Χαρτογραφώντας τον πόνο και την ασθένεια στη σύγχρονη
λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής
Luis Jorge Boone, Μυστικά δωμάτια: Περί ασθένειας,
πόνου και σώματος στη λογοτεχνία, μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2026
Οι σχέσεις της ασθένειας, του πόνου και του σώματος
στη λογοτεχνία και οι θεωρητικές προσεγγίσεις τους σαφώς δεν είναι κάτι νέο ή
πρωτότυπο. Στα καθ’ ημάς, οι διαρκείς ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις συνεχίζουν
να συμπλέκονται στο πλαίσιο ρητορικών που υποστηρίζουν τις πολιτικές ορατότητας
και την πολυφωνία ευάλωτων φωνών που δικαιούνται τους δικούς τους χώρους και
εκπροσώπηση. Διαμορφώνονται, λοιπόν, συνεχή διλήμματα και οικειοποιήσεις
σχετικά με τις σχέσεις του τραύματος, της ασθένειας και του πόνου με τις εκφάνσεις
του ανθρώπινου και τις πολλαπλές υποκειμενικότητες.
Το βιβλίο του Μεξικανού Λουίς Χόρχε Μπόνε
(Luis Jorge Boone) με τον τίτλο Μυστικά δωμάτια: Περί
ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία παρουσιάζει ενδιαφέρον με
βάση τα παραπάνω αλλά και για δύο επιπλέον λόγους. Αφενός γιατί προσφέρεται η
δυνατότητα να παρατηρηθεί πώς τα υπό εξέταση θέματα στη σύγχρονη
λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και θεωρία προσομοιάζουν ή διαφοροποιούνται από τα
δικά μας, αφετέρου γιατί πρόκειται για ένα ενδιαφέρον εκδοτικό εγχείρημα των
Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, το δεύτερο δοκίμιο στη σειρά υπό
την ευθύνη του καταρτισμένου Δημήτρη Χρυσού Τομαρά.
Προσωπικός, λογοτεχνικός και πολιτικός πόνος
Οι πέντε ενότητες του βιβλίου αναφέρονται στις
συζεύξεις των ιατρικών διαγνώσεων, των δίπολων υγείας-ασθένειας, των
συναισθηματικών διακυμάνσεων και της συναισθηματικής ελλειπτικής διαχείρισης
του πόνου, του νοσούντος σώματος αλλά και της κατασκευής του έρωτα ως
ασθένειας. Το δοκίμιο του Μπόνε εξελίσσεται διατρέχοντας κλασικές
αναφορές της ασθένειας και πηγές από την ποίηση και τη λογοτεχνία της Λατινικής
Αμερικής, συχνά με άνισο τρόπο, συνδέοντας ποικίλες διαβαθμίσεις φωνών και
τόνων δικές του και άλλες. Η προσωπική του ιστορία πόνου συμπλέκεται με
αφηγήσεις άλλων σε ένα παλίμψηστο αναφορών, άλλοτε λυρικές κι άλλοτε κριτικές,
πολιτικές ή περισσότερο θεωρητικές με οδηγό διαφορετικές εκδοχές της ανθρώπινης
διαχείρισης της φθοράς, της απώλειας και του πένθους.
Εξαρχής η επίπλαστη φύση της υγείας-νόσου ως
χαρακτηριστικού της ανθρώπινης κατάστασης εκφέρεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα στο
ίδιο το συμβάν της ασθένειας, της ιατρικής της κατηγοριοποίησης, και των
υποκειμενικών διαδρομών του καθενός. Η ποίηση και η λογοτεχνία ορίζονται
αντιστικτικά σε κάθε αντικειμενική εκδοχή του πραγματικού που ορίζει με
γραμμικούς τρόπους τις διαδρομές της αρρώστιας: τη διάγνωση, την ιατρική
παρέμβαση και τα στάδιά της, την ίαση ή τον τερματισμό με τον θάνατο. Η αφήγηση
αντιπαραβάλλεται στη στεγνή παράθεση της πληροφορίας ή των γεγονότων και
γίνεται καταλύτης μιας επιτελεστικής διαδρομής με αντικρουόμενα στοιχεία που
λειτουργεί σαν ένας εξελισσόμενος χάρτης μιας απροσδιόριστης επικράτειας στις
προσπάθειες απόδοσης νοήματος καθώς και στη διαχείριση της επιθυμίας για ενεργό
συντήρηση του εαυτού, του φθαρτού σώματος, των αγαπημένων ανθρώπων που χάθηκαν
ή δεν είναι πια παρόντες, και της επιθυμίας για σύνδεση. Μιλάμε για μια διαρκή
αναμονή μέχρι την έλευση του τέλους. Ο συγγραφέας επικαλείται τον Πέδρο
Γκουσμάν και το ποίημά του «Καρδιολογικό νοσοκομείο» για να ομολογήσει μαζί του
πως «εκείνος που περιμένει είναι αδύνατο να μείνει σε διαρκή φάση
αδιαφορίας»(σ. 31). Στους λαβύρινθους παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος η
νοσταλγία διαπερνά τον χρόνο, υπενθυμίζοντας ότι παρά τον πόνο οι αντοχές
παραμένουν και με κάποιους τρόπους είμαστε μέσα στο παιχνίδι ακόμα και στην
παραδοχή πως ενίοτε «ο μόνος τρόπος να αποδεχτούμε τους άλλους είναι να
τους χάσουμε για λίγο –τόσο ώστε να γίνουν ξένοι» (σ. 35). Τελικά,
απέναντι στην κάθε τύπου αυθεντία η οποία προβάλλεται με τη μορφή του
παντογνώστη αφηγητή, η κάθε τύπου φθορά –σωματική, ιατρική ή συναισθηματική–
επιβεβαιώνει τη διαρκή παρουσία εναλλακτικών εκδοχών που κάμπτουν τη
γραμμικότητα του χρόνου, του χώρου και του εαυτού ως μονοδιάστατης οντολογικής
μονάδας με σαφή όρια. Είναι επομένως η τέχνη που επιτρέπει εναλλακτικές
αμφισβητήσεις στις ηγεμονικές κατασκευές των κλειστών συστημάτων:
«[…]
Έτσι καμιά ιδέα δεν μπορεί να διαμελιστεί,
καμιά
σφυριά δεν είναι ικανή να γλυκάνει το τύμπανο
και
καμιά σκιά δεν υποκλίνεται
σε
καταρρέοντα μνημεία[…]» (σ. 66)
Το παράθεμα αυτό από ποίημα του Φρανσίσκο Ερνάντες
συντηρεί την ποικιλία των διαφορετικών εκδοχών και αφηγήσεων. Εδώ η
θραυσματικότητα παραμένει ενεργή και αέναα μεταλλασσόμενη, ενώ παράλληλα κάθε
αφήγηση για τον πόνο και την ασθένεια σε όλες τις ιδιότυπες εκφάνσεις και με
όλα τα διαφορετικά χαρακτηριστικά τους κρατάει ακέραια την έννοια του χάρτη ως
σημείο εκκίνησης και διαρκούς επινόησης. Τοιουτοτρόπως, η γραφή γίνεται
μετασχηματισμός για ό,τι θεωρείται αναπόφευκτο ή απολεσμένο. Όπως αναφέρεται
στη συνέχεια του ποιήματος:
«Χάρτης
θα μπορούσε να είναι η λέξη.
Χάρτης:
χαρακτηριστικό παρασόλι για να χαθείς.
Ή
ενισχυμένα λέπια ερπετών
όπου
το Χ δεν σημειώνει ποτέ τη θέση του θησαυρού» (σ. 66)
Συμβολικές λειτουργίες της γραφής
Ωστόσο, αν και ο συγγραφέας φαίνεται ότι συμφωνεί τις
περισσότερες φορές με τη θέση της γραφής ως θεραπείας και παρηγοριάς, η
ανάγνωση αυτή καταλήγει σε πολλά σημεία του βιβλίου να επαναφέρει μια μονόδρομη
γραμμική αφήγηση που παραπέμπει στη θετική ψυχολογία, αγνοώντας τις αισθητικές
λειτουργίες και τις σχέσεις μορφής, περιεχομένου, γλώσσας. Πρόκειται για το
δίλημμα που τίθεται με ανοιχτό τρόπο από τον Νταβίδ Ουέρτα και που επιδέχεται
πληθώρα διαφορετικών οικειοποιήσεων: «Χρειάζεται επιτέλους να αναρωτηθούμε
εάν μια συζήτηση περί ποίησης είναι εκπολιτιστική. Μήπως είναι τελικά
αντιπολιτιστική; Το λέω γιατί υπάρχει κάτι στην ποίηση που διαρκώς
αποσυνδέεται, αποστασιοποιείται, είναι μια αντιτιθέμενη απόκλιση: λέει όχι,
εμμένει στον αρνητισμό» (σ. 71).
Αυτή η ρευστότητα που απομακρύνει από τα κλειστά
οριστικά σχήματα των κατατάξεων απεμπολεί απαντήσεις που εμμένουν σε ένα μόνο
ρεπερτόριο για τις λειτουργίες της γραφής απέναντι στη νόσο, μεταφορική ή
συμβολική, ακόμα και αν θίγονται ζητήματα που αφορούν τις αιχμηρές ακραίες
εκδοχές της επιθυμίας και του έρωτα. Ίσως οι αντιρρησιακές εκδοχές των κειμένων
απέναντι σε κάθε τύπου κανονικότητα που επιβάλλει το υγιές και το νοσηρό να
σημειώνουν το πάθος ως συστατικό του βίου και της μη παραίτησης.
Κι αν στο ποίημα της Σύλβιας Πλαθ «Τουλίπες» δηλώνεται
η παραίτηση:
«[…]
Δεν είμαι καμία· δεν έχω την παραμικρή σχέση με τις εκρήξεις.
Παρέδωσα
το όνομά μου και τα καθημερινά μου ρούχα
στις
νοσοκόμες
το
ιστορικό μου στον αναισθησιολόγο, το σώμα μου
στους
χειρούργους» (σ. 136)
είναι η ποιητική αυτή πράξη που ακυρώνει την ήττα
επειδή έχει μιληθεί. Η ποίηση παραμένει αιχμηρά δαιμονισμένη απέναντι στις
βεβαιότητες. Η ζεύξη αυτή καταγράφεται και στη γλωσσοπλαστική δεινότητα του
τίτλου της τελευταίας ποιητικής συλλογής του μεξικανού ποιητή Μποόρκες
(Abigael Bohórquez) Poesida, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα
στην ποίηση (poesía) και τη δαιμονισμένη (poseída).
Σε πολλά σημεία του βιβλίου παρεισφρέουν κατά τη γνώμη
μου εκλαϊκευμένες ψυχαναλυτικές εκδοχές που επαναφέρουν θεωρίες του βάθους και
περιορίζουν την ανοιχτότητα των κειμένων και την επίμονη επιθυμία
του Μπόνε να ωθήσει τους αναγνώστες/στριες να προτάξουν τους δικούς
τους τρόπους διαβάσματος. Η καταληκτική του όμως ερώτηση για την απώλεια ως
ανοιχτή πρόθεση που απευθύνει στον νεκρό του φίλο: «Η θλίψη μην είναι
άραγε αγάπη που επιμένει;» (σ. 223) επαναφέρει τις ισορροπίες στις
διαρκείς μεταμορφώσεις της λογοτεχνίας ως προς όλα αυτά τα ζητήματα στην
εξελισσόμενη ιστορικότητά της και τους δεσμούς ανάμεσα στο προσωπικό και τους
εκάστοτε διλημματικούς κοινούς τόπους.





