Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

3 ποιήματα του Λουίς Σεπούλβεδα

 

Συνέπειες της ανάγνωσης του Τζον Κιτς

 

Μιλάνε για μένα και το πορτρέτο ρομπότ μου είναι μια αποτυχία.

Είμαι απλώς εγώ

και μην ψάχνετε άλλες εξηγήσεις.

Δεν έχω άλλα ρολόγια

από εκείνα που μου δείχνουν

εκείνη την πολυπόθητη

και ακριβή ώρα του ενστίκτου.

 

Την προκαθορισμένη ώρα που έρπω

προς τους ψηλούς πύργους

με τη δίψα για καμπάνες που με συσχετίζει/συνδέει

με την προσωπικότητα της καταστροφής

 

Την προκαθορισμένη ώρα

που μερικές φορές ουρλιάζω,

τόσο αναίσχυντα

ώστε δίνω έτσι χώρο στις κραυγές μου

και δεν με νοιάζει

αν ξυπνάω άλλους ανθρώπους

ή αν διακόπτω μια μελαγχολική συνουσία,

ή αν σημαίνω την ώρα για έναν καινούργιο πόλεμο.

 

Και είμαι εγώ απλώς.

Δεν έχω άλλα ωράρια

από αυτή τη μάλλον μικροσκοπική αιωνιότητα

στην οποία γράφω για να σκοτώσω την πλήξη

που προκαλεί η καθυστέρηση του θανάτου.

Και δεν είμαι παρά μόνο αυτή

η απαίσια ιδιότροπη περίσταση,

ή ένας άνευ ορίων κάτοχος του χρόνου

που ξεπροβάλλει πάντα από το παράθυρο.

 

Είμαι απλώς εγώ.

Εκείνος που δεν έχει τίποτα πιο βαρύτιμο

από ένα χρόνο επιθετοποιημένο.

Εκείνη η προκαθορισμένη ώρα που

νιώθω πως αργά με κατασπαράζει

το ανοσοποιημένο στην αιώνια δέσμευση ον 

με τις ιερές συνήθειες που κάθε λίγο και λιγάκι παραβιάζω. 

 

Έτσι είμαι, την προκαθορισμένη ώρα.

Με χαρά φτύνω

πάνω στο ίδιο μου το πιάτο

και έχω μάθει να ανακαλύπτω τον ουρανό

στους σπασμένους καθρέφτες της γης.

 

Αλλά μην ψάχνετε για άλλες εξηγήσεις.

Είμαι έτσι, απλώς.

Είμαι ο όμορφος αναρχικός, και όμοια με τον Νίτσε

γράφω στους τοίχους

πως μόνο οι ηλίθιοι δεν αυτοαναιρούνται,

τουλάχιστον τρεις φορές τη μέρα.



Ενεχυροδανειστήριο

 

Μπαίνω αργά στα ενεχυροδανειστήρια,

αγνοημένος από χλομούς υπαλλήλους

που ανταλλάσσουν ένα χοντρό χειμωνιάτικο παντελόνι

μ’ ένα κομμάτι ψωμί για το χειμώνα της ζωής.

Ένα πριόνι που παλιά έκοβε σπίτια, καρέκλες,

χαρούμενα τραπέζια όπου τραγουδούσε η σούπα

σαν ένας ατέλειωτος κορυδαλλός, ή φέρετρα

όπου η ανθρωπότητα χαμογελούσε στα σκουλήκια.

Ένα κουτάλι, ένα σίδερο, ένα σεντόνι, ένα σουδάριο,

μια Kodak με την κοιλιά γεμάτη μπαλαρίνες,

μια παλιά γκρίζα ομπρέλα, μια ξεβαμμένη σημαία

που δεν έχει κερδίσει ποτέ καμία μάχη.

Και τώρα είναι η σειρά μου σε αυτή τη μακριά ουρά από ανάπηρους,

από εργάτες λιγομίλητους, από έφηβες μουντές.

Ο υπάλληλος με τα μαύρα μανικέτια παίρνει την καρδιά μου,

την κοιτάζει κόντρα στο φως, τσεκάρει τον κουρδιστό μηχανισμό

και καταγράφει με την Underwood του τα πολλαπλά τραύματα.

Ύστερα από ένα αγωνιώδες χρονικό διάστημα σιωπής

μου τείνει το κομμάτι μαύρου ψωμιού

το οποίο το μασάω αργά αργά

ανάμεσα στους τοίχους αυτού του δρόμου δίχως πόρτες.



Οι Τουπαμάρος θα πεθάνουν στο Παρίσι

 

Ταξίδεψε υπογείως

το ανεξερεύνητο και η ζωή.

Γνώρισε τη σόλα των παπουτσιών του κόσμου.

Υπήρξε ρεαλιστής.

Ευγνώμων που ήταν τυφλός

όπως η πιο όμορφη θέα.

Έκανε ένα δρομολόγιο τόσο γοργό με το μετρό

που δεν πρόφτασε να αναγνωρίσει την ίδια του την εικόνα.

Τη σφαίρα την έφαγε στο σβέρκο

τη στιγμή ακριβώς που το φως

θα τον έφτυνε κατάμουτρα

κι εκείνος ήταν έτοιμος να πει ευχαριστώ.

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

Ο Λουίς Σεπούλβεδα (1949-2020) ήταν χιλιανός συγγραφέας, σκηνοθέτης, δημοσιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής. Τα νεανικά του ποιήματα, τα μόνα που έγραψε στη ζωή του, θα εκδοθούν προσεχώς από τις Εκδόσεις Opera.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου