Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Gabriel Jiménez Emán - celebrando a un pionero / Γκαμπριέλ Χιμένες Εμάν – μικροδιηγήματα ενός πρωτοπόρου

 

 

 

Gabriel Jiménez Emán - celebrando a un pionero

 

Γκαμπριέλ Χιμένες Εμάν – μικροδιηγήματα ενός πρωτοπόρου

 

 

Gabriel Jiménez Emán (Caracas, Venezuela, 1950) es un escritor, narrador, poeta, ensayista, compilador y traductor venezolano, destacando más en el ámbito de la narrativa y la poética, la cual ha sido traducida a varios idiomas y recogida en antologías latinoamericanas y europeas. En 1973, Emán publicó Los dientes de Raquel, uno de los primeros libros de minicuentos editados en Latinoamérica. 

 

Ο Γκαμπριέλ Χιμένες Εμάν (Καράκας, Βενεζουέλα, 1950) είναι Βενεζουελανός πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος και μεταφραστής, που έχει διακριθεί στους τομείς της πεζογραφίας και της ποίησης −η οποία έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες−, ενώ κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε λατινοαμερικανικές και ευρωπαϊκές ανθολογίες. Το 1973, ο Εμάν δημοσίευσε το Los dientes de Raquel, ένα από τα πρώτα βιβλία μικροδιηγημάτων που εκδόθηκαν στη Λατινική Αμερική.

 

>.<>.<

 

Los brazos de Kalym

 

Kalym se arrancó los brazos y los lanzó a un abismo. Al llegar a su casa, su mujer le preguntó sorprendida: «¿Qué has hecho con tus brazos?».

   —Me cansé de ellos y me los arranqué —respondió Kalym.

   —Tendrás que ir a buscarlos; vas a necesitarlos para el almuerzo. ¿Dónde están?

   —En un abismo, muy lejos de aquí.

   —¿Y cómo has hecho para arrancártelos?

   —Me despegué el derecho con el izquierdo, y el izquierdo con el derecho.

   —No puede ser —respondió su mujer—, pues necesitabas el izquierdo para arrancarte el derecho, pero ya te lo habías arrancado.

   —Ya lo sé mujer; mis brazos son algo muy extraño.

   Olvidemos eso por ahora y vayamos a dormir —dijo Kalym, abrazando a su mujer.

 

 

Τα χέρια του Καλίμ

 

Ο Καλίμ ξερίζωσε τα χέρια του και τα πέταξε σ’ έναν γκρεμό. Όταν έφτασε σπίτι, η γυναίκα του τον ρώτησε έκπληκτη: «Τι τα ’κανες τα χέρια σου;»

«Τα βαρέθηκα και τα ξερίζωσα», απάντησε ο Καλίμ.

«Πρέπει να πας να τα βρεις, θα τα χρειαστείς για το μεσημεριανό. Πού είναι;»

«Σ’ έναν γκρεμό, πολύ μακριά από δω».

«Και πώς κατάφερες να τα ξεριζώσεις;»

«Ξεκόλλησα το δεξί με το αριστερό και το αριστερό με το δεξί».

«Δεν είναι δυνατόν», απάντησε η γυναίκα του, «αφού χρειαζόσουν το αριστερό για να ξεριζώσεις το δεξί, αλλά το είχες ήδη ξεριζώσει».

«Το ξέρω, ρε γυναίκα. Είναι περίεργο πράμα τα χέρια μου. Ας το ξεχάσουμε αυτό τώρα κι ας πάμε για ύπνο», είπε ο Καλίμ, αγκαλιάζοντας τη γυναίκα του.

 

 

Unos zapatos

 

Es la historia de un par de zapatos de cuero marrón oscuro y lustroso número 40. Mario se va a dormir frecuentemente a las 11:30 y los deja bajo la cama.

   El zapato derecho espera que Mario se duerma y luego trata de despertar al zapato izquierdo, que siempre permanece inmóvil. Después camina solo por toda la habitación, y si la puerta está abierta sale a caminar entre los árboles, a tomar el aire o a ver las estrellas. Muy pronto se aburre de andar solo y piensa en el zapato izquierdo, el perfecto compañero para sus andanzas nocturnas. Pasan los días y el zapato derecho sigue insistiendo en despertar al zapato izquierdo, y un día, por fin, lo logra. Se explica por eso que Mario se despertara una mañana y no encontrara a sus zapatos nunca más.

 

 

Κάτι παπούτσια

 

Είναι η ιστορία ενός ζευγαριού σκούρων καφέ γυαλιστερών δερμάτινων παπουτσιών νούμερο 40. Ο Μάριο συχνά πάει για ύπνο στις 11:30 και τ’ αφήνει κάτω από το κρεβάτι.

Το δεξί παπούτσι περιμένει να κοιμηθεί ο Μάριο και μετά προσπαθεί να ξυπνήσει το αριστερό παπούτσι, το οποίο παραμένει πάντα ακίνητο. Μετά, περιφέρεται μόνο του σε όλο το δωμάτιο και, αν είναι ανοιχτή η πόρτα, βγαίνει έξω για να περπατήσει ανάμεσα στα δέντρα, να πάρει λίγο αέρα ή να κοιτάξει τα αστέρια. Πολύ σύντομα, βαριέται να περιφέρεται μόνο του και σκέφτεται το αριστερό παπούτσι, τον τέλειο σύντροφο για τις νυχτερινές του περιπλανήσεις. Οι μέρες περνούν και το δεξί παπούτσι επιμένει να ξυπνάει το αριστερό παπούτσι και μια μέρα, επιτέλους, τα καταφέρνει. Έτσι εξηγείται γιατί ο Μάριο ξύπνησε ένα πρωί και δεν βρήκε ποτέ ξανά τα παπούτσια του.

 

 

Documento de muerte

 

Recuerdo muy bien el día de mi muerte. Todos estaban tristes por lo trágico del accidente: mi automóvil pierde los frenos y da de lleno contra un camión.

   Yo fui a verme en la urna. Es algo realmente horrendo observarse ahí dentro sin poder hacer nada para escapar. Créanme que sentí náuseas y el estómago se me anudó. Desde entonces no he podido dormir y cada día me siento peor.

   Prometo firmemente que la próxima vez que muera no iré a verme, pues se termina por no saber nada acerca de la muerte; y si se está muerto, por lo menos tiene uno el derecho de saberlo.

 

 

Τεκμήριο θανάτου

 

Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα του θανάτου μου. Όλοι ήταν λυπημένοι για το τραγικό δυστύχημα: δεν έπιασαν τα φρένα του αυτοκινήτου μου και στούκαρα σ’ ένα φορτηγό.

Πήγα να με δω στην τεφροδόχο. Είναι πραγματικά φρικτό να βλέπεις τον εαυτό σου εκεί μέσα, χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα για να ξεφύγεις. Πιστέψτε με, μ’ έπιασε ναυτία και το στομάχι μου έγινε κόμπος. Από τότε, δεν μπορώ να κοιμηθώ και κάθε μέρα νιώθω χειρότερα.

Υπόσχομαι ρητά ότι την επόμενη φορά που θα πεθάνω, δεν θα πάω να με δω, γιατί τελικά δεν μαθαίνεις τίποτα για τον θάνατο∙ κι αν είσαι νεκρός, έχεις τουλάχιστον το δικαίωμα να το ξέρεις.

 

 

Indecisión

 

Margarita me decía que nunca iba a morir. Siempre, desde niña, me repetía lo mismo, y yo, muy respetuoso de sus maravillosos caprichos, no me atrevía a contrariarla. Por eso cuando murió no lo pude creer. Nunca se sabe en esos casos.

 

 

Αναποφασιστικότητα

 

Η Μαργαρίτα μού έλεγε ότι δεν θα πεθάνει ποτέ. Από μικρή, μου επαναλάμβανε πάντα το ίδιο, κι εγώ, με μεγάλο σεβασμό στις υπέροχες ιδιοτροπίες της, δεν τολμούσα να την αντικρούσω. Γι’ αυτό, όταν πέθανε, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτά τα πράγματα.

 

 

La triste historia de Finia, una gallina enamorada

 

Una gallina rara, de esas que se alejan de las demás después de comer y se pegan a los alambres del gallinero a hacer la digestión y a reflexionar sobre su triste destino, no es conocida por todos. Cualquiera que la vea ahí, con el pico entre los alambres, susurrando una inaudible canción de amor, debe, por reglas del alma, conmoverse. Busquémosle un nombre para identificarnos con ella: Finia, por ejemplo. Pues bien, Finia, además de ser muy hermosa y muy triste, está también muy enamorada de un gallo que oye cantar todas las mañanas, y deduce que por su canto debe ser el gallo más amoroso y comprensivo de la tierra. El canto del gallo le traspasa el alma, y ella, encerrada en su triste y húmedo gallinero, llora sin lágrimas, pues ya sabemos que a las gallinas no les salen lágrimas por los ojos, ni siquiera cuando les tuercen el pescuezo.

   Finia, al fin, fortalecida por su amor, logra pasar increíblemente por un orificio demasiado estrecho para su cuerpo, rompiéndose así las plumas, parte de la cabeza, e inutilizándose por completo una pata. Después, con el plumaje lleno de sangre, espera que despunte el alba y aguarda el canto de su gallo; luego, guiada por su corazón y conducida por el canto más melodioso de la tierra, llega hasta el hogar de su gran gallo, poseedor de sus infinitas ilusiones. Y allí está él, con las alas extendidas al viento y al mundo, con un plumaje que podría desafiar al de los pavorreales, con el pico hacia el cielo. Y allí está ella, llorando, porque Finia es la única gallina que ha llorado, y ahora está parada ahí, al final de su vida, porque en ese momento alguien le agarra el pescuezo y se lo tuerce.

   Después, el Sr. De la casa comentará: «Qué gallina más buena», sin saber, ahora ni nunca, que estaba llena de amor hasta los huesos.

 

 

Η θλιβερή ιστορία της Φίνια, μιας ερωτευμένης κότας

 

Μια κότα παράξενη, από εκείνες που απομακρύνονται από τις υπόλοιπες μόλις φάνε και πάνε και κολλάνε στο συρματόπλεγμα του κοτετσιού για να χωνέψουν και να συλλογιστούν τη θλιβερή τους μοίρα, ε δεν τη συναντάς και πολύ συχνά. Όποιος τη δει εκεί, με το ράμφος της ανάμεσα στα σύρματα, να ψιθυρίζει ένα ερωτικό τραγούδι που μετά βίας ακούγεται, πρέπει, αν έχει ψυχή, να συγκινηθεί. Ας της βρούμε ένα όνομα για να ταυτιστούμε μαζί της: Φίνια, για παράδειγμα. Λοιπόν, η Φίνια, εκτός από πολύ όμορφη και πολύ θλιμμένη, είναι επίσης πολύ ερωτευμένη μ’ έναν κόκορα που τον ακούει να τραγουδάει κάθε πρωί, και συμπεραίνει από το τραγούδι του ότι πρέπει να είναι ο πιο ερωτικός και συμπονετικός κόκορας στη γη. Το τραγούδι του κόκορα διαπερνά την ψυχή της, κι εκείνη, κλεισμένη στο θλιβερό και υγρό κοτέτσι της, κλαίει χωρίς δάκρυα, ξέρουμε εξάλλου πως στις κότες δεν τρέχουν δάκρυα από τα μάτια τους, ούτε καν όταν τους στρίβουν το λαρύγγι.

Η Φίνια, τελικά, παίρνοντας δύναμη από τον έρωτά της, καταφέρνει, αδιανόητο πώς, να περάσει μέσα από μια τρύπα πολύ στενή για το σώμα της, τσακίζοντας τα φτερά της, ένα μέρος του κεφαλιού της και σακατεύοντας εντελώς το ένα της πόδι. Ύστερα, με το φτέρωμά της μέσα στα αίματα, προσμένει να ξημερώσει για να ακούσει το τραγούδι του κόκορά της∙ έπειτα, ακολουθώντας την καρδιά της και οδηγούμενη από το πιο μελωδικό τραγούδι στη γη, φτάνει ως το σπιτικό του μεγάλου κόκορά της, του κατόχου των άπειρων προσδοκιών της. Και να τον, με τα φτερά του ορθάνοιχτα στον άνεμο και τον κόσμο, με φτέρωμα που θα το ζήλευαν και τα παγώνια, με το ράμφος του στραμμένο στον ουρανό. Και να την, να κλαίει, επειδή η Φίνια είναι η μοναδική κότα που έχει κλάψει ποτέ, και τώρα στέκεται εκεί, στο τέλος της ζωής της, επειδή εκείνη τη στιγμή κάποιος την αρπάζει από τον λαιμό και της τον στρίβει.

Αργότερα, ο κύρης του σπιτιού θα σχολιάσει: «Τι νόστιμη κότα!» χωρίς να ξέρει, ούτε τώρα ούτε ποτέ, ότι ήταν γεμάτη έρωτα ως το μεδούλι.

 

 

Argumento para un pueblo de verdugos

 

Un hombre inocente es condenado a muerte por un pueblo. El tribunal decide hacerlo decapitar, a la vista de todos.

   En el momento de la ejecución, el verdugo se siente culpable y se lo dice al pueblo. El pueblo, alarmado y confuso, propone decapitar al verdugo.

   De la misma forma el nuevo verdugo, en el momento de decapitar al antiguo verdugo, se siente culpable y se lo dice al pueblo.

   Así, ya no parece quedar nadie más en el pueblo que se atreva a ser verdugo de verdugos inocentes.

   Por fin, un hombre se ofrece voluntariamente a hacer de verdugo, y en el momento de la ejecución desvía el hacha hacia la cabeza del gobernador y lo decapita, en el nombre del pueblo.

   El valeroso hombre resulta ser después hermano del primer hombre inocente, que es a su vez el único verdugo culpable.

 

 

Υπόθεση για έναν λαό δήμιων

 

Ένας αθώος άντρας καταδικάζεται σε θάνατο από έναν λαό. Το δικαστήριο αποφασίζει να διατάξει τον αποκεφαλισμό του, σε δημόσια θέα.

Τη στιγμή της εκτέλεσης, ο δήμιος αισθάνεται ένοχος και το λέει στον λαό. Ο λαός, ανήσυχος και σε σύγχυση, προτείνει τον αποκεφαλισμό του δήμιου.

Με τον ίδιο τρόπο, ο νέος δήμιος, τη στιγμή που αποκεφαλίζει τον παλιό δήμιο, αισθάνεται ένοχος και το λέει στον λαό.

Έτσι, φαίνεται ότι δεν απομένει κανείς πια από τον λαό που να τολμά να γίνει δήμιος αθώων δήμιων.

Εν τέλει, ένας άντρας προσφέρεται εθελοντικά να γίνει δήμιος και τη στιγμή της εκτέλεσης, στρέφει το τσεκούρι προς το κεφάλι του κυβερνήτη και τον αποκεφαλίζει, εν ονόματι του λαού.

Ο θαρραλέος άντρας αργότερα αποδεικνύεται ότι είναι ο αδελφός του πρώτου αθώου άντρα, ο οποίος με τη σειρά του είναι ο μόνος ένοχος δήμιος.

 

 

Los dientes de Raquel

 

Raquel mordió una manzana, y todos sus dientes quedaron en ella. Fue a su casa con la boca sangrando a avisarle a su mamá. La mamá vino corriendo asustada a buscar los dientes de Raquel, y cuando llegó, los dientes se habían comido la manzana.

   La mamá quiso recogerlos, pero los dientes se levantaron y se comieron a Raquel y a la mamá.

   Después, los dientes volvieron a la boca de Raquel, quien muy hambrienta corrió a pedirle a su mamá que le comprara una manzana.

 

 

Τα δόντια της Ρακέλ

 

Η Ρακέλ δάγκωσε ένα μήλο και όλα της τα δόντια έμειναν μέσα του. Πήγε σπίτι με στόμα που αιμορραγούσε για να το πει στη μαμά της. Η μαμά έτρεξε έντρομη να αναζητήσει τα δόντια της Ρακέλ, μα όταν έφτασε, τα δόντια είχαν φάει το μήλο.

Η μαμά επιχείρησε να τα μαζέψει, αλλά τα δόντια σηκώθηκαν κι έφαγαν τη Ρακέλ και τη μαμά της.

Έπειτα, τα δόντια επέστρεψαν στο στόμα της Ρακέλ, κι αυτή, πολύ πεινασμένη, έτρεξε να ζητήσει από τη μαμά της να της αγοράσει ένα μήλο.

 

 

Η μετάφραση είναι προϊόν του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Όλγα Αναστασιάδου, Αικατερίνη Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλλια Εμμανουηλίδου, Παντελής Κουτσιανάς, Μαρία Μανωλοπούλου, Χριστίνα Μπατσίλα, Χρύσα Παπανικολάου, Ζαχαρίας Χιονίδης, Marcela Fernández Márquez, Daniel Jiménez Martín.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

"Αγαπητή Μπεθ" της Andrea Cote σύντομα από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μτφρ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 



Το 1974, η θεία μου Μπεθ μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες με βίζα επικείμενου γάμου. Παρέμεινε στην εν λόγω χώρα επί σαράντα χρόνια και εργάστηκε πάντα, ταυτόχρονα, σε δύο ή τρεις δουλειές κερδίζοντας τον κατώτατο μισθό. Έφυγε από την Κολομβία με μια υπόσχεση αγάπης, αλλά τελικά έζησε μια επισφαλή ζωή όπως τόσοι και τόσοι μετανάστες. Όταν πλέον δεν ήθελε κανείς να την πάρει στη δούλεψή του, επέστρεψε στη χώρα της με μία μόνο βαλίτσα στο χέρι, αφήνοντας πίσω της ένα θολό ίχνος λήθης, όπως συμβαίνει με όλους εκείνους που η θύμησή τους ξεθωριάζει.

Αυτό το βιβλίο είναι γραμμένο με αποσπάσματα, επιστολές, στοιχεία, σελίδες ημερολογίων και σημειώσεις. Θραύσματα της δικής της φωνής και των φωνών άλλων. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένα ποίημα γιατί ως γνωστόν μια ολοκληρωμένη ιστορία μπορεί να ειπωθεί μόνο μέσα από τις ρωγμές της.


Αντρέα Κότε

 

 

 

Η Αντρέα Κότε είναι μια από τις πιο βαθυστόχαστες, καίριες και συναισθηματικές λυρικές φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικανικής ποίησης. Κολομβιανή, ζει στο Ελ Πάσο (ΗΠΑ) και εργάζεται ως καθηγήτρια Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. 

 

 

 

 

«Η ποίηση της Αντρέα Κότε στο Αγαπητή Μπεθ αποτελεί μια διεισδυτική κατάδυση στην εξερεύνηση του σύγχρονου κόσμου και των ριζών της ταυτότητας με μια παράλληλη γόνιμη και διαρκή αισθητική δέσμευση με τις σύγχρονες υφολογικές ποιητικές προκλήσεις. Ο αέρας που αναπνέουμε και που ορίζει τις ζωές μας, γνωρίζει τα πάντα για εμάς, για τις μύχιες σκέψεις μας, για την πορεία μας στη γη. Με πλήρη συνείδηση αυτής της συνθήκης, η Κολομβιανή γυναίκα, που ζει και εργάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, νιώθει τον εαυτό της και στοχάζεται πάνω στην πραγματικότητα, τον ξεριζωμό και την αορατότητά της. Παράλληλα, όμως, ανακαλύπτει όλα όσα χωράνε στις λέξεις, στον λόγο, και ακριβώς μέσω του ποιητικού λόγου, αναγνωρίζει τον εαυτό της και αποκαθίσταται ως ανθρώπινο ον, γιατί είναι αποστολή της καλής ποίησης και της μνήμης να μας αποκαταστήσει ως ανθρώπινα όντα και να γιατρέψει τις πληγές του χρόνου».

 

Λουίς Γκαρθία Μοντέρο


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Υστερόβουλη αφαίρεση, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΗ ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Το 1985, στις 16 Φεβρουαρίου, απεβίωσε ο Θεσσαλονικιός (γεννημένος το 1927) ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Σορολόπης, πιο γνωστός ως Γιώργος Ιωάννου. Όταν, την επομένη, μου ανακοίνωσε την απώλειά του ο συγγραφέας και κοινός μας φίλος Κ.Τ., θυμάμαι, νεαρός υπάλληλος βιβλιοπωλείου τότε, να μετριάζει τη λύπη μου η σκέψη ότι τουλάχιστον είχε φύγει πλήρης ημερών.

Έζησα για χρόνια με αυτή την ιδέα, κάθε φορά που θυμόμουν, διαβάζοντάς τον, έναν από τους πιο γλυκούς ανθρώπους, μαζί με την ποιήτρια Μελισσάνθη, τη Διαλεχτή Ζευγώλη και τον Πέτρο Γλέζο (εκείνο το αχώριστο συγγραφικό ζευγάρι που πέθαναν, ενενηντάχρονοι και οι δύο, το 1996, με διαφορά λίγων μηνών) και τον Αλέξανδρο Μπάρα, τον δημιουργό του συγκινητικού («ευγενούς», το αποκαλεί ο Δρακονταειδής) «Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις και η Θεοδώρα», που περνούσαν, συχνά πυκνά, κυρίως τα Σάββατα, από το βιβλιοπωλείο.

Μέχρι που τις προάλλες, ψάχνοντας στο διαδίκτυο να ακούσω την «Ομόνοιά» του, μελοποιημένη από τον Νίκο Μαμαγκάκη, διάβασα ξανά ένα συνοπτικό βιογραφικό του και, κάνοντας την αφαίρεση, διαπίστωσα ότι είχε φύγει μόλις στα 57 του, δηλαδή, αρκετά νεότερος απ’ όσο είμαι εγώ σήμερα…  

Μια δόση υστερόβουλης υποκειμενικότητας είναι ευκόλως (μπορεί και ευλόγως) διακριτή στην αποτίμηση εκ μέρους μου του αποτελέσματος της εν λόγω μαθηματικής πράξης.  


Ιστολόγιο ΔΙΑΣΤΙΧΟ, 15/11/2025

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

18 aforismos de Anna Kullick Lackner / 18 αφορισμοί της Άννα Κούλικ Λάκνερ

 

Anna Kullick Lackner (Monterrey, 1960 - 2023)​ fue una poeta, aforista, editora y traductora mexicana.

Η Άννα Κούλικ Λάκνερ (Μοντερέι, 1960 – 2023) υπήρξε Μεξικανή ποιήτρια, αφορίστρια, εκδότρια και μεταφράστρια.

 

***

El respeto es la cumbre de hielo donde se estrellan las más bajas pasiones.

Ο σεβασμός είναι η παγωμένη κορυφή όπου συντρίβονται τα κατώτερα πάθη.

***

En la tarde de hoy me basta el mañana. Mañana me bastará la tarde de ayer.

Στο απόγευμα του σήμερα μου αρκεί το αύριο. Αύριο θα μου αρκεί το απόγευμα του χθες.

***

El amor no sirve para nada. Si acaso para seguir viviendo.

