Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε τον Ουναμούνο, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Ένας έρημος δρόμος:
νυχτώνει
Ματσούο Μπασό


Στις αρχές Οκτωβρίου του 1936 ο Νίκος Καζαντζάκης ετοιμάζεται για ένα από τα πιο σημαντικά ταξίδια της ζωής του: ως απεσταλμένος της εφημερίδας Καθημερινή έχει επιφορτιστεί με το καθήκον να καλύψει τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Στις 3 του μηνός, τη στιγμή που τα αεροπλάνα του Φράνκο βομβαρδίζουν ανηλεώς τη Μαδρίτη που ανθίσταται, ξεκινά για την Ιβηρική χερσόνησο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Καζαντζάκης πηγαίνει στη χώρα την οποία, σύμφωνα με δήλωσή του, το 1957 στην εφημερίδα Le Patriote, αισθάνεται σαν σπίτι του –είχαν προηγηθεί δύο ταξίδια· το πρώτο τον Αύγουστο του 1926 και το δεύτερο από τα τέλη του 1932 μέχρι το Μάρτιο του 1933, ενώ ακολούθησε και ένα τέταρτο, το 1950–, είναι, όμως, το ταξίδι που θα τον κάνει να ζήσει την αδελφοκτόνο σύγκρουση, να πονέσει «τον πόνο της Ισπανίας».
            Εννέα ημέρες αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου του 1936, στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκας, μιας πόλης που βρίσκεται στη «μαύρη πλευρά» της Ισπανίας από την πρώτη σχεδόν μέρα του πραξικοπήματος, εορτάζεται με επισημότητα η εθνική γιορτή της Ισπανίας: Ημέρα της Φυλής, ονομαζόταν τότε, Ημέρα της Ισπανικότητας σήμερα. Παρίστανται σημαίνουσες προσωπικότητες της στρατιωτικής και εκκλησιαστικής ιεραρχίας καθώς και η σύζυγος του Φράνκο, Κάρμεν Πόλο· προεδρεύει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου, Μιγκέλ δε Ουναμούνο, ο βάσκος διανοούμενος που από το 1891, και με εξαίρεση το διάστημα της εξορίας του (1824-31), έχει συνδέσει τη ζωή του με την πανέμορφη πόλη της Καστίλης και το ιστορικό της πανεπιστήμιο. Όλοι όσοι, πέρα από το τεράστιο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό έργο του Ουναμούνο, γνωρίζουν και τις πολιτικές ανησυχίες του δημιουργού της Καταχνιάς (μέλος του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) στα τέλη του 19ου αιώνα, εξόριστος στη Φουερτεβεντούρα από το καθεστώς του Πρίμο δε Ριβέρα κατά την περίοδο 1924-30 από όπου διέφυγε για τη Γαλλία (1930-31), μέλος του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου κοινοβουλίου της Β´ Δημοκρατίας τον Ιούνιο του 1931) δυσκολεύονται να αποδεχτούν, όχι όμως και να εξηγήσουν, την παρουσία του Ουναμούνο σε αυτή την τελετή· από την πρώτη κιόλας ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος (18 Ιουλίου 1936), ο ασυμβίβαστος και απρόβλεπτος διανοούμενος είχε δηλώσει τη στήριξή του στις δυνάμεις του Φράνκο.
            Εκείνη, όμως, την ημέρα, τη 12η Οκτωβρίου 1936, όταν ο Καζαντζάκης είχε ήδη διασχίσει τα ισπανοπορτογαλικά σύνορα και βρισκόταν στο φασιστοκρατούμενο Κάθερες, στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκας, του δεύτερου σπιτιού του, ο φλογερός Βάσκος δεν άντεξε την υπεροψία, την αμετροέπεια και τις υπερφίαλες κορώνες απαξίωσης κατά Καταλανών και Βάσκων και υπέρ μιας θεόκλητης Ισπανίας που εκτόξευαν οι επιφανείς φασίστες και όταν ήρθε η ώρα της ομιλίας του, με την οποία έκλεισε η «σεμνή» τελετή, αφού χαρακτήρισε αμόρφωτους τους προλαλήσαντες, υπεραμύνθηκε της ενότητας της Ισπανίας και της μοναδικής πραγματικής αυτοκρατορίας: της «ισπανικής γλώσσας»..
            Από εκείνη τη στιγμή μέχρι το θάνατό του, στις 31 Δεκεμβρίου του 1936 (λες και δεν άντεχε να δει το ξημέρωμα μιας νέας χρονιάς), ο Ουναμούνο θα ζήσει, με έντονα τα σημάδια της κατάθλιψης, απομονωμένος και υπό συνεχή παρακολούθηση στο σπίτι του στη Σαλαμάνκα.
            Αν δεν είχαν συμβεί τα όσα συνέβησαν στην αίθουσα τελετών εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου, ίσως ο Καζαντζάκης να μην είχε την ευκαιρία, λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου, να πάρει μια από τις πιο συγκινητικές (και γνωστές) συνεντεύξεις της δημοσιογραφικής του καριέρας. «Πάω κι έρχουμαι στο χινοπωρινό κήπο, απόξω από την εκκλησία Σάντα Μαρία ντε λος Καμπαλιέρος, και περιμένω να ’ρθει η ώρα να χτυπήσω την πόρτα του [Ουναμούνο]», γράφει ο Καζαντζάκης στο Ταξιδεύοντας, Ισπανία: (σελ. 155), εκφράζοντας εύγλωττα την αδημονία του να συναντήσει τον «τρομερό σκαντζόχοιρο». Δεν είναι η πρώτη φορά που θα συναντηθούν· ο Καζαντζάκης στο ίδιο βιβλίο (σελ. 156) κάνει αναφορά σε κάποια άλλη συνάντησή τους, «τώρα και λίγα χρόνια στη Μαδρίτη», δεν δίνει όμως περισσότερες λεπτομέρειες. Η εν λόγω συνεύρεση, εικάζουμε, ότι έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού του Κρητικού στην Ισπανία (τέλη 1932 – αρχές 1933), αλλά δεν ξέρουμε αν  είχαν και σε εκείνη την περίσταση την ευκαιρία να συνομιλήσουν ή αν απλώς συνέπεσε να βρεθούν στον ίδιο χώρο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, μόλις επέστρεψε ο Καζαντζάκης από εκείνο το ταξίδι, άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό Κύκλος το αφιέρωμά του στη «Σύγχρονη ισπανική λυρική ποίηση» (Απρίλιος 1933 – 1934) και στο τεύχος του Ιουνίου 1933 παρουσιάζει, μεταφρασμένα στα ελληνικά, ποιήματα του Βάσκου και ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα με βιογραφικά στοιχεία και σκέψεις του Ουναμούνο.
            Όταν ο Καζαντζάκης διασχίζει, λοιπόν, το κατώφλι του σπιτιού του συγγραφέα που τρία χρόνια νωρίτερα αποκαλούσε «φανατικό προφήτη, όλο αγωνία και δύναμη» (Κύκλος, Απρίλιος 1933, σελ. 41), βλέπει έναν άνδρα με βήμα «κουρασμένο, σουρτό, γεροντίστικο» (Τ.Ι., σελ. 156). Ο καταβεβλημένος Ουναμούνο δεν θα βρει άλλη ευκαιρία να ανοίξει την καρδιά του και, σαν να είχε συνείδηση αυτού του γεγονότος, αφήνει μπροστά στον Καζαντζάκη να ξεχυθεί όλη η απελπισία, η αβάσταχτη πίκρα, αλλά και οι τύψεις του για τη συνεργασία με τους φασίστες: «Στην κρίσιμη τούτη στιγμή που περνά η Ισπανία ήταν ανάγκη, έπρεπε να πάω με τους στρατιωτικούς. Αυτοί θα φέρουν την τάξη. […] Δεν έγινα, και μην ακούτε, δεξιός, δεν πρόδωκα την ελευθερία! […] Δεν είμαι φασιστής μήτε μπολσεβίκος. Είμαι μόνος!», (Τ.Ι., σελ. 159).
            Η συνάντηση αυτή των δύο ανήσυχων πνευμάτων της ευρωπαϊκής διανόησης (καθώς και η εκ βαθέων εξομολόγηση του απελπισμένου ισπανού φιλοσόφου) είναι, σημειολογικά, ιδιαίτερα σημαίνουσα. Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά το έργο τους, θα διαπιστώσει αμέσως τις κοινές τους πνευματικές καταβολές: η αγωνία, ως αναγκαίος όρος για τη βίωση της πίστης, του Κίρκεγκωρ (τον οποίο ο Ουναμούνο αποκαλούσε «αδελφό» του), η περί του Υπερανθρώπου θεωρία του Νίτσε και η «ζωτική ορμή» του Μπεργκσόν ως ένα είδος ενέργειας που διαπερνά όλο τον κόσμο, είναι μερικά μόνο από τα πολλά κοινά στοιχεία της σκέψης τους. Αυτό, όμως, που τους χαρακτηρίζει πιο πολύ, περισσότερο ακόμα και από τον ιδιότυπο πατριωτισμό τους («Πρέπει να ισπανοποιηθεί η Ευρώπη», κραύγαζε ο Ουναμούνο· «όσο πιο μακριά είμαστε από την πατρίδα μας, τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο, την αγαπάμε», ανταπαντούσε ο Καζαντζάκης), είναι οι ιδεολογικές τους μεταστροφές. Πνεύματα ανήσυχα, παθιασμένα μέχρι υπερβολής, άνθρωποι ασυμβίβαστοι, ζουν με ένταση τις αντιφάσεις τους: «[κ]ανένας νεοέλληνας λογοτέχνης δεν δούλεψε τόσο πολύ, όσο ο Καζαντζάκης, αλλά και κανένας δεν πέρασε από τόσες αναζητήσεις, μεταμορφώσεις και αναπροσαρμογές, χωρίς ποτέ να μπορέσει να σπάσει τον κλοιό της αμφιβολίας και του πεσσιμισμού, που έδερνε ολοχρονίς την αντιφατική του προσωπικότητα», σημείωνε το 1966 (σελ. 150, 151) ο Γ. Βαλέτας. Το ίδιο ισχύει και για τον Ουναμούνο, οι σχέσεις του οποίου με τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της χώρας του χαρακτηρίζονταν από διαδοχικές «αλλαγές πορείας» και συνεχείς απογοητεύσεις, απογοητεύσεις που ο εκκεντρικός Βάσκος βίωνε κατά τρόπο τραγικό, δίχως μέτρο. Ήταν λογικό και επόμενο η στάση που κράτησαν απέναντι στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών και στον ίδιο τον Φράνκο να προκαλέσει αρκετές και, εν πολλοίς, αναμενόμενες επικρίσεις. Το γεγονός ότι ο Ουναμούνο κατανοεί τον αδελφοκτόνο πόλεμο γιατί είναι «απόλυτη ανάγκη να επιβληθεί η τάξη» (ΤΙ, σελ. 159) ή ότι ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τον Φράνκο, μετά τη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στις 22 Δεκεμβρίου 1936 ο αρχηγός των πραξικοπηματιών,  «άνθρωπο αποφασισμένο και γαλήνιο, τέλειο όργανο της εποχής του», (Πετροπούλου, 1999), δεν μπορεί να εξηγηθεί τόσο με τις, έτσι και αλλιώς, δαιδαλώδεις ιδεολογικές κατασκευές των δύο ανδρών, όσο με το θαυμασμό που έτρεφε τόσο ο Βάσκος όσο και ο Κρητικός για τον αγώνα πέρα από τις ιδεολογίες, για τον αγώνα που αναδεικνύει το πάθος του Ανθρώπου να υπερνικήσει την τραγωδία της ύπαρξής του.   
            Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε τον Ουναμούνο, όταν βρέθηκαν αντίκρυ αυτά τα παθιασμένα με την ελευθερία ασυμβίβαστα πνεύματα, διαισθάνονταν, αλλά προτίμησαν να μην «δουν» το φρανκικό μεσαίωνα που ανέτελλε· βυθίστηκαν απλώς στην σπαρακτική μοναξιά τους, τη μοναξιά του ανθρώπου που ξέρει κατά βάθος πως, όσο και αν παλέψει με τους δαίμονές του, η ήττα είναι σίγουρη και η γεύση πικρή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Βαλέτας, Γεώργιος (1966), Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Πέτρος Κ. Ράνος.
Καζαντζάκης, Νίκος (1933-34), «Σύγχρονη ισπανική λυρική ποίηση», Κύκλος, Απρίλιος 1933 – 1934.
Καζαντζάκης, Νίκος [1937] (2002), Ταξιδεύοντας Ισπανία, Αθήνα, Εκδόσεις Καζαντζάκη.
Μιχαηλίδης, Κώστας (1993), «Ανάβαση, το ερμηνευτικό σχήμα του όντος στην Αναφορά του Νίκου Καζαντζάκη», στο συλλογικό τόμο Θεώρηση του Νίκου Καζαντζάκη, Αθήνα, Τετράδια Ευθύνης 3, 87-98.
Μπακονικόλα – Γεωργοπούλου, Χαρά (1993), Miguel de Unamuno, μια ιστορική κατάθεση του μύχιου, Αθήνα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
Πετροπούλου, Εύη (1999), «Ο Νίκος Καζαντζάκης στον Ισπανικό Εμφύλιο», Το Βήμα, 23/05/1999.
Στασινάκης, Γιώργος (2005), Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ισπανία, Αθήνα, Ινστιτούτο Θερβάντες.
Dalon, Richard (1971), «Ένα κλειδί για τον κόσμο του Καζαντζάκη», Νέα Εστία  τεύχος 1067, 110-123.
García Cárcel, Ricardo (2006), «El pesimismo de la inteligencia», ABC, 31/12/2006.     

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 155-156, 2007.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου