Κυριακή 24 Μαΐου 2026
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
Βιβλιοκριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για τα Μυστικά δωμάτια του Luis Jorge Boone
Δευτέρα 11 Μαΐου 2026, NO14ME
Μυστικά δωμάτια
- Luis Jorge Boone
Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο
κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον
συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό
κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον
άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το
ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της
υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της
λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με
απασχολήσει.
Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—,
ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα
Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά
περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη
μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις
απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.
Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί,
προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη
λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα
χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω.
Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω,
ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.
Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει
θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο
σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη. Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια
γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η
αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει
άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον
ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να
διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή
είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.
Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό
σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα
χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί
ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.
Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες
ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί
ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα
από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και
επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη
συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο
ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η
λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον
τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος
δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε
κιόλας.
Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα
απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος
με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.
Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του
παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να
παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το
τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα
προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο
τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο
κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια
ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής
ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια
αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός
βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί
λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη
ανακούφισης μέσω της γραφής.
Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα
βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των
αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει
όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική
για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια
πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που
επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον
έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.
Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν
τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα
οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή
σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η
πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω
αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του
προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά
γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης
λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα
όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους
περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί
επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή
ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην
απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο
είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο
γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο
θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να
ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει
στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο
επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας,
του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη
προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν
και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να
υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά
δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα
σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.
Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης
σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές
Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.
Μετάφραση
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πανεπιστημιακές
Εκδόσεις Κρήτης
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español
6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al
español
UMA, 15 de abril de
2026
|
ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΒΟΥΙΖΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΞΕΡΙΑΔΕΣ Οι χείμαρροι που έπεφταν απ’ το βουνό έπαιρναν μαζί τα μυστικά των σπιτιών. Σκούπιζαν τότε οι νοικοκυρές τις αυλές μη μείνει τίποτα μέσα, κι εκείνοι σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους για να καταλήξουν χορτάτοι στη θάλασσα. Τώρα οι άνθρωποι κλείσαν τα πορτοπαράθυρα. Περνάς απ’ έξω και δεν ακούς ούτε την ανάσα τους, και δεν θα το καταλάβεις όταν μια μέρα πνιγούν βουβά στις ίδιες τους τις ιστορίες. ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΙ ΜΠΑΪ Διάβασε κάτι στον εαυτό σου δυνατά για να τον
καλοπιάσεις όταν το μόνο που του μένει είναι να κοιμηθεί ―γιατί τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει―, κάν’ του λίγη παρέα, πες του ένα παραμύθι, κι όταν αρχίσεις να νυστάζεις κι η γλώσσα γλιστρά και βλέπεις ότι παύει να σε παρακολουθεί, προσπάθησε λίγο ακόμα· η φωνή που λυγίζει του δίνει μια παρηγοριά ― δεν είναι μόνος. Μετά κλείσε το βιβλίο κι άσ’ το να πέσει απαλά δίπλα στο μαξιλάρι του κι άσε το φως ανοιχτό να σε βλέπει αν ανοίξει τα μάτια ότι είσαι ακόμα εκεί ― κι άσ’ τον να φύγει. ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ Την ώρα που μιλούσαμε άνοιξε η πόρτα. Την ώρα που μιλούσαμε, που ήμουν εγώ εδώ κι εσύ εκεί, άνοιξε η πόρτα. Εκεί άνοιξε η πόρτα. Την ώρα που μιλούσαμε, άνοιξε η πόρτα και κάποιος
μπήκε. Εκεί κάποιος μπήκε. Άνοιξε μόνος του την πόρτα και
μπήκε. Άκουσα την πόρτα ―την εκεί πόρτα― να ανοίγει και να
κλείνει. Σε άκουσα να σιωπάς. Κατάλαβα ότι κάποιος μπήκε. Ένα κλειδί έστρεψε την κλειδαριά προς τα αριστερά, έστρεψε το κεφάλι σου προς τα πίσω, έστρεψε το βλέμμα μου στο πλάι. Μια στιγμιαία επιλογή πυροδότησε τρεις αντιδράσεις, που ακολουθήθηκαν από άλλες τρεις. Η κλειδαριά στράφηκε προς τα δεξιά, το κεφάλι σου προς τα μπροστά, το βλέμμα μου προς τα κάτω. ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ ΠΑΡΚΙΝ Όταν φυσάει, σ’ αυτά τα πάρκιν τα φιλιά τα παίρνει ο άνεμος. Περίμενε τουλάχιστον να μας φέρουν το αμάξι. ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ Que estranha
forma de vida
Amália Rodrigues ανήμερα, η βαλίτσα μου χάθηκε στη Λισαβώνα. Γλίστρησαν μέσα της σαρδέλες και χέλια, μπλέχτηκαν με τα ρούχα, τα κάπνισαν, τα λάδωσαν, και μου τα έστειλαν πίσω μετά από μέρες ξεμυαλισμένα. Και μέσα απ’ την αλλόκοτη κονσέρβα ψάρεψα ένα ένα τα φιλιά μας στα πλακόστρωτα, να έχω τουλάχιστον κάτι όταν η ζωή παραγίνεται
παράξενη. ΤΑ ΚΟΥΜΑΝΤΑ Αρχίζω ήδη να επιλέγω τις λέξεις που θα σου μεταφέρουν κάποτε μια ιστορία. Θα βάζω την κασέτα και μάλλον δεν θα θυμάμαι ότι την ώρα που έστριβα λίγο δεξιά το τιμόνι για να αποφύγω τη λακκούβα στην Αμφιθέας, ήξερα ότι όσες απ’ τις σημερινές επιλογές μου επιβιώσουν, θα βγαίνουν για χρόνια από τα χείλη μου να σε εντυπωσιάσουν ή να σε αφήσουν αδιάφορη. Ίσως δακρύσεις, ίσως βαρεθείς, αφού οι λέξεις μου αν θάμπωσαν δεν θα μου πεις. |
SOLO LAS ABEJAS
ZUMBAN EN LOS CAUCES SECOS Los torrentes
que caían de la montaña se llevaban los
secretos de las casas. Las mujeres
entonces barrían los patios para que no
quedara nada dentro, y ellos
arramblaban con todo a su paso para morir saciados
en el mar. Ahora la gente
ha cerrado puertas y ventanas. Si pasas por allí
ni su respiración se oye, y no te darás
cuenta cuando un día en silencio se
ahoguen en sus propias historias. LEYENDO A LI
BAI Léete algo en
voz alta para calmar el ánimo cuando lo único
que te quede sea dormir ―porque no
puedes hacer nada más―, acompáñate
un rato, cuéntate un cuento, y cuando te
entre sueño y se te trabe la lengua y veas que ya
no te atiendes, intenta seguir
un poco más; la voz que
decae te sirve de consuelo ― no estás
solo. Luego cierra el
libro y déjalo caer con suavidad junto a la
almohada y deja la luz encendida, que veas, si
abres los ojos, que aún estás ahí ― y déjate ir. BOTÓN ROJO Mientras
hablábamos se abrió la puerta. Mientras
hablábamos, y estaba yo aquí y tu allí, se abrió la
puerta. Allí se abrió
la puerta. Mientras
hablábamos se abrió la puerta y alguien entró. Allí alguien
entró. Alguien abrió la puerta y entró. Oí la puerta
―la puerta de allí― abrirse y cerrarse. Te oí callar.
Me percaté de que alguien entraba. Una llave giró
la cerradura hacia la izquierda, giró tu cabeza
hacia atrás, giró mi mirada a
un lado. Una decisión
del momento desencadenó tres reacciones, a las que
siguieron otras tres. La cerradura
giró hacia la derecha, tu cabeza hacia
delante, mi mirada hacia
abajo. PARKIN DE DOBLE
ACCESO Cuando hace
aire, en estos parkin los besos se los lleva el viento. Espera al menos a que nos
traigan el coche. EL DÍA DE SAN
ANTONIO Que estranha forma
de vida Amália
Rodrigues mi maleta se
perdió en Lisboa. Se colaron dentro
sardinas y anguilas, se enredaron
con la ropa, la dejaron
ahumada, aceitosa, y me la
devolvieron tras unos días como loca. Y del interior
de esa lata tan peculiar fui pescando
uno a uno nuestros besos por el empedrado, para tener al
menos algo cuando la vida se vuelva demasiado extraña. PREPARATIVOS Ya he empezado
a elegir las palabras que un día te contarán
una historia. Cada vez que me
repita acaso no
recuerde que, al girar
un poco el volante a la derecha para
evitar el bache de la avenida de
Amficea, sabía que las
decisiones de hoy que pervivan,
saldrán durante años de mis labios
para dejarte impactada o indiferente. Tal vez vas a llorar, tal vez te vas
a aburrir, pues si mis
palabras se desgastan no me lo vas a
decir. |
Τετάρτη 13 Μαΐου 2026
Βιβλιοκριτική της Ματθίλδης Σιμχά για το Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αntonio Pereira
Το παρελθόν ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης
της Ματθίλδης Σιμχά
Αντόνιο Περέιρα, «Ιστορίες από την Κάμπιλα», διηγήματα, μτφρ. Μ. Αθανασιάδου, Θ. Κάμπρα, Α. Μανωλά, Ι. Ντούμη και Κ. Παλαιολόγος, εκδ. Οpera 2026
OI Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αντόνιο Περέιρα είναι μια συλλογή που αποτελείται
από τριάντα μία σύντομες, αλληλοσυνδεόμενες αφηγήσεις, οι οποίες
έχουν ως άξονα τη βιογραφική εμπειρία του συγγραφέα. Παραλείποντας
τη μετέπειτα και μεγαλύτερη περίοδο της ζωής του, τότε που «τον ανακήρυξαν
Εκλεκτό Τέκνο της πόλης όταν μεγάλωσε κι ασπρίσανε τα γένια του», ο
συγγραφέας ανατρέχει αποκλειστικά στην περίοδο της παιδικής ηλικίας
και της εφηβείας του.
Κεντρικός τόπος των αφηγήσεων
αποτελεί η Κάμπιλα, εργατική συνοικία της γενέτειρας του Περέιρα,
που βρίσκεται στην «ταπεινή» όχθη του ποταμού Μπούρμπια ο οποίος λειτουργεί
ως φυσικό και συμβολικό όριο. Πολλά, απρόσιτα για αυτόν και τους γείτονές
του, διαδραματίζονται στην «αποκεί» πλευρά της γέφυρας που τους κρατά
απομονωμένους. Στην Κάμπιλα λοιπόν, ο νεαρός εκκολαπτόμενος συγγραφέας,
ήδη όπως φαίνεται προικισμένος με οξυδερκή παρατηρητικότητα και
πρώιμες λογοτεχνικές ανησυχίες, παρατηρεί και καταγράφει τα συμβάντα
της καθημερινότητας, τόσο μέσα στο σπίτι του όσο και εκτός αυτού. Η
αφήγηση περιλαμβάνει επεισόδια που εκτείνονται από τη μικρή οικογενειακή
επιχείρηση και τη σχολική ζωή έως την ατμόσφαιρα της εποχής και τις συνήθειες
των ντόπιων, την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, το ξέσπασμα του εμφυλίου
πολέμου, ένα συλλογικό ταξίδι στο Μπούργκος προς τιμήν του Φράνκο, καθώς
και τις πρώτες εμπειρίες ερωτικής αφύπνισης και τον αγώνα επιβίωσης
στην μονοτονία της μεταπολεμικής καθημερινότητας. Ευχάριστες
φαινομενικά, ανάλαφρες ιστορίες όπου βέβαια με μια δεύτερη ματιά
υφέρπει η φτώχεια, η αδικία, η βία και ο φόβος.
Είναι γεγονός ότι το θεματικό
υλικό του βιβλίου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη πρωτοτυπία, ούτε χαρακτηρίζεται
από έντονες δραματικές κορυφώσεις. Ωστόσο, το έργο αποκτά αξιοσημείωτη
λογοτεχνική αρτιότητα μέσω συγκεκριμένων αφηγηματικών στρατηγικών.
Πρώτα απ’ όλα, παρατηρούμε μια ευέλικτη οπτική γωνία του αφηγητή:
πρόκειται αφ’ ενός για την αποστασιοποιημένη, την ώριμη, την κριτική
στάση του ενήλικα απέναντι στα γεγονότα και αφ’ ετέρου την άμεση, τη
ζωντανή και την αίσθηση του «τώρα» αντίληψή τους από τον νεαρό. Οι δύο
οπτικές γωνίες εναλλάσσονται, ακόμα και στην ίδια την ιστορία, δημιουργώντας
μια ενδιαφέρουσα αίσθηση διφωνίας. Επιπροσθέτως, ο Περέιρα «παίζει»
με μια ενδιαφέρουσα ισορροπία μεταξύ εγγύτητας και αποστασιοποίησης.
Το έργο, δηλαδή, ενώ κατορθώνει να δημιουργήσει μια βαθιά και προσωπική
σύνδεση με τον αναγνώστη, προκαλώντας του συναισθήματα μέσα από ειλικρινή
επικοινωνία και κοινά βιώματα, ταυτόχρονα διατηρεί μια διακριτική
αποστασιοποίηση, η οποία εφαρμόζεται κάθε φορά στο εκάστοτε περιστατικό.
