Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Σε αναζήτηση του χαμένου παραδείσου. Η ισπανική ποιητική γενιά της δεκαετίας του 1950, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Μιγκέλ δε Ουναμούνο, Αντόνιο Ματσάδο, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Λουίς Θερνούδα, Μιγκέλ Ερνάντεθ… Η ισπανική ποίηση του 20ού αιώνα έχει να παρουσιάσει μορφές παγκόσμιου βεληνεκούς, ταυτόχρονα, όμως, έζησε, όσο ποτέ προηγουμένως στη μακραίωνη ιστορία της, κάτω από την επιρροή και το βάρος [για να μην πούμε «την απερίσκεπτη χρήση» του όρου (Gambarte, 1996)] των «λογοτεχνικών γενεών», ένας όρος ο οποίος, σύμφωνα με τον José Carlos Mainer (1982), «χρησιμεύει για να καταδείξει την είσοδο στην ιστορία κάποιων ομάδων με σχετική συνοχή που, κατά τη διάρκεια μικρών συνήθως χρονικών περιόδων, δίνουν με σχετικά κοινό τρόπο διάφορες μαρτυρίες για την πραγματικότητα της εποχής τους». Από το Συμβολισμό  των Ρουμπέν Νταρίο και Αντόνιο Ματσάδο, στα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι τους Μετανεώτατους [Postnovísimos] (Λουίς Γκαρθία Μοντέρο, Μπλάνκα Αντρέου κ.λπ.) που ανακάλυψε; ο Αντόνιο Λουίς δε Βιγένα στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές εκείνης του 1990, οι ισπανοί ποιητές κατατάχτηκαν, ταξινομήθηκαν, εξετάστηκαν και παρουσιάστηκαν, σε όλες σχεδόν τις μελέτες που τους αφορούν, κάτω από το πρίσμα αυτού του μάλλον αυθαίρετου, αλλά τόσο αναγκαίου για τους μελετητές, κατακερματισμού. Ενδιάμεσα υπήρξαν πολλοί σταθμοί: η Γενιά του 27 (των Λόρκα, Αλμπέρτι, Θερνούδα, Σαλίνας κ.λπ.), η Κοινωνική Ποίηση των Ιέρο, Μπλας δε Οτέρο ή Κρέμερ, η Γενια του 1950 (Άνχελ Γκονθάλεθ, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, Φρανθίσκο Μπρίνες κ.λπ.), οι Νεότατοι ποιητές της δεκαετίας του ’70 (Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο, Γκιγέρμο Καρνέρο κ.λπ.) και πολλοί άλλοι. Οι σκοπιμότητες της χρήσης αυτών των διαχωρισμών είναι πολλές (όσες ίσως και οι αντιρρήσεις απέναντι σε αυτό τον κατακερματισμό), η σημαντικότερη όμως δεν παύει να είναι η ανάγκη των ιστορικών της λογοτεχνίας να οργανώσουν, πάνω στο χαρτί πάντα, βάσει κάποιων συνήθως αμφιλεγόμενων κριτηρίων (ημερομηνία ή τόπος γέννησης των δημιουργών, λογοτεχνικό ύφος, θεματολογία, κ.λπ.) τη λογοτεχνική πραγματικότητα και να κατατάξουν τους συγγραφείς με τέτοιο τρόπο ώστε να κατορθώσουν να «τιθασεύσουν» και να μελετήσουν ένα φαινόμενο, το λογοτεχνικό, που στην πραγματική του διάσταση ήταν, είναι και θα παραμείνει (ευτυχώς) χαώδες και πολύσημο. Πολύ περισσότερο στις μέρες μας, όταν ο μεγάλος αριθμός των θεραπόντων της ποιητικής τέχνης στην Ισπανία καθιστά όλο και πιο δύσκολη τη χρήση του όρου «γενιά»· πλέον γίνεται λόγος για «τάσεις», «ομάδες» (Martínez Cachero, 2005) ή ακόμα και για «κολεκτίβες».
            Τα ποιήματα και οι ποιητές που παρουσιάζουμε στη συνέχεια ανήκουν στη λογοτεχνική γενιά της δεκαετίας του 1950 και έχουν επιλεγεί από την ανθολογία La promoción poética de los 50 του καθηγητή Λουίς Γκαρθία Χαμπρίνα (δεν πρέπει να παραβλέψουμε το σημαντικό ρόλο που έχουν παίξει, ήδη από την εποχή της Poesía española. 1915-1931 του Χεράρδο Ντιέγο, οι ανθολογίες στη διαμόρφωση και την πρόσληψη του ποιητικού τοπίου στην Ισπανία). Είναι, όμως, χρήσιμο και ενδιαφέρον να αναφερθούμε, συνοπτικά, στις ιστορικές συγκυρίες που γέννησαν ή τουλάχιστον υπήρξαν μάρτυρες της γέννησης της εν λόγω γενιάς. Τη δεκαετία του 1950, στην καρδιά του φρανκικού «μεσαίωνα», η χώρα αρχίζει να παρουσιάζει μια σχετική οικονομική ανάκαμψη: ο ΟΗΕ αίρει τα μέτρα ενάντια στο καθεστώς του Φράνκο, η χώρα ανακτά το επίπεδο ζωής που είχε πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, ενώ καταργείται και το δελτίο στο ψωμί (Perdraza Jiménez κ.ά., 1997). Είναι επίσης η δεκαετία που αρχίζουν δειλά οι πρώτες απεργίες, παρ’ όλα αυτά, όμως, η καθημερινότητα εκτυλίσσεται υπό το άγρυπνο βλέμμα του καθεστώτος, όπως βέβαια και η πνευματική ζωή του τόπου που έχει να ξεπεράσει, επιπλέον, το σκόπελο της διπλής λογοκρισίας, του κρατικού μηχανισμού και της εκκλησίας.
            Στο λογοτεχνικό τοπίο εκείνης της περιόδου κυριαρχεί η στρατευμένη λογοτεχνία (Barroso κ.ά., 2000) που προσπαθεί να αποτυπώσει με απόλυτη πιστότητα τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, η λογοτεχνία, δηλαδή, των νεαρών πεζογράφων του κοινωνικού ρεαλισμού (Αλδεκόα, Μαρτίν Γκάιτε, Σάντσεθ Φερλόσιο κ.λπ.) και της αντισυμβατικής ομάδας της κοινωνικής ποίησης (Μπλας δε Οτέρο, Θελάγια ή Ιέρο).
           Σε αυτό το κοινωνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον, ξεπροβάλλει η ποιητική γενιά της δεκαετίας του 1950, μια ετερογενής ομάδα τα μέλη της οποίας, σύμφωνα με τους Felipe Pedraza και Milagros Rodríguez (2000), απορρίπτουν «τον κοινωνικό ρεαλισμό που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή, αν και κάποιοι από αυτούς δεν παύουν να έχουν κοινά σημεία με το εν λόγω κίνημα […] Οι ποιητές αυτής της γενιάς δεν αποστασιοποιούνται από τα κοινωνικά προβλήματα, ενδιαφέρονται, όμως, περισσότερο για το προσωπικό βίωμα, την εμβάθυνση στην ψυχή των ανθρώπινων όντων τα οποία, πάντως, λειτουργούν στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου». Είναι πολλά τα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για να προσδιορίσουν αυτή τη γενιά («γενιά του 1950», «του 1955», «του 1960», «δεύτερη μεταπολεμική γενιά», «γενιά Ροντρίγκεθ-Μπρίνες» και πολλά άλλα) [Jambrina, 2000], όπως πολλά είναι και τα ονόματα των ποιητών που σύμφωνα με τους μελετητές ανήκουν σε αυτή: Άνχελ Γκονθάλεθ, Χοσέ Μανουέλ Καμπαγέρο Μπονάλντ, Κάρλος Μπαράλ, Χοσέ Αγκουστίν Γκοϊτισόλο, Χάιμε Χιλ δε Μπιέδμα, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, Κλάουντιο Ροντρίγκεθ, Ελάδιο Καμπανιέρο, Κάρλος Σααγούν, Μανουέλ Μαντέρο, Χοακίν Μάρκο και Φρανθίσκο Μπρίνες. Εμείς, από όλους αυτούς, έχουμε επιλέξει πέντε ποιήματα των πιο χαρακτηριστικών αντιπροσώπων αυτής της γενιάς και τα παρουσιάζουμε τόσο στο πρωτότυπο όσο και μεταφρασμένα στα ελληνικά, ας τα απολαύσουμε.          


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Barroso Gil, Asunción και άλλοι. Introducción a la literatura española a través de los textos, IV τόμος, ISTMO, Μαδρίτη, 2000.
Gambarte, Eduardo Mateo. El concepto de generación literaria, Síntesis, Μαδρίτη, 1996.
García Jambrina, Luis. La promoción poética de los 50, Espasa Calpe, Μαδρίτη, 2000.
Mainer, José Carlos. “El problema de las generaciones en la literatura española contemporánea”, Πρακτικά του IV Διεθνούς Συνεδρίου Ισπανιστών (1971), Σαλαμάνκα, 1982.
Martínez Cachero, José María, “Siglo xx”, στο J. Menéndez Peláez και άλλοι, Historia de la Literatura Española, Everest, 439-849, Λεόν, 2005.   
Mora, Vicente Luis. Singularidades. Ética y poética de la literatura española actual, Bartleby Editores, Μαδρίτη, 2006.
Pedraza Jiménez, Felipe B. y Rodríguez Cáceres, Milagros. Las épocas de la literatura española, Ariel, Βαρκελόνη, 1997.
Pedraza Jiménez, Felipe B. y Rodríguez Cáceres, Milagros. Historia esencial de la literatura española e hispanoamericana, EDAF, Μαδρίτη, 2000.
Pérez Rosado, Miguel. El último tercio del siglo (1968-1998)” στην ηλεκτρονική σελίδα www.spanisharts.com, ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2007.


ΠΕΝΤΕ ΙΣΠΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 1950


Άνχελ Γκονθάλεθ [Ángel González]
(Οβιέδο, 1925 - Μαδρίτη, 2008)

[AQUÍ, MADRID, MIL NOVECIENTOS]

Aquí, Madrid, mil novecientos
cincuenta y cuatro: un hombre solo.

Un hombre lleno de febrero,
ávido de domingos luminosos,
caminando hacia marzo paso a paso,
hacia el marzo del viento y de los rojos
horizontes –y la reciente primavera
ya en la frontera de abril lluvioso... –.

Aquí, Madrid, entre tranvías
y reflejos, un hombre: un hombre solo.

–Más tarde vendrá mayo y luego junio,
y después julio y, al final, agosto–.

Un hombre con un año para nada
delante de su hastío para todo.



[ΕΔΩ, ΜΑΔΡΙΤΗ, ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ]

Εδώ, Μαδρίτη, χίλια εννιακόσια
πενήντα τέσσερα: ένας άντρας μόνος.

Ένας άντρας γεμάτος Φλεβάρη,
πεινασμένος για ηλιόλουστες Κυριακές,
περπατώντας βήμα το βήμα προς το Μάρτη,
προς το Μάρτη τ’ ανέμου και των κόκκινων
οριζόντων –και της πρόσφατης Άνοιξης
στα σύνορα ήδη του βροχερού Απρίλη…–.

Εδώ, Μαδρίτη, ανάμεσα σε τραμ
και αντανακλάσεις, ένας άντρας: ένας άντρας μόνος.

–Αργότερα θα έρθει ο Μάης και μετά ο Ιούνης,
και έπειτα ο Ιούλης, κι ο Αύγουστος στο τέλος–.

Ένας άντρας με έναν ολόκληρο χρόνο για το τίποτα
μπροστά στην ανία του για τα πάντα.

spero mundo / Αψύς κόσμος, 1956)


Χοσέ Μανουέλ Καμπαγέρο Μπονάλντ [José Manuel Caballero Bonald]
(Χερέθ δε λα Φροντέρα, 1926)

DEMASIADAS PREGUNTAS

Algún día no menos improbable que otros, cuando la petulancia ceda su turno a la apatía, podré saber quién soy. Pero tal vez entonces ya no quiera saberlo. Para qué voy a querer saberlo si quizá ese día no haya conmigo nadie que se parezca a mí. ¿En qué espejo que el tiempo habrá estragado se mirará mi semejante? Sólo se reconoce quien se olvidó de pronto de sí mismo. Aún convive el recuerdo enemistado con la historia.



ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΠΟΛΛΕΣ ΕΡΩΤΉΣΕΙΣ

Μια μέρα, όχι λιγότερο απίθανη από κάποιες άλλες, όταν η κενοδοξία θα παραχωρήσει τη θέση της στην απάθεια, θα μπορέσω να μάθω ποιος είμαι. Αλλά, μπορεί τότε να μην θέλω να το μάθω. Γιατί να θέλω να το μάθω αν εκείνη τη μέρα μπορεί να μην υπάρχει κοντά μου κανένας που να μου μοιάζει. Σε ποιον καθρέφτη, που θα τον έχει φθείρει ο χρόνος, θα κοιταχτεί ο όμοιός μου; Αναγνωρίζει τον εαυτό του μόνο εκείνος που ξέχασε ξαφνικά ποιος είναι. Ακόμη συμβιώνει η ανάμνηση εχθρικά διακείμενη με την ιστορία.

(Laberinto de fortuna / Ο λαβύρινθος της τύχης, 1984-93)


Χάιμε Χιλ δε Μπιέδμα [Jaime Gil de Biedma]
(Βαρκελώνη 1929-1990)

CANCIÓN PARA ESE DÍA

He aquí que viene el tiempo de soltar palomas
en mitad de las plazas con estatua.
Van a dar nuestra hora. De un momento
a otro, sonarán campanas.

Mirad los tiernos nudos de los árboles
exhalarse visibles en la luz
recién inaugurada. Cintas leves
de nube en nube cuelgan. Y guirnaldas

sobre el pecho, palpitando,
son como el aire de la voz. Palabras
van a decirse ya. Oíd. Se escucha
rumor de pasos y batir de alas.



ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΜΕΡΑ

Έρχεται επιτέλους ο καιρός ν’ αφήσουμε ελεύθερα περιστέρια
καταμεσής σε πλατείες με αγάλματα.
Θα σημάνει η ώρα μας. Από τη μια στιγμή
στην άλλη, θα ηχήσουν οι καμπάνες.

Κοιτάξτε τούς τρυφερούς ρόζους των δέντρων
που ανασαίνουν περίβλεπτοι στο φως
της αυγής. Ανάλαφρες κορδέλες
κρέμονται από σύννεφο σε σύννεφο. Και γιρλάντες

στο στήθος του ουρανού, πάλλονται,
όπως ο αέρας της φωνής. Λέξεις
θα ειπωθούν επιτέλους. Αφουγκραστείτε. Ακούγεται
ήχος βημάτων και χτύπημα φτερών.

(Compañeros de viaje / Συνταξιδιώτες, 1959)


Χοσέ Άνχελ Βαλέντε [José Ángel Valente]
(Ορένσε, 1929 - Γενεύη, 2000)

EL ADIÓS

Entró y se inclinó hasta besarla
porque de ella recibía la fuerza.

(La mujer lo miraba sin respuesta.)

Había un espejo humedecido
que imitaba la vida vagamente.
Se apretó la corbata,
el corazón,
sorbió un café desvanecido y turbio,
explicó sus proyectos
para hoy,
sus sueños para ayer y sus deseos
para nunca jamás.

(Ella lo contemplaba silenciosa.)

Habló de nuevo. Recordó la lucha
de tantos días y el amor
pasado. La vida es algo inesperado,
dijo. (Más frágiles que nunca las palabras.)
Al fin calló con el silencio de ella,
se acercó hasta sus labios
y lloró simplemente sobre aquellos
labios ya para siempre sin respuesta.



Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Μπήκε και έσκυψε να τη φιλήσει
γιατί από εκείνη αντλούσε δύναμη.

(Η γυναίκα τον κοιτούσε δίχως απόκριση)

Υπήρχε ένας θαμπός καθρέφτης
που μιμούταν αμυδρά τη ζωή.
Έσφιξε τη γραβάτα του,
την καρδιά του,
ρούφηξε έναν καφέ νερωμένο και θολό,
ανέλυσε τα σχέδια του
για σήμερα,
τα όνειρά του για χτες και τις επιθυμίες του
για ποτέ των ποτών.

(Εκείνη τον παρατηρούσε σιωπηλή)

Μίλησε ξανά. Θυμήθηκε τον αγώνα
τόσων ημερών και τον ξεθυμασμένο
έρωτα. Η ζωή είναι κάτι το απρόσμενο,
είπε. (Πιο εύθραυστες από ποτέ οι λέξεις).
Στο τέλος σίγησε με τη δική της σιωπή,
πλησίασε ως τα χείλη της
και απλώς έκλαψε επάνω σ’ εκείνα
τα χείλη που είχαν απομείνει πλέον για πάντα δίχως απόκριση.

(A modo de esperanza / Εν είδει ελπίδας, 1955)


Φρανθίσκο Μπρίνες
(Ολίβα, 1932)

ALOCUCIÓN PAGANA

¿Es que, acaso, estimáis que por creer
en la inmortalidad,
os tendrá que ser dada?
Es obra de la fe, del egoísmo
o la desolación.
Y si existe, no importa no haber creído en ella:
respuestas ignorantes son todas las humanas
si a la muerte interroga.

Seguid con vuestros ritos fastuosos, ofrendas a los dioses,
o grandes monumentos funerarios,
las cálidas plegarias, vuestra esperanza ciega.
O aceptad el vacío que vendrá,
en donde ni siquiera soplará un viento estéril.
Lo que habrá de venir será de todos,
pues no hay merecimiento en el nacer
y nada justifica nuestra muerte.



ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΑΓΟΡΕΥΣΗ

Επειδή, άραγε, πιστεύετε
στην αθανασία,
πρέπει και να σας δοθεί;
Είναι έργο της πίστης, του εγωισμού
ή της συντριβής.
Κι αν πάλι υπάρχει, δεν έχει σημασία που δεν πιστέψαμε σε κείνη:
αδαείς είναι όλες οι απαντήσεις του ανθρώπου
όταν στο θάνατο θέτει ερωτήματα.

Συνεχίστε με τις υπέρλαμπρες τελετές σας, τα αναθήματα στους θεούς
ή τα μεγάλα ταφικά μνημεία,
τις θερμές ικεσίες, την τυφλή σας ελπίδα.
Ή αποδεχτείτε το κενό που θα έλθει,
και μέσα του δεν θα φυσά ούτε στείρος αέρας.
Αυτό που πρόκειται να έλθει, όλων μας θε νάναι,
γιατί δεν υπάρχει καμιά αξία στο να γεννιέσαι
και τίποτα δεν δικαιολογεί το θάνατό μας.


(Aún no / Όχι ακόμα, 1971)


Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου