Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Βιβλιοκριτική του Νίκου Ξένιου για το Τραγούδια του έρωτα και της βροχής του Σέρζι Πάμιες


Το τέλος του έρωτα με τη ματιά ενός κυνικού. Ή, η επαναδιαπραγμάτευση του έρωτα υπό το πρίσμα του θανάτου. Η παράλυση του συναισθήματος μια βροχερή μέρα, με αφορμή ένα επουσιώδες γεγονός. Ή, η εξισορρόπηση ανάμεσα στη σοβαρότητα του θανάτου και την ελαφρότητα της ζωής.
Πρωτότυπο ύφος γραφής, και μάθημα ζωής από τον καταλανό συγγραφέα Σέρζι Πάμιες, στη συλλογή αφηγημάτων του Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, από τις εκδόσεις «Πάπυρος»/letras και σε πολύ καλή μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (που, μεταξύ άλλων ισπανόφωνων, έχει μεταφράσει στη χώρα μας Σάμπατο και Μονταλμπάν). Πρόκειται για είκοσι έξι μικρές μελαγχολικές ιστορίες, δομημένες με τον ιδιάζοντα τρόπο ενός δημοσιογράφου που παρατηρεί θυμοσοφικά τις ειρωνικές συγκυρίες της καθημερινότητας.

Η πρώτη φράση του τρωτού ενήλικα
Οι λογοτεχνικοί κριτικοί γράφουν πως ο Σέρζι Πάμιες «με αφηγηματική ακρίβεια αρνείται τα στερεότυπα της ρομαντικής προσέγγισης στον έρωτα και τη ζωή»[1], «αποκαθαίροντας την πρόζα του από την ωμότητα και την απροσχημάτιστη καυστικότητα»[2], και ρέποντας προς τον ερμητισμό. Εντοπίζουν τα θέματά του: τα «απόνερα» του έρωτα, τις μνήμες της οικογένειας που έχουν εγκατασταθεί στο ασυνείδητο, την απουσία των αγαπημένων προσώπων και τη συνειδητή αναφορά στην εμπειρία του συγγραφέα-που είναι οιονεί παρών και παρακολουθεί τη συγγραφή[3].  Συνθέτοντας «φράσεις ισότιμης βαρύτητας, από την αρχή έως το τέλος κάθε εξιστόρησης»[4], ο Πάμιες κατακτά τον ευρωπαϊκό Τύπο, ως υπόδειγμα στυλ και φροντισμένης γραφής[5], ως συγγραφέας με ιδιαίτερο, προσωπικό χιούμορ, στις αφηγήσεις του οποίου μεγάλη βαρύτητα φέρει η εναρκτήρια φράση.
Τα ιδιαίτερα σύντομα κείμενα της συλλογής επικεντρώνουν στο ζήτημα της προσωπικής αποτυχίας, ακολουθώντας ρυθμό βομβαρδιστικό, που παραπέμπει στις ταινίες του Γούντι Άλεν, ή -σε μια ευρύτερη προσέγγιση- στο αναρχικό αυτό λογοτεχνικό είδος όπου ο αφηγητής δεν απελπίζεται, αλλ’ αυτοσαρκάζεται, με ακρίβεια ορθολογικού πεσιμισμού που σοκάρει. «Σε ένα σύμπαν όπου ο Φου Μαντσού αποτελεί βέβαια, απειλή, αλλά όχι πραγματική απειλή»[6]. Ο ήρωας, με την αφορμή, πχ, της αποτέφρωσης της ετοιμοθάνατης μητέρας του, ακυρώνεται υπαρξιακά, διαλύεται συναισθηματικά, γίνεται τρωτός και αναγορεύεται «ήρωας» με την επική σημασία του όρου: η αμφιθυμία του έναντι του αριστερού προφίλ της πάλαι ποτέ ακτιβίστριας «capitana» που υπήρξε η μητέρα του, συντίθεται σ’ ένα θαυμαστό χαρμάνι συναισθημάτων, ανάμεσα στα οποία προέχει το πένθος και όπου παραμένει ημιτελής η επικοινωνιακή πράξη μιας αφήγησης: αυτής που πεισματικά αρνήθηκε η μητέρα του να κάνει. 

Λίγη ζωή ακόμα
Ο Πάμιες προτίθεται να άρει το στερεότυπο πως οι μυθιστοριογράφοι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, συνθέτοντας παράδοξες ιστορίες όπου η συνείδηση του Εαυτού μετεξελίσσεται σε τελετουργικό ανώνυμης υπόσκαψης όλων των δομικών στοιχείων της ταυτότητας των αφηγητών. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για αυτοβιογραφική αναφορά, όταν, στο διήγημα «Νέα Υόρκη 1994» ο αναγνώστης επισκέπτεται το αλλόκοτο τοπίο υποχονδριακής φοβίας που υποσκάπτει την απόλαυση της στιγμής όταν ο αφηγητής συναντά το ίνδαλμά του, τον Πώλ Όστερ: το αποτέλεσμα είναι μια ανεπανάληπτη αποκάλυψη των προσωπικών αδιεξόδων και της ανασφάλειας ενός συγγραφέα που οριακά διαφεύγει της ναρκισσιστικής καθήλωσης. Το αποκαθαρμένο ύφος και ο περιεκτικός, άμεσος τόνος των αφηγήσεων αυτών προδίδουν τη βαθιά του παρατήρηση στα ανθρώπινα: «Ένα βράδυ, που δεν μπορεί πλέον να κινηθεί, νιώθει ότι η αγάπη σχηματίζει θρόμβους στο αίμα του και, κυριολεκτικά, τον πνίγει. Ξαπλωμένος στο ασθενοφόρο που με αδύναμη φωνούλα κατάφερε να καλέσει από τηλεφώνου, αναπολεί τις εποχές όπου ήταν ακόμα ικανός να αγαπάει με ένα τρόπο φυσικό, δίχως να έχει συνείδηση αυτού του πράγματος. Η αίσθηση πανικού έρχεται σε αντίθεση με την ηρεμία που τον περιβάλλει: η ακινησία του αέρα, το άγγιγμα της πιζάμας, η επαγγελματική αδιαφορία των νοσοκόμων και η εγγύτητα της άλλης ζωής. Άν είχε ακόμα δυνάμεις, ο άντρας θα ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί της και να της χαρίσει όλη την αγάπη που έχει, με αντάλλαγμα λίγη ζωή ακόμα. Κι ας είναι δίχως αγάπη»[7]. 
Ανασκαλεύοντας κομμάτια από διαφορετικά, εκ πρώτης όψεως, παρελθόντα -που όμως στην ουσία συνθέτουν ένα άρτιο μνημονικό πορτραίτο-, επανεκτιμά το συναίσθημα του παρελθόντος και μεταφέρει μιαν ολοκληρωμένη πλοκή στο παρόν, μέσα από στερεότυπες εικόνες που επαναλαμβάνονται: τη μητέρα, την ομελέττα με τις αγκινάρες, το μήνυμα στον τηλεφωνητή, το φυτό που μεγαλώνει με ψέμματα, το έμβρυο που αρνείται να γεννηθεί πριν ο πατέρας του γυρίσει από τον πόλεμο, το rewind που ακυρώνει την εξέλιξη των πραγμάτων στον χρόνο, το ανοικτό φέρετρο και την ξεχασμένη κηδεία, τον ημιτελή έρωτα: «Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία στα ράφια βρήκα το λογαριασμό από το εστιατόριο όπου φάγαμε τη μέρα που με παράτησες»[8]. Αλλού η  φοβία γίνεται κινητήριος δύναμη της πλοκής: «Την ώρα που ο υπάλληλος αλλάζει τους κωδικούς και όλα τα στοιχεία της προηγούμενης κράτησης, δεν μπορεί να σταματήσει να ακούει μια εσωτερική φωνή που του θυμίζει τις ιστορίες ανθρώπων που την τελευταία στιγμή άλλαξαν πτήση και σώθηκαν από μια καταστροφή».[9] Στο διήγημα εκείνο όπου ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων ομοτέχνων του, καλείται να επιλέξει είκοσι από τα αγαπημένα του διηγήματα του εικοστού αιώνα και να τα συμπεριλάβει στη λίστα ενός περιοδικού, η διαδικασία της δημόσιας έκθεσής του και η ανασφάλειά του για την υστεροφημία μεταστοιχειώνεται σε (αυτοαναφορική) βάσανο: «Τον ανησυχεί περισσότερο η πιθανότητα κάποιος από τους συγγραφείς, ο οποίος αρχικά είχε αποφασίσει να συμπεριλάβει κάποιο από τα διηγήματά του στη συλλογή του περιοδικού, να το έχει ξαναδιαβάσει, να έχει αντιληφθεί ότι το κείμενο έχει γεράσει πρόωρα και, την τελευταία στιγμή, να το έχει αποκλείσει».

Ο συγγραφέας «από πάνω»
Σε κάποια διηγήματα της συλλογής ο Συγγραφέας έχει ενεργό συμμετοχή: δρα, σχολιάζει, υποπίπτει σε αμήχανα σφάλματα, προσπαθεί να διαφύγει της προσοχής του αναγνώστη. Είναι παρών και αποδύεται σε αγώνα εξολόθρευσης του μοναδικού μάρτυρα της ύπαρξής του, που είναι φυσικά ο αναγνώστης. Δίνει, έτσι, την πρωτοβουλία (ή την ψευδαίσθηση της πρωτοβουλίας) στον αναγνώστη του να επηρεάσει την εξέλιξη της ιστορίας, που έτσι κι αλλιώς τον αφορά: η επιλογή του να μείνει ζωντανός ο αναγνώστης αποβλέπει στο να συνεχίσει να υπάρχει και ο ίδιος. Αυτή η αφηγηματική μέθοδος δεν είναι πρωτοφανής στη λογοτεχνία, όμως ο Πάμιες, υπερβαίνοντας την απλή, δημοσιογραφική ιταμότητα, προχωρεί σε αξιοσημείωτα επίπεδα «εξαντικειμένισης» του συναισθήματος. Διακωμωδώντας τους μύθους που περιβάλλουν την ιερότητα της οικογένειας, τον αγώνα της Αριστεράς, τον αναρχισμό, τη θρησκεία, αλλά και τη φιλολογίζουσα προσέγγιση της λογοτεχνίας, ο καταλανός συγγραφέας σκιαγραφεί, μέσα από τα ερεθίσματα του εφήμερου κόσμου μας, «ένα μεγάλο μέρος του πόνου και της χαράς του εικοστού αιώνα»[10].
Ο Σέρζι Πάμιες γεννήθηκε στη Gennevilliers, ένα υποβαθμισμένο banlieu του Παρισιού το 1960, από οικογένεια διωκόμενων πολιτικών προσφύγων. Η οικογένειά του επέστρεψε στη Βαρκελώνη το 1971 και ο ίδιος εμφανίστηκε στα καταλανικά γράμματα με τη συλλογές διηγημάτων T’hauria de caure la cara de vergonya το 1986 και τη συλλογή Infecció το 1987 και τρία χρόνια μετά μπήκε στο «εκπορνευμένο επάγγελμα των media», όπως αυτοσαρκαζόμενος λέει ο ίδιος. Με το La primera pedra (1990) έδωσε έναρξη στο μυθιστορηματική του παραγωγή, ενώ ακολούθησαν τα L’instint (1992) και Sentimental (1995). Έδειξε σαφή προτίμηση στη μικρή φόρμα το 1997 με το βιβλίο La gran novel·la sobre Barcelona, το 2000 με το L’últim llibre del Sergi Pàmies, το 2006 με το Si menges una llimona sense fer ganyotes (Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; Εκδόσεις Πάπυρος, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος - Ευρυβιάδης Σοφός], και με τα: Bicicleta estàtica (Το στατικό ποδήλατο, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) και Cancons d’amor i de pluja, το 2013. Αρθρογραφεί στη Vanguardia και έχει μεταφράσει στα Καταλανικά Aπολλιναίρ, Εσνόζ, Τουσαίν, Κριστόφ κ.ά.

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας

[1] Πατρίθιο Προν, από τις Letras Libres
[2] Πονθ Πινδεβάλ, από το Quadern
[3] Μανουέλ Ολέ, από το L’Avenç
[4] Χόρντι Γιαβίνα,  από την El Mundo Tendències
[5] Χούλια Γκιγιαμόν,  από τις «Culturas» της Vanguardia
[6] «...dans un univers dans lequel Fu Manchu est une menace, certes, mais pas une menace pour de vrai» (Sergi Pamies, Chancons d’amour et de pluie).
[7]Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, Δεύτερο Τραγούδι, σελ. 58-59
[8]Το ίδιο, Τρίτο Τραγούδι, σελ. 83
[9]Το ίδιο, Τέταρτο Τραγούδι, σελ. 124
[10]Jacinto Antón, από το «El País» 


Τραγούδια του έρωτα και της βροχής
Sergi Pàmies
Μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πάπυρος 2015
Σελ. 192



Πρώτη δημοσίευση: www.bookpress.gr, 29/5/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου