακόμη, ένα ξύλινο κοντάρι κι ένα μπρούτζινο λεγένι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου