Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Βιβλιοκριτική της Μαρίας Αθανασιάδου για το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Μαρία Αθανασιάδου*

 

Περί μικρομυθοπλασίας και Εξαρχείων ο λόγος

 

Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία: ένα εμβληματικό από πολλές απόψεις σημείο της καρδιάς της παλιάς αστικής Αθήνας. Πολυτεχνείο, Εξάρχεια, τεχνικά βιβλιοπωλεία, δικηγορικά γραφεία, πολυκατοικίες-κοσμήματα του αθηναϊκού μοντερνισμού, γειτονιά με έντονα τα σημάδια της φθοράς, ίσως της παρακμής, ακόμα και της κακοποίησης, που όμως αποπνέει μια γλυκιά μελαγχολία που μόνο η πατίνα του χρόνου μπορεί να προκαλέσει, καθώς ανασκαλεύει αναμνήσεις, οι οποίες ωστόσο συνυπάρχουν κατά τρόπο παράδοξο με τη ζωή της σύγχρονης πόλης.

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει με μόνο τον τίτλο της νέας συλλογής μικροδιηγημάτων του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, με την φωτογραφία (επίσης δική του και όχι τυχαία) στο εξώφυλλο του ιδιαίτερα προσεγμένου βιβλίου, που επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Σαιξπηρικόν, να συμβάλλει με τον δικό της τρόπο στην εισαγωγή του αναγνώστη στην ατμόσφαιρα του σύμπαντός του.

Αποτελεί αντικείμενο μεγάλης συζήτησης το τι ακριβώς αντιλαμβανόμαστε ως μικρο-διήγημα και, κυρίως, ποια είναι τα όρια που το διαχωρίζουν από το διήγημα, την ποιητική πρόζα, ή τον αφορισμό. Δεν υπάρχει, άλλωστε, ένας απολύτως συμφωνημένος ορισμός ούτε ένα αυστηρό όριο λέξεων που να καθορίζει την ένταξη ενός κειμένου στο είδος.

Ο ισπανόφωνος κόσμος υιοθετεί την πιο ακραία μορφή του, όπου ένα μικρο-διήγημα μπορεί να είναι μια αστραπή στον χρόνο και στον χώρο. Μπορεί δηλαδή να εστιάζει σε μια στιγμή, σε ένα συμβάν, και να αποτελείται από ελάχιστες λέξεις, συμπυκνώνοντας πολλά νοήματα σε δυο-τρεις γραμμές, όπου κάθε λέξη έχει αφηγηματικό και υπαινικτικό βάρος, αφήνοντας ένα τεράστιο περιθώριο στον αναγνώστη να φανταστεί το πριν και το μετά, να προσθέσει την δική του εκδοχή της ιστορίας και να γίνει έτσι ένας εν δυνάμει συν-δημιουργός, συμμέτοχος  και, γιατί όχι, συνεργός του συγγραφέα. Έχει εύστοχα λεχθεί ότι το μικρο-διήγημα μοιάζει με παγόβουνο: το κείμενο αποτελεί την κορυφή, το ελάχιστο ορατό μέρος, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια.

Σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η προσέγγιση είναι, θα λέγαμε, πιο πληθωρική. Εδώ, ως μικρο-διήγημα μπορεί να θεωρείται ένα κείμενο που μπορεί να καλύπτει έως και 2-3 σελίδες, η ιστορία περιέχει περισσότερα στοιχεία, αναπτύσσεται μια κάποια πλοκή.

Φυσικά πρέπει να τονιστεί, ότι κριτήριο και κύριο χαρακτηριστικό του μικρο-διηγήματος δεν είναι υποχρεωτικά ή δεν είναι μόνο η έκταση, αλλά περισσότερο το στοιχείο της αφαιρετικότητας. Λεπτομέρειες όπως τα ονόματα, το φύλο, ή άλλα χαρακτηριστικά των ηρώων μπορούν να παραλείπονται, όπως είναι δυνατό να μην προσδιορίζεται ο χώρος ή ο χρόνος της δράσης ή της μη-δράσης.

Το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για ένα «εύκολο» λογοτεχνικό είδος, ένα λάθος στο οποίο μπορεί να διολισθήσει ένας επίδοξος συγγραφέας παρασυρμένος από την εντύπωση ότι ένα σύντομο κείμενο μπορεί ο οποιοσδήποτε να το γράψει. Η συντομία, η επιλογή του ουσιώδους, του απαραίτητου έναντι του περιττού, είναι αυτά που απαιτούν την απόλυτη πειθαρχία, και που αναδεικνύουν το πραγματικό ταλέντο του συγγραφέα. Άλλωστε, αυτό που κάνει ένα μικρο-διήγημα να ξεχωρίζει, είναι αδιαμφισβήτητα οι ομιλούσες σιωπές του.

Ο Παλαιολόγος, βαθύς γνώστης του είδους από τη σκοπιά του φιλολόγου-ερευνητή, του πανεπιστημιακού καθηγητή και του μεταφραστή, περνά με φυσικότητα από τη θεωρία στην δημιουργική πράξη, βαδίζοντας με αυτοπεποίθηση και στέρεο βήμα στις δικές του συγγραφικές ατραπούς. Συγκεράζοντας την ισπανόφωνη με την ελληνική οπτική, πειραματίζεται με επιτυχία και με τους δύο «τρόπους» συγγραφής, και παραδίδει τόσο λακωνικά, σχεδόν αστραπιαία, μικρο-διηγήματα, όσο και εκτενέστερες αφηγήσεις.

Την ατμόσφαιρα συνθέτουν μια αμυδρή μυρωδιά από δακρυγόνα μαζί με παλιακό γυναικείο άρωμα, απόηχοι από μουσικές τσίρκου συνυπάρχουν με τα τραγούδια της Μάϊλι Σάιρους, ασπρόμαυρες φωτογραφίες αντιπαρατίθενται στο ChatGPT και σύγχρονοι μετανάστες (λαθρο- ή όχι, δεν έχει σημασία) περνούν από τη ζωή και την καθημερινότητά του όπως από το παράθυρο ενός τρένου. 

Η γλώσσα είναι σύγχρονη και ο λόγος ρέει με φυσικότητα, δυναμισμό και τόλμη. Με έντονο το βιωματικό στοιχείο, η θεματική ποικίλλει, ανατρέχοντας σε παιδικές αναμνήσεις, κοινωνικές παρατηρήσεις, πολιτικά σχόλια, ερωτικές εμπειρίες. Ο συγγραφέας προφανώς αγαπά τον κινηματογράφο, που χρησιμοποιείται άλλοτε ως χώρος δράσης («Ανασφάλειες»), άλλοτε ως όμορφα αφομοιωμένη αναφορά, όπως στο μικρο-διήγημα «Πούστης», που κλείνει το μάτι στην αλμοδοβαρική Κακή εκπαίδευση. Άλλο αγαπημένο του σημείο αναφοράς είναι το τρένο, χώρος διαλογισμού, προβληματισμού και παρατήρησης. Το τρένο μάλιστα χρησιμεύει ως σκηνικό εντός του οποίου διαδραματίζεται και το μοναδικό μονόπρακτο θεατρικό, που κλείνει με τρόπο ευφυή και ανατρεπτικό το βιβλίο.

Το σύνολο των μικρο-διηγημάτων διαπνέεται συχνά από μια διάχυτη νοσταλγία, ενώ οι τραυματικές εμπειρίες καλύπτονται με εύστοχο χιούμορ ή λεπτή ειρωνεία, αφήνοντας ενίοτε μια γλυκόπικρη γεύση, χωρίς όμως ποτέ να τείνουν στον μελοδραματισμό. Μπροστά στα μάτια του αναγνώστη παρελαύνει πλήθος χαρακτήρων, ανθρώπων καθημερινών, εκκεντρικών, λίγο ή περισσότερο οικείων: ένας παππούς που τον απήγαγαν εξωγήινοι, ένας τυραννόσαυρος στην εθνική οδό, μια ογδοντάχρονη μηχανόβια. Δεν λείπουν χώροι εμβληματικοί, όπως το ΜΙΝΙΟΝ και ο Παπασπύρου, που ξυπνούν γλυκές μνήμες από την παιδική ηλικία των σημερινών 50+. Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα παρατηρητικός και το βλέμμα του διεισδυτικό. Διακρίνει και με διακριτικότητα αποκαλύπτει απροσδόκητες όψεις της πραγματικότητας αναζητώντας πάντα όσα κρύβονται κάτω από την όποια επιφάνεια.

Ας μας επιτραπεί πάντως να ξεχωρίσουμε ως τα πιο δυνατά του σημεία, τα «ισπανότροπα» (βλέπε τα λακωνικά) μικρο-διηγήματά του. Ίσως γιατί σε αυτά αναδεικνύεται η αφαιρετική του ικανότητα, η τέχνη της οικονομίας της γραφής, με την λακωνικότητα να λειτουργεί όχι ως περιορισμός, αλλά ως τρόπος πύκνωσης της εμπειρίας και ενίσχυσης του νοήματος. Μια λεπτομέρεια, μια ατάκα, ένα βλέμμα ή ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό αρκούν συχνά για να φωτίσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Κι ενώ το χιούμορ και η ειρωνεία λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι στη συγκίνηση, πίσω από αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη ευαισθησία και μια ουσιαστική ανάγκη κατανόησης των ανθρώπων και των αντιφάσεών τους. Η άμεση και ανεπιτήδευτη γραφή του Παλαιολόγου, δεν προσπαθεί να προκαλέσει, καταφέρνει όμως να ξαφνιάσει. Και χωρίς αμφιβολία, κατορθώνει να αφήσει το αποτύπωμά της.

 

* Η ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ είναι δικηγόρος και μεταφράστρια.


Διάστιχο, 09/10/2026

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Βιβλιοκριτική του Άθου Δημουλά για τους Άγριους καιρούς του Mario Vargas Llosa

 

Ιστορίες με δικτατορίες και τέρατα

Για τα πραξικοπήματα στη Γουατεμάλα, όπως τα αφηγείται ο Μάριο Βάργκας Λιόσα

 

Άθως Δημουλάς / Η Καθημερινή / Περιοδικό K 22.08.2026

 

Υπάρχει ένα υποείδος του πολιτικού-ιστορικού μυθιστορήματος που στη Λατινική Αμερική λέγεται novela del dictador, το μυθιστόρημα του δικτάτορα, το οποίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, είναι μάλλον σαφές και τι είναι, και γιατί υπάρχει. Αυτή τη λογοτεχνία έχουν υπηρετήσει μερικοί από τους μεγάλους Λατινοαμερικανούς, από τον Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Ο κύριος πρόεδρος) και τον Αλέχο Καρπεντιέρ (Μεθόδου τέχνασμα) μέχρι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Το φθινόπωρο του πατριάρχη) και τον Μάριο Βάργκας Λιόσα (Η γιορτή του τράγου). Συγγενές του τελευταίου είναι και το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Λιόσα που μεταφράστηκε στα ελληνικά, το προτελευταίο που έγραψε, το Άγριοι καιροί (εκδ. Καστανιώτη), το θέμα του οποίου είναι ακριβώς αυτό: η αποτύπωση μιας λατινοαμερικανικής κοινωνίας που υφίσταται ένα δικτατορικό καθεστώς. Πιο συγκεκριμένα, ο Λιόσα εξετάζει τη βασανισμένη ιστορία της Γουατεμάλας λίγο πριν και λίγο μετά το 1954, όταν πραγματοποιήθηκε ένα υποκινούμενο από τις ΗΠΑ πραξικόπημα που έφερε στην εξουσία τον Κάρλος Καστίγιο Άρμας. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το εισαγωγικό κεφάλαιο για τον ρόλο της τότε πανίσχυρης United Fruits Company, η οποία χάρη στη δύναμη της προπαγάνδας, και για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στη Γουατεμάλα, καταδίκασε τη χώρα να λειτουργεί υπό την εποπτεία της Αμερικής.

Οι ήρωες του Λιόσα είναι ως επί το πλείστον ιστορικά πρόσωπα, πολιτικοί, πρέσβεις, πράκτορες, στρατιωτικοί, οι οποίοι συναναστρέφονται επινοημένους χαρακτήρες (φανταστική περίπτωση η «Μις Γουατεμάλα»), μια «περίπου αλήθεια» απολύτως θεμιτή, αν αναρωτιέστε, αφού η λογοτεχνία έχει δικαιώματα που δεν έχει η Ιστορία. Το βιβλίο κυλάει κατά τα άλλα σε δύο ταχύτητες: άλλοτε θυμίζει εγχειρίδιο Ιστορίας με μια μάλλον ψυχρή παράθεση γεγονότων (ίσως σας παραξενέψει στην αρχή) και άλλοτε ξεδιπλώνεται όλη η αφηγηματική μαεστρία του Περουβιανού νομπελίστα, όπως όταν επιστρατεύει την τεχνική της ανάμειξης δύο ιστοριών σε μία ή ακόμη και στο τέλος, όπου με ένα μεταμυθοπλαστικό τέχνασμα εμφανίζεται ως συγγραφέας ο «δον Μάριο» για να κλείσει την ιστορία.

Οι Άγριοι καιροί είναι ένα ωραίο, πλούσιο μυθιστόρημα, όχι στο επίπεδο της Γιορτής του τράγου, αλλά εν πάση περιπτώσει πετυχαίνει τον στόχο του Λιόσα, που πάντα ήθελε να ξέρουμε ότι από τον δικό του τόπο, ο οποίος είναι ολόκληρη η Λατινική Αμερική, πέρασαν κάποτε τέρατα.

 

Το μυθιστόρημα Άγριοι καιροί κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Βιβλιοκριτική της Νίκης Μαβίδου για τους Ρημαγμένους τόπους του Emiliano Monge

 

«Ρημαγμένοι τόποι» του Εμιλιάνο Μόνχε – Η αγριότητα της επιλογής

της Νίκης Μαβίδου

Τvxs 13 Σεπ. 2026 - 08:45

 

Πόσες φορές στη ζωή μας λέμε «δεν έχω επιλογή», ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν μας αρέσει καμία από αυτές που ξεδιπλώνονται μπροστά μας; Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι για τους οποίους αυτή η φράση σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ο πόλεμος, η φτώχεια και η βία κάνουν αδύνατη τη ζωή στην πατρίδα τους, αναγκάζονται να πάρουν μια απόφαση αδιανόητη για τους περισσότερους από εμάς: να αφήσουν πίσω τον τόπο τους, το σπίτι και τους ανθρώπους τους, όλα όσα μέχρι τότε ήταν η ζωή τους, να περάσουν σύνορα και να αναζητήσουν έναν δρόμο διαφυγής χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτός θα τους κρατήσει ζωντανούς. Όταν και η παραμονή και η φυγή έχουν τόσο βαρύ τίμημα, τι σημαίνει τελικά επιλογή;

 

Ο Εμιλιάνο Μόνχε (Μεξικό, 1978), στους «Ρημαγμένους τόπους», καταπιάνεται με ανθρώπους που μετατρέπονται σε εμπορεύματα. Σ’ ένα σκληρό και βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα μάς βάζει σ’ έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι χάνουν πρώτα το όνομα και την ταυτότητά τους, ύστερα την ελευθερία τους και, στο τέλος, το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή τους.

 

Σ’ ένα ξέφωτο μέσα στη ζούγκλα, ξαφνικά ανάβουν δυνατοί προβολείς. Μια ομάδα ανθρώπων που έρχεται από «πολύ μακριά» βρίσκεται παγιδευμένη μέσα στα φώτα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά πλησιάζουν ο ένας τον άλλον προσπαθώντας να γίνουν ένα σώμα απέναντι στον φόβο. Εβδομήντα τέσσερις μετανάστες βρίσκονται στα χέρια μιας εγκληματικής οργάνωσης.

 

Δεν είναι πια άνθρωποι με όνομα και ιστορία. Είναι εμπορεύματα. Τους ελέγχουν, τους χωρίζουν και αποφασίζουν για την τύχη τους. Ψηλά στην ιεραρχία της οργάνωσης βρίσκονται ο Επιτάφιος και η Επιτύμβια. Έχουν μεγαλώσει στο ίδιο ορφανοτροφείο, τον «Παράδεισο».

 

Ο καθένας έχει τον δικό του ρόλο μέσα σ’ αυτό το ανελέητο σύστημα. Μεταξύ τους υπάρχει ένας δυνατός έρωτας στον οποίο η Επιτύμβια βλέπει μια ευκαιρία να αφήσουν πίσω τη ζωή που ζουν και να φύγουν. Ενώ ο Επιτάφιος μοιάζει να θέλει το ίδιο, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον κόσμο που τον έχει διαμορφώσει. Οι δυο τους μοιράζονται τους μετανάστες και ο καθένας συνεχίζει με τη δική του ομάδα. Τους μεταφέρουν κρυμμένους σε φορτηγά, στοιβαγμένους σε συνθήκες που σβήνουν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Απειλές, βιασμοί, κακοποιήσεις, εξευτελισμοί γίνονται μέρος της διαδρομής τους. Κάθε φορά ξεπερνιέται ακόμη ένα όριο, και το επόμενο είναι πάντα χειρότερο.

 

Ανάμεσα στους αιχμαλώτους, βρίσκεται ένας πρώην πρωταθλητής πυγμαχίας. Μεγαλόσωμος και δυνατός, δεν περνά απαρατήρητος από τον Επιτάφιο που τον ξεχωρίζει αμέσως. Του προτείνει ν’ αναλάβει την επιτήρηση των υπολοίπων και τον ονομάζει Τύμβο. Ο άντρας, αν και έχει ζήσει μαζί με τους αιχμαλώτους όσα κι εκείνοι, δέχεται για να σωθεί. Όταν έρχεται η στιγμή και συμμετέχει ενεργά σε όσα συμβαίνουν, η εικόνα που έχει για τον εαυτό του διαλύεται. Από εκεί ξεκινά μια αργή και σκοτεινή μεταμόρφωση σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να παραμείνει ζωντανός.

 

Οι διαδρομές συνεχίζονται παράλληλα. Ο Επιτάφιος και η Επιτύμβια αναζητούν τρόπο να επικοινωνήσουν, όμως τα κινητά περισσότερο δυσκολεύουν παρά βοηθούν την προσπάθειά τους. Κάπου στην πορεία, εκείνη αρχίζει να υποψιάζεται πως κάτι δεν πάει καλά. Η ανησυχία της μεγαλώνει και σύντομα, όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή φοβάται, διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια της. Ο Επιτάφιος συνεχίζει να περιμένει ένα σημάδι της και για μια στιγμή πιστεύει πως υπάρχει ακόμη μια ευκαιρία για τους δυο τους. Τελικά, κάθε διαδρομή οδηγεί στο δικό της σκοτάδι.

 

Ο Μόνχε δίνει ξεχωριστή θέση στις φωνές των μεταναστών. Τις αφήνει να διακόπτουν την ιστορία, να εμφανίζονται ξανά και ξανά για να αφηγηθούν όσα έζησαν. Δεν μπορούμε πια να κοιτάμε αλλού, παρά μόνο να αναρωτηθούμε: Τι αφήνει η βία στον άνθρωπο; Τι απομένει από αυτόν που την έχει υποστεί;

 

Οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν υπάρξει θύματα και γίνονται θύτες, αναπαράγοντας τη βία που κάποτε στράφηκε εναντίον τους. Τα ονόματά τους έχουν ξεχωριστή σημασία, δεν τους προσδιορίζουν απλώς. Ο συγγραφέας μ’ ένα ευφυές εύρημα που δίνει ένταση και δυναμική στο μυθιστόρημα, ενώνει λέξεις χωρίς κενό ανάμεσά τους, δημιουργεί φράσεις που αντικαθιστούν τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Κάθε φορά μοιάζουν να λένε κάτι περισσότερο για όσα τους συμβαίνουν, ενώ, η επανάληψή τους δεν μας επιτρέπει ούτε στιγμή να απομακρυνθούμε από την τραγικότητα που κουβαλούν.

 

Ο Μόνχε περιγράφει την κόλαση στον δρόμο, στα σύνορα, στους ανθρώπους που τα διασχίζουν, στον φόβο τους, στην πείνα, στα κορμιά τους, στα ονόματα που χάνονται. Μια κόλαση που δεν βρίσκεται κάπου μακριά. Είναι εδώ, ανάμεσά μας.

 

Και στην πύλη της διαβάζουμε:

 

«Στην πόλη εγώ οδηγώ την πονεμένη, εγώ οδηγώ στη θλίψη την αιωνία,

εγώ εκεί όπου είν’ οι κολασμένοι»*

 

Κι όμως, ακόμη και στους ρημαγμένους τόπους, ο έρωτας επιμένει. Αυτή η αντίφαση τρομάζει.

 

*Δάντης, Θεία Κωμωδία-Κόλαση. μτφρ Σπύρος Καρέλας Εκδόσεις Πατάκη 2023

 

ΡΗΜΑΓΜΕΝΟΙ ΤΟΠΟΙ / ΕΜΙΛΙΑΝΟ ΜΟΝΧΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος / ΕΚΔΟΣΕΙΣ : CARNIVORA

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Βιβλιοκριτική του Βαγγέλη Μπουμπάκη για το Τόσο κακό για το τίποτα. Πέντε ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία (ανθολόγηση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

 

Τόσο κακό για το Τίποτα

 

Πέντε ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία

εκδόσεις Απρόβλεπτες

 

Διαβάζοντας αυτή τη συλλογή, είχα συνεχώς την αίσθηση ότι οι συγγραφείς δεν μιλούν τελικά για το ποδόσφαιρο. Μιλούν για το πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την ελπίδα και τη ματαίωση. Για το πώς κουβαλάμε τις ήττες μας. Για το πώς συνεχίζουμε να συμμετέχουμε σε συλλογικές ιστορίες, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι μπορεί να απογοητευτούμε. Και ίσως γι’ αυτό το ποδόσφαιρο και η λογοτεχνία συναντιούνται τόσο συχνά: επειδή και τα δύο, με διαφορετικά μέσα, προσπαθούν να αφηγηθούν το ίδιο πράγμα, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Πολλοί θεωρούν ότι η λογοτεχνία ανήκει στον χώρο του «υψηλού» πολιτισμού και το ποδόσφαιρο στον χώρο της μαζικής διασκέδασης. Κι όμως, εδώ και δεκαετίες, σπουδαίοι συγγραφείς επιστρέφουν διαρκώς στο ποδόσφαιρο. Όχι επειδή ενδιαφέρονται για τα συστήματα, τις μεταγραφές ή τα αποτελέσματα, αλλά επειδή το γήπεδο είναι ένας από τους χώρους όπου συμπυκνώνονται με μοναδική ένταση ανθρώπινες εμπειρίες: η προσδοκία, η χαρά, η διάψευση, η αδικία, η συλλογική ταύτιση.

Το ποδόσφαιρο παράγει αφηγήσεις. Και η λογοτεχνία ενδιαφέρεται ακριβώς γι’ αυτές.

Όταν μιλάμε για ένα βιβλίο με ποδοσφαιρικές ιστορίες, συνήθως περιμένουμε ιστορίες θριάμβων, μεγάλων νικών, ηρώων και ένδοξων στιγμών. Το Τόσο κακό για το Τίποτα ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο. Οι πέντε ιστορίες της συλλογής δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Ενδιαφέρονται για όσα αποκαλύπτονται μέσα από το παιχνίδι, για τους ανθρώπους, τις κοινωνίες, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις τους.

Το ποδόσφαιρο λειτουργεί εδώ ως καθρέφτης. Όχι ένας ακριβής ή αθώος καθρέφτης, αλλά ένας καθρέφτης αναπόφευκτος. Μέσα από ένα γκολ, ένα χαμένο πέναλτι, έναν τερματοφύλακα, μια κερκίδα ή μια ποδοσφαιρική ανάμνηση, οι συγγραφείς μιλούν για πολύ περισσότερα από το ίδιο το άθλημα. Μιλούν για τη φθορά του χρόνου, τη μοναξιά, τη συλλογική προσδοκία, την αποτυχία, την αξιοπρέπεια.

Και κάθε ιστορία το κάνει με τον δικό της τρόπο.

Ο γερό-Πανότσα του Ραφαέλ Αθκόνα είναι ένας άνθρωπος που έχει χρησιμοποιηθεί και στο τέλος πεταχτεί από ένα σύστημα που κάποτε τον είχε ανάγκη. Η τελευταία του μεγάλη στιγμή γίνεται, σχεδόν παρά τη θέλησή του, μια πράξη εκδίκησης απέναντι σε παράγοντες, προπονητές, συμπαίκτες και φιλάθλους. Μόνο που, στην ειρωνική λογική της ιστορίας, ακόμη και η εκδίκησή του καταλήγει να γίνει θρίαμβος για εκείνους που ήθελε να τιμωρήσει.

Στο Πέναλτι του Τζούκιτς του Χούλιο Γιαμαθάρες, το βάρος γίνεται σχεδόν υπαρξιακό. Ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος απέναντι στην μπάλα, έχοντας πίσω του μια ολόκληρη πόλη, μια ομάδα, μια περιφέρεια, μια ιστορία ζωής. Το πέναλτι δεν είναι πια μια απλή αγωνιστική πράξη. Είναι η στιγμή κατά την οποία η συλλογική προσδοκία συμπυκνώνεται πάνω στο σώμα ενός ανθρώπου.

Ο Μπενχαμίν Πράδο, από την άλλη, απομονώνει τη στιγμή της κατάρρευσης. Το χαμένο πέναλτι του Ραούλ δεν αφορά μόνο έναν ποδοσφαιριστή. Αφορά την πτώση ενός ήρωα από το ύψος στο οποίο τον έχει τοποθετήσει το συλλογικό φαντασιακό. Είναι η στιγμή που ένα πλήθος αναγκάζεται να κοιτάξει κατάματα τη δική του απογοήτευση.

Στον Μιγκέλ Ντελίμπες το ποδόσφαιρο εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο. Ένα δωμάτιο, ένα τρανζίστορ, σώματα και μια καθημερινότητα που συνεχίζεται ενώ κάπου αλλού διεξάγεται ένας αγώνας. Το παιχνίδι ακούγεται από μακριά, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή αυτών που το ακούν. Η πραγματική ζωή, τελικά, παίζεται αλλού.

Και υπάρχει, τέλος, η Ωδή στο Πλάτκο του Ραφαέλ Αλμπέρτι. Εδώ το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε ποίηση και ο ποδοσφαιριστής σε φορέα μιας συλλογικής μνήμης. Ο Πλάτκο δεν είναι απλώς ένας τερματοφύλακας που αποκρούει. Το σώμα του γίνεται σύμβολο αντίστασης απέναντι στη συντριβή. Η απόκρουση μετατρέπεται σε πράξη αξιοπρέπειας και το γήπεδο σε χώρο όπου συναντιούνται το άτομο, η ιστορία και η μνήμη.

Αυτό που ενώνει αυτές τις τόσο διαφορετικές ιστορίες είναι η επιμονή τους να κοιτάζουν το ποδόσφαιρο από την πλευρά της ρωγμής. Στο χαμένο πέναλτι, στην αποτυχία, στη διάψευση, στη φθορά. Όχι γιατί οι συγγραφείς αγαπούν την ήττα, αλλά γιατί γνωρίζουν ότι στις στιγμές της αποτυχίας αποκαλύπτεται συχνά πιο καθαρά ο άνθρωπος.

Η νίκη μας επιτρέπει πολλές φορές να ξεχάσουμε. Η ήττα μάς αναγκάζει να θυμηθούμε.

Κι εδώ βρίσκεται, ίσως, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συλλογής. Η ήττα δεν παρουσιάζεται ως ατομικό ελάττωμα. Πίσω από αυτήν υπάρχουν σχέσεις, πιέσεις, συμφέροντα, προσδοκίες. Κανείς δεν χάνει εντελώς μόνος του. Και, κυρίως, κανείς δεν κερδίζει εντελώς μόνος του.

Η επιλογή της Ισπανίας δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια χώρα που κουβαλά έναν εμφύλιο πόλεμο, μια δικτατορία, μια δύσκολη μετάβαση στη δημοκρατία και ισχυρές περιφερειακές ταυτότητες. Μέσα σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα άθλημα. Υπήρξε χώρος έκφρασης κοινωνικών εντάσεων, πολιτισμικών διαφορών και συλλογικών ταυτοτήτων. Οι συγγραφείς της ανθολογίας δεν περιγράφουν μόνο ποδοσφαιρικούς αγώνες. Περιγράφουν, μέσα από αυτούς, μια κοινωνία.

Κι αυτό είναι που κάνει τις ιστορίες να ταξιδεύουν πέρα από τα ισπανικά σύνορα.

Διαβάζοντας αυτά τα κείμενα, δεν κοιτάζουμε μόνο προς την Ισπανία. Κοιτάζουμε, έστω έμμεσα, και προς τα μέσα. Γιατί και στην Ελλάδα το ποδόσφαιρο υπήρξε και παραμένει χώρος όπου συναντιούνται ελπίδες, ταυτότητες, κοινωνικές εντάσεις και συλλογικά όνειρα. Έχουμε κι εμείς γνωρίσει τη μέθη της επιτυχίας και την απότομη προσγείωση της αποτυχίας. Έχουμε επενδύσει σε ήρωες και τους έχουμε αποκαθηλώσει. Έχουμε μετατρέψει ένα γκολ ή ένα χαμένο πέναλτι σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά συνέβη μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Αξίζει, όμως, να σταθούμε και στους ίδιους τους συγγραφείς που συναντάμε εδώ. Ο Ραφαέλ Αθκόνα, ο Χούλιο Γιαμαθάρες, ο Μπενχαμίν Πράδο, ο Μιγκέλ Ντελίμπες και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι προέρχονται από διαφορετικές λογοτεχνικές διαδρομές και διαφορετικές εποχές. Δεν γράφουν όλοι με τον ίδιο τρόπο ούτε χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο για τον ίδιο σκοπό. Αυτό ακριβώς κάνει την ανθολογία ενδιαφέρουσα. Το ποδόσφαιρο γίνεται ένας κοινός τόπος, πάνω στον οποίο συναντιούνται διαφορετικές φωνές, διαφορετικές ευαισθησίες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο και την κοινωνία.

Και εδώ η συμβολή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν έχουμε απλώς πέντε ισπανικές ιστορίες μεταφερμένες στα ελληνικά. Ο Παλαιολόγος, ως μεταφραστής αλλά και ανθολόγος της έκδοσης, είναι αυτός που δημιουργεί τη γέφυρα ανάμεσα σε αυτές τις φωνές και στον Έλληνα αναγνώστη. Η μακρά ενασχόλησή του με την ισπανική λογοτεχνία και τη λογοτεχνική μετάφραση τού επιτρέπει να κινηθεί ανάμεσα στη γλώσσα, την εποχή, το ύφος και τις πολιτισμικές αναφορές των κειμένων χωρίς να χαθεί η ιδιαίτερη φωνή του κάθε συγγραφέα.

Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα. Η καλή μετάφραση είναι συχνά αόρατη. Όταν λειτουργεί σωστά, ο αναγνώστης ξεχνά ότι διαβάζει μετάφραση. Βλέπει μπροστά του ένα κείμενο που μοιάζει να γράφτηκε εξαρχής στη γλώσσα του. Στην περίπτωση αυτής της ανθολογίας, η μετάφραση δεν λειτουργεί απλώς ως τεχνικό μέσο μεταφοράς των ιστοριών από τα ισπανικά στα ελληνικά. Λειτουργεί ως τρόπος να αποκτήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό πρόσβαση σε μια ολόκληρη λογοτεχνική και ποδοσφαιρική κουλτούρα.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το στοίχημα αυτού του βιβλίου: να μας δείξει ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο αφήγησης για τη σύγχρονη εμπειρία. Όχι επειδή είναι σημαντικότερο από άλλα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά επειδή συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο την ένταση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, το σώμα και την Ιστορία, την ελπίδα και τη ματαίωση.

Και κάπως έτσι, το Τόσο κακό για το Τίποτα γίνεται κάτι περισσότερο από μια ανθολογία ποδοσφαιρικών ιστοριών.

Γίνεται ένα βιβλίο για τις ήττες που θυμόμαστε, για τις προσδοκίες που μας ξεπερνούν, για τους ήρωες που κάποτε φτιάξαμε και για τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτούς.

Γιατί, τελικά, ίσως το ποδόσφαιρο και η λογοτεχνία να έχουν κάτι πολύ σημαντικό κοινό: κανένα από τα δύο δεν μας οφείλει παρηγοριά. Μας οφείλει, όμως, μια ιστορία που να αξίζει να ειπωθεί.

Και αυτή η συλλογή έχει πέντε.

 

 

 

Βαγγέλης Μπουμπάκης
Ηθοποιός / Σκηνοθέτης
Θέατρο Άδειος Χώρος

 

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Andrea Cote, PUERTO QUEBRADO / Αντρέα Κότε, ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ

 

Andrea Cote

 

PUERTO QUEBRADO

 

Si supieras que afuera de la casa,
atado a la orilla del puerto quebrado,
hay un río quemante como las aceras.

Que cuando toca la tierra
es como un desierto al derrumbarse
y trae hierba encendida
para que ascienda por las paredes,
aunque te des a creer
que el muro perturbado por las enredaderas
es milagro de la humedad
y no de la ceniza del agua.

Si supieras
que el río no es de agua
y no trae barcos
ni maderos,
sólo pequeñas algas
crecidas en el pecho
de hombres dormidos.

Si supieras que ese río corre
y que es como nosotros,
o como todo lo que tarde o temprano
tiene que hundirse en la tierra.

Tú no sabes,
pero yo alguna vez lo he visto
hace parte de las cosas
que cuando se están yendo
parece que se quedan.

 

Puerto calcinado, 2003


 

Αντρέα Κότε

 

ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ

 

Αν ήξερες πως έξω απ’ το σπίτι,
δεμένο στην ακροθαλασσιά του ραγισμένου λιμανιού,
υπάρχει ένα ποτάμι φλεγόμενο σαν τα πεζοδρόμια.

 

Πως όταν αγγίζει τη γη
είναι σαν έρημος που καταρρέει
και φέρνει χόρτα πυρωμένα

για να σκαρφαλώσει στους τοίχους,
ακόμα κι αν εσύ θέλεις να πιστεύεις
πως ο τοίχος, θολωμένος από τις αγριοκληματίδες,
είναι θαύμα της υγρασίας
κι όχι της στάχτης του νερού.

 

Αν ήξερες
πως το ποτάμι δεν είναι από νερό
και δεν φέρνει καράβια
ούτε κορμούς δέντρων,
παρά μόνο μικρά φύκια
που φύτρωσαν στο στήθος
κοιμισμένων αντρών.

 

Αν ήξερες πως αυτό το ποτάμι κυλάει
και πως είναι σαν εμάς,
ή σαν καθετί που αργά ή γρήγορα
πρέπει να καταποντιστεί στη γη.

 

Εσύ δεν ξέρεις,
μα εγώ κάποτε το είδα·
είναι κομμάτι εκείνων των πραγμάτων
που, ενώ φεύγουν,
μοιάζει σαν να μένουν.

 

 

από τη συλλογή Puerto calcinado, 2003

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Escribir poco, decir mucho [siempre en español] / TALLER DE ESCRITURA DE MINIFICCIÓN EN ESPAÑOL, 2027

 


Querid@s tod@s, ¡EMPEZAMOS!

 

miércoles, 03 de febrero de 2027

 

Escribir poco, decir mucho

[siempre en español]

 

Τaller de escritura de minificción

[Konstantinos Paleologos / Eduardo Lucena]

 

¿Qué es el microrrelato? ¿Cuáles son sus características? ¿Es fácil escribirlo? Este taller pretende introducir a tod@s l@s interesad@s en el juego de la creación minificcionista.

 

 

 

ΙΝFORMACIÓN PRÁCTICA

 

DURACIÓN: 7 sesiones (03, 10, 17 y 24 de febrero; 03, 10 y 17 de marzo)

HORA: 21:00-23:00 

PRECIO: 130 euros

LUGAR: en línea

 

  

 

"Cuando despertó, el minicuento estaba aún por escribir"