Ο έρωτας δεν ωφελεί σε τίποτα. Ίσα ίσα για να συνεχίσεις να ζεις.

***

Mírame a los ojos, que de mi corazón yo me hago cargo.

Εσύ κοίτα με στα μάτια, την καρδιά μου την αναλαμβάνω εγώ.

***

En un mundo paralelo alguien está amándome. Debo ser yo.

Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν κάποιος με αγαπάει. Πρέπει να μαι εγώ.

***

La jaula ha heredado la algarabía de mis sueños. Los pájaros que puse adentro, no.

Το κλουβί κληρονόμησε το ξεφάντωμα των ονείρων μου. Τα πουλιά που έβαλα μέσα, όχι.

***

Amanece y el mundo parece tan feliz… como una solitaria iglesia.

Ξημερώνει κι ο κόσμος φαίνεται τόσο ευτυχισμένος… σαν ερημική εκκλησία.

***

La palabra tiempo no alcanza a rozar siquiera el concepto del misterio. El tiempo tuvo que nacer sin nombre.

Η λέξη χρόνος δεν φτάνει καν να αγγίξει την έννοια του μυστηρίου. Ο χρόνος θα ’πρεπε να έχει γεννηθεί δίχως όνομα.

***

Cuánta soledad cabe en la retórica.

Πόση μοναξιά χωράει στη ρητορική…

***

Todo juramento lleva consigo una traición.

Κάθε όρκος κουβαλά μια προδοσία.

***

Hasta hace poco, a la humanidad se le adoctrinaba para ser buenas personas, para ganarse el reino de los cielos.  Ahora sólo se les prepara para merecer las ruinas de la tierra.

Μέχρι πρότινος, κατηχούσαν τους ανθρώπους να είναι καλοί, ώστε να κερδίσουν τη βασιλεία των ουρανών. Τώρα απλώς τους προετοιμάζουν ώστε να λάβουν τα ερείπια της γης.

***

Hasta el más saludable de los hábitos termina por enfermarte.

Ακόμα και η πιο υγιεινή συνήθεια στο τέλος σε αρρωσταίνει.

***

Los sueños son las únicas genuinas obras de arte.

Τα όνειρα είναι τα μόνα αυθεντικά έργα τέχνης.

***

Escribo poco. Sólo lo suficiente para no perder mi sombra.

Γράφω λίγο. Μόνο όσο χρειάζεται για να μη χάσω τη σκιά μου.

***

Para saber si existe, visito a la vida de vez en cuando. Para ensayar su fin, duermo a ratos.

Για να μάθω αν υπάρχει, επισκέπτομαι πού και πού τη ζωή. Για να προβάρω το τέλος της, πότε πότε κοιμάμαι.

***

El dolor ante la muerte es egoísta.  El ego es eterno.

Ο πόνος του θανάτου είναι εγωιστικός. Το εγώ είναι αιώνιο.

***

El signo de infinito tiene un nudo inescrutable.

Το σύμβολο του απείρου έχει έναν αδιευκρίνιστο κόμπο.

***

Al depurar y corregir los recuerdos de los hijos, los padres les editamos la vida.

Ξεδιαλέγοντας και διορθώνοντας τις αναμνήσεις των παιδιών μας, εμείς οι γονείς μοντάρουμε τη ζωή τους.

 

 

 

H συλλογική απόδοση των αφορισμών της Άννα Κούλικ Λάκνερ είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Εδουάρδο Λουθένα και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τον Οκτώβριο του 2025. Συμμετείχαν οι: Δέσποινα Γιαβάση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Χριστίνα Δημητρίου, Κωνσταντίνα Ελμαλόγλου, Αλίκη Μανωλά, Σεμίνα Μπάφα, Ματίνα Μπίλλια, Χρυσούλα Ξένου, Χριστίνα Ουσταμπασίδου, Γιώτα Ρόμπολα, Τζίνα Ρουμπέα, Ειρήνη Τζαμαλή, Γεώργιος Τζιρίτης, Σοφία Φερτάκη.