Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Δύο ισπανικά φεμινιστικά ποιήματα από τα μέσα του 20ού αιώνα

 


 

Lucía Sánchez Saornil

 


HIMNO DE MUJERES LIBRES

Puño en alto mujeres de Iberia
hacia horizontes preñados de luz
por rutas ardientes,
los pies en la tierra
la frente en lo azul.

Afirmando promesas de vida
desafiemos la tradición
moldeemos la arcilla caliente
de un mundo nacido del dolor.

Que el pasado se hunda en la nada

¡qué nos importa el ayer!

Queremos escribir de nuevo

la palabra MUJER.

Adelante, mujeres del mundo,
con el puño elevado al azul,
por rutas ardientes,
adelante,
de cara a la luz.

 

 

Romancero de mujeres libres (1937)

                                            

 

Lucía Sánchez Saornil (Madrid, 1895-Valencia, 1970) fue una poeta ultraísta, militante anarquista y luchadora por la emancipación de las mujeres.


 

Λουθία Σάντσεθ Σαορνίλ

 

 

ΥΜΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 

Γροθιά ψηλά, γυναίκες της Ιβηρίας

προς ορίζοντες που κυοφορούν φως

μέσα από δρόμους φλεγόμενους,

τα πόδια στη γη

το μέτωπο στο γαλάζιο.

 

Τιμώντας υποσχέσεις ζωής

ας αψηφήσουμε την παράδοση

ας πλάσουμε τον ζεστό πηλό

ενός κόσμου γεννημένου απ՚ τον πόνο.

 

Στο τίποτα να βυθιστεί το παρελθόν

Τι μας νοιάζει το χθες!

Θέλουμε να γράψουμε ξανά

τη λέξη ΓΥΝΑΙΚΑ.

 

Εμπρός, γυναίκες του κόσμου,

με τη γροθιά υψωμένη στο γαλάζιο,

μέσα από δρόμους φλεγόμενους,

εμπρός,

με το πρόσωπο στο φως.

 

 

Romancero de mujeres libres (1937)

 

 

Η Λουθία Σάντσεθ Σαορνίλ (Μαδρίτη, 1895–Βαλένθια, 1970) ήταν μια ποιήτρια του ουλτραϊστικού κινήματος, αναρχική ακτιβίστρια και αγωνίστρια για τη γυναικεία χειραφέτηση.



 >.<>.< 


Ángela Figuera Aymerich

 

 

REBELIÓN

Serán las madres las que digan: Basta.
Esas mujeres que acarrean siglos
de laboreo dócil, de paciencia,
igual que vacas mansas y seguras
que tristemente alumbran y consienten
con un mugido largo y quejumbroso
el robo y sacrificio de su cría.

Serán las madres todas rehusando
ceder sus vientres al trabajo inútil
de concebir tan sólo hacia la fosa.
De dar fruto a la vida cuando saben
que no ha de madurar entre sus ramas.
No más parir abeles y caínes.
Ninguna querrá dar pasto sumiso
al odio que supura incoercible
desde los cuatro puntos cardinales.

Cuando el amor con su rotundo mando
nos pone actividad en las entrañas
y una secreta pleamar gozosa
nos rompe la esbeltez de la cintura,
sabemos y aceptamos para el hijo
un áspero destino de herramientas,
un péndulo de júbilo a la lágrima.
Que así la vida trenza sus caminos
en plenitud de días y de pasos
hacia la muerte lícita y auténtica,
no al golpe anticipado de la ira.

¿Por qué lograr espigas que maduren
para una siega de ametralladoras?
¿Por qué llenar prisiones y cuarteles?
¿Por qué suministrar carne con nervios
al agrio espino de las alambradas,
bocas al hambre y ojos al espanto?
¿Es necesario continuar un mundo
en que la sangre más fragante y pura
no vale lo que un litro de petróleo,
y el oro pesa más que la belleza,
y un corazón, un pájaro, una rosa
no tienen la importancia del uranio?

 

 

El grito inútil (1952)

 

 

 

Ángela Figuera Aymerich (Bilbao, 1902-Madrid, 1984) fue una escritora española, representante de la denominada poesía desarraigada de la primera generación de posguerra española. Adscrita por la crítica a la llamada poesía social, no estaba conforme con ello.

 

 

Άνχελα Φιγκέρα Αϊμέριτς

 

 

ΕΞΕΓΕΡΣΗ

 

Θα ’ναι οι μανάδες που θα πουν: Φτάνει.

Αυτές οι γυναίκες που κουβαλούν αιώνες

υπάκουης δουλειάς, υπομονής,

σαν αγελάδες πράες και δεδομένες

που θλιμμένα γεννούν και αποδέχονται

μ’ ένα μακρόσυρτο, παραπονεμένο μουγκανητό

την αρπαγή και τη σφαγή των μικρών τους.

 

Θα ’ναι οι μανάδες όλες που θα αρνηθούν

να παραχωρήσουν τις κοιλιές τους στο ανώφελο έργο

της σύλληψης μονάχα για τον λάκκο.

Καρπό να δίνουν στη ζωή όταν ξέρουν

ότι δεν θα ωριμάσει μες στα κλαδιά τους.

Να μην γεννούν άλλους Άβελ και Κάιν.

Καμιά δεν θα θελήσει να δώσει βοσκή υποταγμένη

στο μίσος που πυορροεί ασταμάτητα

από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

 

Όταν ο έρωτας με το ηχηρό του πρόσταγμα,

ενεργοποιεί τα σωθικά μας

και μια μυστική ευφορική πλημμυρίδα

τσακίζει τη λυγεράδα της μέσης μας,

γνωρίζουμε και αποδεχόμαστε για το παιδί

ένα σκληρό πεπρωμένο εργαλείου,

ένα εκκρεμές από τη χαρά στο δάκρυ.

Γιατί έτσι πλέκει η ζωή τα μονοπάτια της

με πληρότητα ημερών και βημάτων

προς έναν θάνατο δίκαιο και αυθεντικό,

όχι στο πρόωρο χτύπημα της οργής.

 

Γιατί να πασχίζουμε για στάχυα που ωριμάζουν

για να τα θερίσουν πολυβόλα;

Γιατί να γεμίζουμε φυλακές και στρατώνες;

Γιατί να προμηθεύουμε σάρκα με νεύρα

στα πικρά αγκάθια του συρματοπλέγματος,

στόματα στην πείνα και μάτια στον τρόμο;

Είναι άραγε αναγκαίο να διαιωνίζουμε έναν κόσμο

όπου το πιο ευωδιαστό κι αγνό αίμα

δεν αξίζει όσο ένα λίτρο πετρέλαιο,

και ο χρυσός ζυγίζει πιο πολύ από την ομορφιά,

και μια καρδιά, ένα πουλί, ένα τριαντάφυλλο

δεν έχουν την αξία του ουρανίου;

 

 

El grito inútil (1952)

 

 

Η Άνχελα Φιγκέρα Αϊμέριτς (Μπιλμπάο, 1902–Μαδρίτη, 1984) ήταν Ισπανίδα συγγραφέας, εκπρόσωπος της λεγόμενης ξεριζωμένης ποίησης, της πρώτης λογοτεχνικής γενιάς της μετεμφυλιακής Ισπανίας. Αν και κατηγοριοποιήθηκε από τους κριτικούς στην ομάδα της αποκαλούμενης κοινωνικής ποίησης, εκείνη δεν αποδέχθηκε ποτέ την εν λόγω ταμπέλα.

 

 

 

Η μετάφραση των δύο ποιημάτων αποτελούν προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στις 17 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, παρουσία της φιλολόγου και μελετήτριας της Γενιάς του ’27, Pepa Merlo.

 

Συμμετείχαν οι μεταφράστριες/ές: Μαρία Αθανασιάδου, Ηλέκτρα Αναγνώστου, Μυρτώ Γαρεφαλάκη, Δέσποινα Γιαβάση, Αναστασία Γιαλαντζή, Κονστάνς Ελμαλόγλου, Eduardo Lucena, Αλίκη Μανωλά, Ματίνα Μπίλλια, Στέλλα Παναγοπούλου, Laura Salas, Σοφία Φερτάκη, Βάσω Χρηστάκου.

 

 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Βιβλιοκριτική/Συνομιλία της Μαρίας Κολεύρη για/με το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Μια παράδοξη συνομιλία σε μια παράδοξη γωνία

ΧΑΡΤΗΣ 92 {ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026}

της Μαρίας Κολεύρη

 

Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, «Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία», εκδ. Σαιξπηρικόν 2026


Στην πο­ρεία του ανα­γνω­στι­κού μου βί­ου συ­νη­θί­ζω, προς ιδί­αν τέρ­ψη, σκέ­ψη και συμ­μόρ­φω­ση, να ανοί­γω κου­βε­ντού­λα με τους χα­ρα­κτή­ρες των βι­βλί­ων, να εντο­πί­ζω βιω­μα­τι­κά στοι­χεία στα γε­γο­νό­τα της αφή­γη­σης και ενί­ο­τε, να ανταλ­λάσ­σω από­ψεις με τον συγ­γρα­φέα και τις ιδέ­ες του. Εντού­τοις, στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου με τί­τλο Στουρ­νά­ρη και Ηπεί­ρου γω­νία, το οποίο εκ­δό­θη­κε την πε­ρα­σμέ­νη άνοι­ξη και το οποίο πε­ρι­λαμ­βά­νει εί­κο­σι εφτά μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα και ένα μο­νό­πρα­κτο, ο άτυ­πος αυ­τός διά­λο­γος με το συγ­γρα­φι­κό σύ­μπαν, μάλ­λον, υπερ­βαί­νει τα εσκαμ­μέ­να˙ και θα προ­σπα­θή­σω να εξη­γή­σω τι εν­νοώ.

Πριν από λί­γο και­ρό έχα­σα την ενε­νη­ντά­χρο­νη μη­τέ­ρα μου. Έκτο­τε, στο δρό­μο συ­να­ντώ διά­φο­ρους "φί­λους" της που με ρω­τούν «Τι κά­νει η κυ­ρία Κων­στα­ντί­να; Έχω μέ­ρες να την δω» (εν τω με­τα­ξύ, η μα­μά μου ήταν του­λά­χι­στον τρία χρό­νια κα­θη­λω­μέ­νη στο κρε­βά­τι ή στον κα­να­πέ στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση). «Να, ξέ­ρε­τε, πέ­θα­νε» ψελ­λί­ζω, συ­νή­θως, δι­στα­κτι­κά για­τί οι "φί­λοι" εί­ναι ηλι­κιω­μέ­νοι άν­θρω­ποι και πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Ακο­λου­θούν τα συ­νή­θη τυ­πι­κά «αχ, τι κρί­μα», «τα θερ­μά μας συλ­λυ­πη­τή­ρια», «ζωή σε λό­γου σας», «να ζή­σεις κο­ρί­τσι μου να τη θυ­μά­σαι» κλπ. Η συ­ζή­τη­ση κλεί­νει, σχε­δόν πά­ντο­τε, με την ερώ­τη­ση «Και από τί πέ­θα­νε;». Εί­ναι εκεί­νη η στιγ­μή που θέ­λω να απα­ντή­σω (αλ­λά η κα­λή ανα­τρο­φή μου -στα τσα­κί­δια να πά­ει- δεν μου το επι­τρέ­πει) «Από ατύ­χη­μα, έκα­νε μα­λα­κί­ες με το μη­χα­νά­κι!!!», θε­ω­ρώ­ντας ότι μια τό­σο πα­ρά­δο­ξη ει­κό­να θα τους έκα­νε να αντι­λη­φθούν (ή έστω να υπο­πτευ­θούν) την, εν προ­κει­μέ­νω, αφέ­λεια της ερώ­τη­σης. «Που την εί­δες την πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στην ει­κό­να, κυ­ρία μου;» δια­μαρ­τύ­ρε­ται ο Πα­λαιο­λό­γος, που αρ­χί­ζει να σκά­ει μύ­τη από την πα­ρά­δο­ξη γω­νία του. «Δες, λό­γου χά­ριν, την κυ­ρία Με­ρό­πη που οδη­γεί μη­χα­νά­κι στα ογδό­ντα της, χω­ρίς κρά­νος, φυ­σι­κά, για­τί δεν γου­στά­ρει να την σφίγ­γει τί­πο­τα, που ακού­ει στη δια­πα­σών Μάι­λι Σάι­ρους από το τραν­ζι­στο­ρά­κι που έχει στε­ρε­ω­μέ­νο με μο­νω­τι­κή ται­νία στον αρι­στε­ρό κα­θρέ­φτη και που συ­νη­θί­ζει να κα­βα­λά­ει το πε­ζο­δρό­μιο της κε­ντρι­κής πλα­τεί­ας, προ­κει­μέ­νου να δια­βά­σει από κο­ντά και να απο­λαύ­σει απρο­κά­λυ­πτα, τα κη­δειό­χαρ­τα».

«Απλή σύμ­πτω­ση σκέ­ψε­ων», λέω, και συ­νε­χί­ζο­ντας την ανά­γνω­ση του βι­βλί­ου και το σκά­λι­σμα των ανα­μνή­σε­ων, θυ­μή­θη­κα πως όταν ήμουν μι­κρή πη­γαί­να­με, συ­χνά, με τη μη­τέ­ρα μου στο Μι­νιόν, συ­νή­θως Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι, για να πά­ρου­με φα­γη­τό. Αρ­νί στη σού­βλα για εκεί­νη, από το οβε­λι­στή­ριο που ήταν ακρι­βώς από κά­τω, και για μέ­να (που σι­χαι­νό­μουν το κρέ­ας γε­νι­κώς και το αρ­νί ει­δι­κώς) πα­στί­τσιο από το εστια­τό­ριο στον τε­λευ­ταίο όρο­φο του Μι­νιόν (και το πα­στί­τσιο το σι­χαι­νό­μουν από τό­τε, αλ­λά αυ­τό κα­τά­φε­ρα να το πω φω­να­χτά πο­λύ αρ­γό­τε­ρα). Ένα από αυ­τά τα Σάβ­βα­τα, λοι­πόν, κα­θώς ανε­βαί­να­με με τις κυ­λιό­με­νες, έπε­σε το μά­τι μου σε ένα ζευ­γά­ρι λευ­κά μπο­τά­κια από λου­στρί­νι, με φερ­μουάρ στο πλάι και χο­ντρή λα­στι­χέ­νια σό­λα. Ακό­μα τα θυ­μά­μαι εκεί­να τα μπο­τά­κια (τι σου εί­ναι το απω­θη­μέ­νο, όμως!). Η μη­τέ­ρα μου αρ­νή­θη­κε να μου τα πά­ρει κι εγώ έκλαι­γα σε όλη την δια­δρο­μή της επι­στρο­φής με το τρέ­νο. Έκλαι­γα και αφού φτά­σα­με στο σπί­τι. Έκλαι­γα μέ­χρι να πέ­σω για ύπνο. Έκλαι­γα και την επό­με­νη ημέ­ρα (και στα­μα­τώ εδώ διό­τι με τα συ­νε­χή "έκλαι­γα" δια­τρέ­χω τον κίν­δυ­νο να απο­κα­λυ­φθούν οι αφη­γη­μα­τι­κές μου αδυ­να­μί­ες). Τε­λι­κά, μου υπο­σχέ­θη­κε ότι την επό­με­νη φο­ρά που θα πη­γαί­να­με να πά­ρου­με φα­γη­τό, θα αγο­ρά­ζα­με και τα μπο­τά­κια. Θα ήταν το δώ­ρο μου για τα Χρι­στού­γεν­να που πλη­σί­α­ζαν. Για κά­ποιον ανε­ξή­γη­το λό­γο, δεν την πί­στε­ψα και δι­καιώ­θη­κα λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα όταν μου εί­πε ότι το Μι­νιόν κά­η­κε. «Πο­τέ δεν εί­ναι αρ­γά» μουρ­μου­ρά­ει, κά­που απ’ το βά­θος, ο Πα­λαιο­λό­γος. «Που ξέ­ρεις; Ίσως, λί­γο πριν με­λαγ­χο­λή­σεις για τα εξή­ντα που έρ­χο­νται, να επι­στρέ­ψεις ξάφ­νου στην παι­δι­κή σου ηλι­κία και κά­ποιοι να σου αγο­ρά­ζουν, επι­τέ­λους, εκεί­να τα λου­στρί­νια από το Μι­νιόν». «Δε μπο­ρεί», σκέ­φτο­μαι, «κι αυ­τό σύμ­πτω­ση θα ’ναι, πα­ρό­τι σύμ­πτω­ση που επα­να­λαμ­βά­νε­ται παύ­ει να εί­ναι σύμ­πτω­ση»˙ θε­ω­ρία που επα­λη­θεύ­ε­ται με­ρι­κές σε­λί­δες πα­ρα­κά­τω.

Όταν ήμουν στο λύ­κειο, λοι­πόν, περ­νού­σα την πρώ­τη (αλ­λά όχι την χει­ρό­τε­ρη) κα­τα­θλι­πτι­κή μου πε­ρί­ο­δο. Προ­κει­μέ­νου να απο­φύ­γω την πλή­ρη κα­τάρ­ρευ­ση, και κυ­ρί­ως για να μην πά­ρει τί­πο­τα χα­μπά­ρι η κυ­ρά Κων­στα­ντί­να, έκα­να (σε εβδο­μα­διαία βά­ση, μά­λι­στα) κο­πά­να από το σχο­λείο μου στην Αχαρ­νών (aka ακαρ­νόν) στα Κά­τω Πα­τή­σια και πή­γαι­να με τα πό­δια στην Πα­τη­σί­ων για να χα­ζέ­ψω με τις ώρες τις βι­τρί­νες, να αγο­ρά­σω φτη­νές εκ­δό­σεις βι­βλί­ων από τους πλα­νό­διους με τα κα­ρο­τσά­κια και, ενί­ο­τε, εάν η κο­πά­να γι­νό­ταν στην απο­γευ­μα­τι­νή βάρ­δια, για να πιώ έναν κα­φέ στη Φω­κί­ω­νος Νέ­γρη. Εκεί­νη την επο­χή, επί­σης, ο σύ­ντρο­φος ενός συμ­μα­θη­τή μου, ο οποί­ος ήταν ήδη φοι­τη­τής στην Κα­λών Τε­χνών και μα­νιώ­δης ανα­γνώ­στης (άρα­γε λέ­γε­ται αυ­τό, ή εί­ναι μό­νο "μα­νιώ­δης κα­πνι­στής";), μου δά­νει­σε Το Παυ­σί­πο­νο του Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου, η ανώ­νυ­μη ηρω­ί­δα, την πα­ρα­μο­νή της πρω­το­χρο­νιάς του 1980, φο­ρά τη μα­κριά διά­φα­νη νυ­χτι­κιά της και αυ­το­κτο­νεί πέ­φτο­ντας από τη βε­ρά­ντα του σπι­τιού της. Δε­δο­μέ­νων και των συν­θη­κών, η σκη­νή αυ­τή με εί­χε στοι­χειώ­σει. Την ζου­σα, την οπτι­κο­ποιού­σα σε εκεί­νες τις βόλ­τες. Σή­κω­να το κε­φά­λι μου και έβλε­πα μπρο­στά μου την ηρω­ί­δα να βου­τά στο κε­νό από το μπαλ­κό­νι κά­ποιας από τις πο­λυ­κα­τοι­κί­ες που συ­νω­θού­νταν στα στε­νά της πε­ριο­χής. Άκου­γα τους μου­σα­μά­δες που ανέ­μι­ζαν από τις προ­σό­ψεις των νε­ο­α­να­γει­ρό­με­νων ή ανα­και­νι­ζό­με­νων οι­κο­δο­μών, και νό­μι­ζα ότι ακούω το πα­ρά­πο­νο του νυ­χτι­κού της που εί­χε ξε­μεί­νει πια­σμέ­νο στα κά­γκε­λα για να θυ­μί­ζει και κυ­ρί­ως να θυ­μά­ται την ιδιο­κτή­τριά του. Κά­θε χτύ­πος του μου­σα­μά στον αέ­ρα, και ένα "αντίο", ένα τε­λευ­ταίο "σ αγα­πώ" (με ή χω­ρίς από­στρο­φο) του νυ­χτι­κού προς την γυ­ναί­κα που, μέ­χρι πρό­τι­νος, κοι­μό­ταν στην αγκα­λιά του. «Τι εν­νο­είς "νό­μι­ζα";» πα­ρεμ­βαί­νει, απρο­κά­λυ­πτα αυ­τή τη φο­ρά, ο Πα­λαιο­λό­γος. «Ρί­ξε μια προ­σε­κτι­κή μα­τιά στα μπαλ­κό­νια του αθη­ναϊ­κού το­πί­ου, και θα δεις ότι τα απλω­μέ­να ρού­χα (όντως) νο­σταλ­γούν τους αυ­τό­χει­ρες που τα κρέ­μα­σαν επι­με­λώς στο σκοι­νί, λί­γο πριν βου­τή­ξουν στο κε­νό».

Και κά­που εκεί, απο­φα­σί­ζω να κλεί­σω το βι­βλίο φο­βού­με­νη ότι η κα­τά­στα­ση θα γί­νει ακό­μα χει­ρό­τε­ρη. Και κά­που εκεί, συ­νει­δη­το­ποιώ ότι η Πα­τη­σιών με την Αχαρ­νών σχη­μα­τί­ζουν ένα πα­ρό­μοιο, εξί­σου ανοι­χτό πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δο, όπως εκεί­νο που σχη­μα­τί­ζουν η Στουρ­νά­ρη και η Ηπεί­ρου. Και κά­που εκεί, τα δύο πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δα τε­ντώ­νουν τις πλευ­ρές τους μέ­χρι η Στουρ­νά­ρη να συ­να­ντή­σει την Πα­τη­σί­ων και η Ηπεί­ρου να συ­να­ντή­σει την Αχαρ­νών. Και κά­πως έτσι, κά­ποια πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δα παύ­ουν να μοιά­ζουν (τό­σο) ξέ­φρα­γα και κά­ποιες γω­νί­ες της ζω­ής μας παύ­ουν να φα­ντά­ζουν (τό­σο) ανέ­φι­κτες.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Βιβλιοκριτική του Κώστα Αθανασίου για τους Άγριους καιρούς του Mario Vargas Llosa

 

Μάριο Βάργκας Λιόσα, Άγριοι καιροί, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 

εκδόσεις Καστανιώτη, 2026

Η Εποχή, 05/07/2026

Κώστας Αθανασίου

 

1953. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ μεταθέτει από την Ελλάδα στη Γουατεμάλα τον πρέσβη Τζον Έμιλ Πιουριφόι, ο οποίος, γράφει ο Λιόσα, «είχε συμβάλει αποφασιστικά στο να συντρίψουν οι βασιλόφρονες στρατιωτικοί την αντικαθεστωτική δράση των κομμουνιστών ανταρτών, γεγονός που του είχε αποφέρει την προσωνυμία του Χασάπη της Ελλάδας». Ο Πιουριφόι, προτού καλά καλά καταθέσει τα διαπιστευτήριά του, κινητοποιεί τον μηχανισμό που μόλις επτά μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1954, θα ξεκινούσε το πραξικόπημα που τελικά θα ανέτρεπε τον εκλεγμένο πρόεδρο της Γουατεμάλας Χακόμπο Άρμπενς.

Το «έγκλημα» του Άρμπενς, που είχε αναλάβει την προεδρία της χώρας τον Μάρτιο του 1951, ήταν κάποια μέτρα εκσυγχρονισμού της Γουατεμάλας, κυρίως όμως ο νόμος για την Αγροτική Μεταρρύθμιση, που μεταβίβαζε ακαλλιέργητες εκτάσεις σε ακτήμονες αγρότες (αποζημιώνοντας μάλιστα τους γαιοκτήμονες ιδιοκτήτες). Το βασικό «πρόβλημα», όμως, ήταν ότι για πρώτη φορά θα πλήρωνε φόρο η εταιρεία United Fruit, η οποία «σε ολόκληρη την ιστορία της στη Γουατεμάλα, πάνω από μισό αιώνα, δεν είχε πληρώσει ούτε ένα σεντς σε φόρους». Η τύχη του Άρμπενς είχε κριθεί.

Σε αυτή την ταραγμένη εποχή για τη Γουατεμάλα μάς μεταφέρουν οι Άγριοι καιροί του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ο συγγραφέας, με μια αφήγηση που πηγαινοέρχεται στον χρόνο, σκιαγραφεί την εποχή που προηγήθηκε των χρόνων του Άρμπενς, την προεδρία Άρμπενς και τον σχεδιασμό του πραξικοπήματος, αλλά και πολλά από τα γεγονότα που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Μέσα από ένα ψηφιδωτό από μυθοπλαστικούς χαρακτήρες και πραγματικά ιστορικά πρόσωπα, αποτυπώνει την εισβολή και την παντοδυναμία της United Fruit στην Κεντρική Αμερική, τον απροσχημάτιστο ρόλο που έπαιζαν ο μανιακός αντικομμουνιστής Πιουριφόι («φανατικός και ρατσιστής, κι επίσης σκοταδιστής μακαρθιστής, με πολύ περιορισμένη ικανότητα πνευματικής αφομοίωσης, σύμφωνα με τη σύζυγο του Άρμπενς») και η CIA αλλά και οι γύρω δικτάτορες (Σομόσα, Τρουχίγιο κ.λπ.), την τρομακτική τυφλή βία που ακολούθησε μετά το πραξικόπημα, μια «βία τόσο αποτρόπαια ώστε ξεπέρασε κάθε προηγούμενο», «ένα κυνήγι μαγισσών πρωτοφανές ακόμα και για τη βίαιη ιστορία της Γουατεμάλας», τον άθλιο ρόλο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων των ΗΠΑ που εν πλήρει συνειδήσει καλλιέργησαν τον ανυπόστατο μύθο του «κομμουνιστικού κινδύνου», όσον αφορά τη Γουατεμάλα, που υποτίθεται πως αποτελούσε κίνδυνο για τις ΗΠΑ, τον εξίσου άθλιο ρόλο της Καθολικής Εκκλησίας και του τοπικού αρχιεπίσκοπου, αλλά και τις τραγικές συνθήκες φτώχιας στις οποίες ζούσαν οι κάτοικοι της χώρας, στην πλειονότητά τους ιθαγενείς Μάγια.

Όλα αυτά απέναντι σε μια επίσημη ιστορική αφήγηση που συχνά είναι «η μυθοπλαστική διαστρέβλωση της πραγματικότητας».

Στις δύο τελευταίες (από τις 400) σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας, ενώ σωστά λέει πως η επέμβαση των ΗΠΑ στη Γουατεμάλα «καθυστέρησε τον εκδημοκρατισμό της ηπείρου για δεκαετίες», ο τρόπος που επιχειρεί να συνδέσει το πραξικόπημα με το ζήτημα της Κούβας και των αντάρτικων κινημάτων στη Λατινική Αμερική είναι μάλλον επιφανειακός.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Βιβλιοκριτική του Δημήτρη για το Τόσο κακό για το τίποτα [πέντε ποδοσφαιρικές ιστορίες από την Ισπανία]

 

Μετά το Puro Fútbol του Roberto Fontanarrosa, οι εκδόσεις Απρόβλεπτες εκδίδουν ένα ακόμα λογοτεχνικό βιβλίο για το ποδόσφαιρο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο-σφηνάκι με τέσσερα διηγήματα και ένα ποίημα για το ποδόσφαιρο από πέντε μεγάλες μορφές των ισπανικών γραμμάτων.

Δεν αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο ως κάτι γκλαμουράτο και αφήνουν στην άκρη τις επιτυχίες. Η αποτυχία και ήττα είναι που έχουν το πάνω χέρι στις ιστορίες αυτές. Χαμένα πέναλτι που άφησαν ιστορία, οι σκέψεις ενός ποδοσφαιριστή για δόξα αλλά και για εκδίκηση. Το ποδόσφαιρο, όσο και να είναι γεμάτο λάμψη για τους αθλητές, δεν ήταν πάντα έτσι. Λάσπες, θυμός, αποτυχίες, κράμπες, κλάματα...

Η μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είναι εξαιρετική σε όλα τα διηγήματα και στο ποίημα στο τέλος του βιβλίου. Αυτό το βιβλίο, είναι μία ακόμα απόδειξη της σημαντικότητας του βασιλιά των σπορ στην κοινωνία. Τεράστιες μορφές των γραμμάτων σε όλον τον κόσμο, έχουν μιλήσει για αυτό και όσον αφορά το κοινωνικό του αντίκτυπο, δε χρειάζεται να πω κάτι, φαίνεται μέχρι και στις μέρες μας.

Το μόνο μου παράπονο, είναι ότι θα μπορούσε να περιέχει λίιιιιιγα περισσότερα διηγήματα αυτή εδώ η έκδοση.


https://www.goodreads.com/book/show/253901935

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Lara Moreno: Κανένας έρωτας δεν ζει στις αναμνήσεις




Μια γυναίκα ξανασμίγει μ’ έναν παλιό εραστή, αλλά ανάμεσά τους υφίσταται μόνο ένα αγεφύρωτο κενό. Μια άλλη νιώθει τη μοναξιά να της σφίγγει τον λαιμό καθώς διασχίζει με πλοίο τη Μεσόγειο προς την αφρικανική ήπειρο. Μια οικογένεια αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της χαράματα για να γλυτώσει από την επελαύνουσα δασική πυρκαγιά. Ένας δολοφόνος προσπαθεί να φανεί τρυφερός την ημέρα των γενεθλίων του. Ένας άντρας φαντάζεται την πρώην σύζυγό του να αντιμετωπίζει την καθημερινότητα χωρίς εκείνον. Ένα ζευγάρι έρχεται αντιμέτωπο με τη διάλυση της σχέσης του την ώρα που ένας αρουραίος περιφέρεται στην πολυκατοικία. Δύο γείτονες ζουν επί χρόνια μη εφαπτόμενες ζωές… 15 διηγήματα, 15 κρυφές πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων και των αδυσώπητων σιωπών που συχνά τις σφραγίζουν.

 

Η Λάρα Μορένο είναι μια συγγραφέας που χαίρει ιδιαίτερης αναγνώρισης στην Ισπανία για το άμεσο ύφος της, την ικανότητά της να απεικονίζει την ανασφάλεια και τη βία της σημερινής κοινωνίας, και τη λυρική αλλά συνάμα αιχμηρή πρόζα της που αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς.


>.<>.<


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

Σύγχρονες Ισπανίδες διηγηματογράφοι.

Τάσεις, θεματολογία, κυριότερες εκπρόσωποι και η «περίπτωση» της Λάρα Μορένο

 

 

Το διήγημα, αυτό το τόσο συναρπαστικό και εκδοτικά παραμελημένο πεζογραφικό είδος, έχει τεράστια παράδοση στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία, κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα (και τα ρεύματα του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού) μέχρι, φυσικά, τις μέρες μας. Αν θελήσουμε να αναφερθούμε επιγραμματικά σε ορισμένους σπουδαίους δημιουργούς του είδους, τότε πρέπει να σταθούμε στα ονόματα των Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν [Pedro Antonio de Alarcón, 1833-1891], Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός [Benito Pérez Galdós, 1843-1920], Λεοπόλδο Άλας, γνωστότερου με το ψευδώνυμο Κλαρίν, [Leopoldo Alas, Clarín, 1852-1901], Πίο Μπαρόχα [Pío Baroja, 1872-1956], Χουάν Εδουάρδο Θούνιγα [Juan Eduardo Zúñiga, 1919-2020], Αντόνιο Περέιρα [Antonio Pereira, 1923-2009], Ιγνάθιο Αλδεκόα [Ignacio Aldecoa, 1925-1969], Φερνάντο Κινιόνες [Fernando Quiñones, 1930-1998] μεταξύ πολλών άλλων.

          Ως προς τις γυναίκες συγγραφείς, το πρώτο σημαντικό όνομα της ισπανικής διηγηματογραφίας είναι η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν [Emilia Pardo Bazán, 1851-1921], έξοχη συγγραφέας και εισηγήτρια του Νατουραλισμού στην Ισπανία, τα διηγήματα της οποίας έχουν ισχυρές επιρροές από τους λαϊκούς ανθρώπους (ψαράδες, αγρότες κ.λπ.) και τους θρύλους της Γαλικίας. Η γυναικεία συγγραφική παρουσία στο διήγημα γίνεται, ωστόσο, πιο έντονη και ρηξικέλευθη από τα μέσα του 20ού αιώνα, στην καρδιά του φρανκικού καθεστώτος, με τη συνεισφορά της Ρόσα Τσαθέλ [Rosa Chacel, 1898-1994], αλλά, πρωτίστως, με τρεις γυναίκες που γράφουν με τρόπο μαεστρικό και καινοφανή για τα προβλήματα και τις (αρνητικές) διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες της εποχής τους στην ισπανική κοινωνία, τόσο στις μεγαλουπόλεις όσο και στην επαρχία. Αναφερόμαστε στις Κάρμεν Λαφορέτ [Carmen Laforet, 1921-2004], Άνα Μαρία Ματούτε [Ana María Matute, 1925-2014] και Κάρμεν Μαρτίν Γκάιτε [Carmen Martín Gaite, 1925-2000].

          Με τον θάνατο του δικτάτορα και την επάνοδο της δημοκρατίας, τη δεκαετία του ’70, αρχίζει στην Ισπανία η χρυσή εποχή του μυθιστορήματος (που κρατάει την πρωτοκαθεδρία, τόσο σε αριθμό ετησίως εκδιδόμενων τίτλων όσο και σε πωλήσεις, μέχρι τις μέρες μας). Παρ’ όλα αυτά, το διήγημα, αν και πάντα σε δεύτερο πλάνο, είναι παρόν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, όπου ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων βιβλίων, οι συλλογές διηγημάτων τεσσάρων γυναικών, της Καταλανής Κριστίνα Φερνάντεθ Κούμπας [Cristina Fernández Cubas, 1945], της επονομαζόμενη και «gran maestra» της σύντομης φόρμας στην Ισπανία, της επίσης Καταλανής και πολυβραβευμένης Κάρμε Ριέρα [Carme Riera, 1948], της Ρόσα Μοντέρο [Rosa Montero, 1951] και της Αλμουδένα Γκράντες [Almudena Grandes, 1960-2021]. Οι δύο τελευταίες, που έχαιραν έντονης προβολής τόσο λόγω των μυθιστορημάτων τους όσο και της αρθρογραφίας τους στην El País, έδωσαν κατά κάποιον τρόπο συνέχεια στη διηγηματογραφία των Λαφορέτ, Ματούτε και Μαρτίν Γκάιτε, έχοντας πάντα σε πρώτο πλάνο το αίτημα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ισότητα των φύλων.  

Από τα τέλη του 20ού αιώνα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η ορατότητα και η ποικιλομορφία της γυναικείας διηγηματογραφίας στην Ισπανία, μιας διηγηματογραφίας με έντονο υβριδισμό των ειδών –δεν είναι καθόλου σπάνιες οι περιπτώσεις παντρέματος των διηγημάτων με το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία ή ακόμα και την ποίηση–, διαρκώς επεκτείνεται: καταξιωμένες συγγραφείς (ή συγγράφισσες για να υιοθετήσουμε έναν όρο που σηματοδοτεί την αναζήτηση ενός νέου και πιο συμπεριληπτικού τρόπου έκφρασης στα ελληνικά) που εξακολουθούν να επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους, συνυπάρχουν με αναδυόμενες συγγραφείς. Στη σύγχρονη γυναικεία ισπανική διηγηματογραφία ξεχωρίζει έντονα η παρουσία θεμάτων όπως η ατομική/συλλογική μνήμη και η απώλειά της, οι συνήθως τραυματικές προσωπικές εμπειρίες, οι φεμινιστικές διεκδικήσεις και ο αγώνας για δικαίωση, η γυναικεία αυτονομία και σεξουαλικότητα, η έμφυλη βία, η αυτομυθοπλασία, ενώ είναι συχνή η χρήση οικιακών χώρων και οικογενειακών στιγμών ως σκηνικών βίας και παρενόχλησης.

Οι γυναίκες διηγηματογράφοι που κυριαρχούν στο σημερινό λογοτεχνικό τοπίο της Ισπανίας είναι, πρωτίστως, οι γεννημένες κατά τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ονόματα των Ελβίρα Λίντο [Elvira Lindo, 1962], Νούρια Μπάριος [Nuria Barrios, 1962], Μπελέν Γκοπέγκι [Belén Gopegui, 1963], Μάρτα Σανθ [Marta Sanz, 1967], Εσπίδο Φρέιρε [Espido Freire, 1974], Σάρα Μέσα [Sara Mesa, 1976], Ελβίρα Ναβάρο [Elvira Navarro, 1978], Μαρία Φολγκέρα [María Folguera, 1984], Κριστίνα Μοράλες [Cristina Morales, 1985], Άισα δε λα Κρουθ [Aixa de la Cruz, 1988].  

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι πολλές νέες συγγραφείς (ακόμα και γεννημένες τη δεκαετία του ’90, όπως η Μάρτα Χιμένεθ Σεράνο [Marta Jiménez Serrano, 1990] ή η Ρόσα Μονκάγιο [Rosa Moncayo, 1993]) έχουν υιοθετήσει σήμερα το διήγημα ως έναν χώρο πειραματισμού και εξερεύνησης νέων ευαισθησιών, με οικονομία λέξεων αλλά και υψηλή συναισθηματική πυκνότητα. Οφείλουμε δε, σε αυτό το σημείο, να επισημάνουμε ότι η αναζωογόνηση του είδους χρωστάει πολλά σε μικρούς ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους (Páginas de Espuma, Candaya, Impedimenta, Menoscuarto κ.λπ.), αλλά και στην ύπαρξη πληθώρας βραβείων διηγήματος σε όλη την ισπανική επικράτεια.