Έτσι, η συναισθηματική εγγύτητα συνυπάρχει αρμονικά με μια λεπτή
αφηγηματική απόσταση. Και βέβαια όλα αυτά σε συνδυασμό και ισορροπία
με μια λεπτή ειρωνεία, διακριτική, συχνά καλυμμένη μέσω της οποίας
ο Περέιρα ασκεί κριτική, αναδεικνύει παραλογισμούς ή προσδίδει απλά
χιούμορ. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε την πρωτότυπη τεχνική μετατροπής
του βιωματικού επεισοδίου σε αυτόνομη αφηγηματική ενότητα, η
οποία συχνά κορυφώνεται με αιφνιδιαστικό ή αποκαλυπτικό τέλος,
προσδίδοντας στις επιμέρους ιστορίες χαρακτηριστικά σύντομου διηγήματος.
Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα άρτιο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα.
Για μια απόσταξη εμπειριών που μετατρέπονται σε έντονα συναισθήματα,
χωρίς ίχνος συναισθηματικής υπερβολής ή εκφραστικής προχειρότητας.
Αντιθέτως, διατηρείται μια λεπτή ισορροπία που επιτρέπει την ανάδειξη
των αυθεντικών, βαθύτερων πτυχών του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ το παρελθόν
αξιοποιείται ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης.
Οι ιστορίες αυτές συνθέτουν
την ενηλικίωση ενός εσωστρεφούς νεαρού άνδρα για τον οποίο η ανάγνωση
«είναι πιο ευχάριστη από τη ζωή». Ενός άντρα του οποίου ο τρόπος ζωής βασίζεται
στην αυτογνωσία και την αμφισβήτηση. Που είναι περίεργος, που δεν δέχεται
τίποτα ως αυτονόητο χωρίς έλεγχο και που προσπαθεί να ζει με συνέπεια
ανάμεσα σε αυτά που λέει και σε αυτά που πράττει. Αυτή ακριβώς η στάση
του, αλλά και η αυθεντική, διακριτική ειρωνεία αποτελούν τα δύο βασικά
ηθικά κλειδιά του έργου. Αλλά και κάτι άλλο: το σύνολο της αφήγησης
διαπερνά μια υφέρπουσα μελαγχολία, η οποία προσδίδει στο παρελθόν
έναν έντονα ελεγειακό χαρακτήρα. Και οι τριάντα μία ιστορίες σκεπάζονται
από μια νοσταλγική φθορά η οποία δημιουργεί μια μελαγχολική, λυρική
ατμόσφαιρα, αναδεικνύοντας το πέρασμα του χρόνου ως στοιχείο ομορφιάς,
μνήμης και ποιότητας εντείνοντας τη συγκινησιακή δύναμη του κειμένου.
Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό:
oι καλοί μεταφραστές είναι γέφυρες ανάμεσα σε
κόσμους, σε κάνουν να «νιώθεις» το κείμενο όπως θα το ένιωθες στη γλώσσα
που γράφτηκε. Τα εύσημα λοιπόν στη συλλογική μετάφραση της Μαρίας Αθανασιάδου, της Θεώνης Κάμπρα, της Αλίκης Μανωλά, της Ιφιγένειας Ντούμη και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Σάββατο 9 Μαΐου 2026
Επινοώντας γέφυρες / Inventando puentes
Η
παρούσα ανθολογία παρουσιάζει τη συλλογική μεταφραστική δουλειά μιας 12ετίας, στο
πλαίσιο των εργαστήριων του Φεστιβάλ ΛΕΑ. Ανθολογούνται 12 ποιητές και
ποιήτριες (έξι άντρες και έξι γυναίκες) από 4 χώρες (Ισπανία, Κολομβία,
Νικαράγουα, Μεξικό), μεταφρασμένοι/ες συνεργατικά από ομάδες που συστάθηκαν και
δούλεψαν δημιουργικά κατά τη διάρκεια των Φεστιβάλ.
Τετάρτη 6 Μαΐου 2026
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
Τετάρτη 29 Απριλίου 2026
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Εργαστήρια συλλογικής μετάφρασης ποίησης στο 18ο Festival LEA
Κόστος συμμετοχής: 20€
Διάρκεια εργαστηρίων: 2 ώρες
Μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων/συμμετεχουσών: 15
Πληροφορίες και εγγραφές: Αλίκη Μανωλά: inscripciones@lea-festival.com / +30 690 617 6416