 

Η «περίπτωση» της Λάρα Μορένο

 

Η Λάρα Μορένο γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1978 και μεγάλωσε σε μια άλλη πόλη της Ανδαλουσίας, την Ουέλβα. Εμφανίστηκε στα ισπανικά γράμματα το 2004 με μια συλλογή διηγημάτων, Casi todas las tijeras, και έκτοτε έχει εκδώσει συνολικά 11 τίτλους (4 ποιητικές συλλογές, 3 μυθιστορήματα, 3 συλλογές διηγημάτων και 1 δοκίμιο), αναλυτικά οι τίτλοι αυτοί είναι οι εξής:

 

Συλλογές διηγημάτων

Casi todas las tijeras (2004)

Cuatro veces fuego (2008)

Ningún amor está vivo en el recuerdo (2025)

 

Ποίηση

La herida costumbre (2008)

Después de la apnea (2013)

Tuve una jaula (2019)

Tempestad en víspera de viernes (2020)

 

Μυθιστορήματα

Por si se va la luz (2013)

Piel de lobo (2016)

La ciudad (2022)

 

Δοκίμιο

Deshabitar (2020)

 

Έχει λάβει δύο διακρίσεις για το έργο της, το Βραβείο Cosecha Eñe 2013 για το διήγημά της «Toda una vida», ενώ, επίσης το 2013, της απονεμήθηκε ο τίτλος Νέο Λογοτεχνικό Ταλέντο Fnac· από το 2017, κατέχει τη θέση της υπεύθυνης εκδόσεων του σημαντικού εκδοτικού οίκου Caballo de Troya. 

Η Μορένο συνδυάζει έναν τολμηρό τρόπο γραφής (ως προς τη σύνταξη και τη στίξη) με μια θεματολογία που καταπιάνεται με θεμελιώδη ζητήματα όπως η οικογένεια, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι πνιγηρές σιωπές, η έλλειψη επικοινωνίας και ο πόνος. Τα διηγήματά της, όπως άλλωστε και τα μυθιστορήματά της, εξερευνούν με ματιά-νυστέρι τις οικογενειακές ή διαπροσωπικές εντάσεις (σε πολλές περιπτώσεις το αναγνωστικό κοινό δεν μαθαίνει ποτέ την αφορμή της έντασης, ένα υπέροχο εύρημα που τονίζει το εύθραυστο των διαπροσωπικών σχέσεων χωρίς να «εξηγεί» την αιτία του προβλήματος), τις ερωτικές σχέσεις (τις περισσότερες φορές, προ πολλού τελειωμένες), τη βία (σωματική ή λεκτική), την (πολλές φορές μη δυνάμενη να εκφραστεί) επιθυμία.

 

Η ισπανική γυναικεία διηγηματογραφία στην Ελλάδα

 

Επισημάναμε στην αρχή αυτού του επιμέτρου, ότι το ισπανικό διήγημα –παρά τη συχνότατη παρουσία του στα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά– έχει εκδοθεί στη χώρα μας με το σταγονόμετρο. Ως αυτοτελή βιβλία, έχουν κυκλοφορήσει ελάχιστες συλλογές των Αλαρκόν, Γκαλδός, Περέιρα, Αλδεκόα (τους οποίους μνημονεύσαμε όταν αναφερθήκαμε στους κλασικούς θεμελιωτές της ισπανικής διηγηματογραφίας), αλλά και κάποιων νεότερων όπως των Κιμ Μονζό [Quim Monzó, 1952], Χούλιο Γιαμαθάρες [Julio Llamazares, 1955], Σέρζι Πάμιες [Sergi Pàmies, 1960] ή Χουάν Μανουέλ δε Πράδα [Juan Manuel de Prada, 1970].

          Όσον αφορά τις γυναίκες διηγηματογράφους, παρότι έχουν εκδοθεί στα ελληνικά αρκετά μυθιστορήματα των σημαντικότερων από αυτές (βλέπε τις περιπτώσεις Πάρδο Μπαθάν, Λαφορέτ, Ματούτε, Μαρτίν Γκάιτε, Ριέρα, Μοντέρο, Γκράντες, Σανθ, Μέσα, Φρέιρε, Moράλες κ.ά.), δεν έχουμε, αντιθέτως, από τις εν λόγω συγγραφείς ούτε μία συλλογή διηγημάτων. Οι μόνες δύο αυτοτελείς συλλογές ισπανίδων διηγηματογράφων στην Ελλάδα προέρχονται από τα καταλανικά: Το τραγούδι της νιότης της Μονσεράτ Ροτς [Montserrat Roig, 1946-1991], σε μετάφραση Γιώργου Χατζητριανταφύλλου, και Καλπάζοντας όλη τη νύχτα της Καρλότα Γκουρτ [Carlota Gurt i Daví, 1976], σε μετάφραση Ελένης Μπύρου. Το 2020, οι εκδόσεις Σαιξπηρικόν εξέδωσαν, σε συλλογική μετάφραση και ανθολόγηση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μια μικρή ανθολογία σύγχρονου ισπανικού διηγήματος, με τίτλο 5, στην οποία συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, από ένα διήγημα της Νούρια Μπάριος και της Σάρα Μέσα.