Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη για το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Στη διασταύρωση της μνήμης και της νύχτας

 

 

Υπάρχουν βιβλία που δεν αφηγούνται απλώς μια πόλη· την ιδρώνουν. Την αφήνουν να στάζει πάνω στις σελίδες σαν υγρασία από παλιό τοίχο πολυκατοικίας. Το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου κινείται ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκοτεινή γεωγραφία: μια Αθήνα υπόγεια, μεταμεσονύκτια, σχεδόν μεταφυσική, όπου οι δρόμοι δεν λειτουργούν ως σημεία προσανατολισμού αλλά ως θραύσματα ενός λησμονημένου παραδείσου.

Ο τίτλος ποιητικός: δύο οδοί, μια διασταύρωση, η οποία δεν υπάρχει παρά μόνο στη λογοτεχνική μυθοπλασία· όμως πίσω από τη φαινομενική αστική ανακρίβεια ανοίγεται ένας τόπος υπαρξιακής βεβαιότητας. Η πόλη εδώ δεν είναι σκηνικό· είναι σώμα τραυματισμένο και γαληνεμένο στο τραύμα του. Οι ήρωες —ή καλύτερα οι περιπλανώμενες σκιές— κινούνται ανάμεσα σε καφενεία, δωμάτια, φθαρμένες πολυκατοικίες και εσωτερικούς μονολόγους, χτίζοντας νέα νοήματα καθώς κατοικούν στη μυθική Αθήνα.

Η γραφή του Παλαιολόγου διαθέτει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα να μοιάζει ταυτόχρονα εξομολογητική και αποστασιοποιημένη. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ: κοφτές εικόνες, θραύσματα συνομιλιών, φωτισμοί νέον, σιωπές που κρατούν περισσότερο από τις λέξεις. Κι όμως, κάτω από αυτή την αστική λιτότητα, πάλλεται μια βαθιά λυρική ένταση. Το βιβλίο μοιάζει να συνομιλεί με την παράδοση της ευρωπαϊκής υπαρξιακής λογοτεχνίας χωρίς να χάνει την ελληνική του νευρικότητα — εκείνο το μείγμα τρυφερότητας, ειρωνείας και ήττας που χαρακτηρίζει τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής γραφής.

Ιδιαίτερη δύναμη αποκτά ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη λειτουργεί ως αρχιτεκτονική. Οι αναδρομές δεν παρουσιάζονται ως νοσταλγία αλλά ως εισβολές. Το παρελθόν δεν εξηγεί τους χαρακτήρες· τους στοιχειώνει— όπως βλέπουμε και σε έργα του Πεντζίκη. Έτσι, η διασταύρωση της Στουρνάρη με την Ηπείρου γίνεται τελικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα μυθικό σημείο της Αθήνας: μετατρέπεται σε σημείο σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτό που ζήσαμε και σε αυτό που μας απέμεινε.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ίσως η άρνησή του να εξιδανικεύσει. Δεν υπάρχει εδώ ρομαντική μυθολογία της παρακμής. Η φθορά παρουσιάζεται γυμνή, μερικές φορές σχεδόν βίαια. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά αλήθεια. Οι άνθρωποι του βιβλίου συνεχίζουν να μιλούν, να ερωτεύονται, να θυμούνται, ενώ γύρω τους όλα μοιάζουν να καταρρέουν αργά. Αυτή η επιμονή της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στην αποσύνθεση είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο του έργου.

Το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία δεν διαβάζεται ως απλή αφήγηση αλλά ως νυχτερινή περιπλάνηση. Είναι από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι περπάτησε μόνος σε δρόμους που γνώριζε από πάντα, χωρίς ποτέ να τους έχει πραγματικά δει — και δεν μπορεί να τους δει παρά μόνο μέσα στο παρόν βιβλίο.

 

 Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης

Περί ου, 30/05/2026

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Βιβλιοκριτική του Δημήτρη Φιλιππή για το Ιστορίες από την Κάμπιλα του Antonio Pereira

 

Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αντόνιο Περέιρα Μια λοξή ματιά στην ισπανική Ιστορία

Book Press, 7 Μαΐου 2026

 

Για τις Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αντόνιο Περέιρα (μτφρ. Μαρία Αθανασιάδου, Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) εκδ. Opera.

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλιππής

 

Τριάντα ένα «βιωματικά μικροδιηγήματα» (αν πρέπει να προκρίνουμε έναν ορισμό) πάνω σε «στιγμές μετάβασης» από την παιδική στην εφηβική ηλικία, που ανακαλεί-ανασύρει η μνήμη ενός τεχνίτη του διηγήματος, όπως ο Αντόνιο Περέιρα (1923-2009). Μετάβαση όμως και από τη μικροϊστορία στη μακροϊστορία: η ενηλικίωση του αφηγητή συμπίπτει με τη μετάβαση από τη Β Ισπανική Δημοκρατία (1931-36) στον Ισπανικό Εμφύλιο (1936-39) και, μετά, στη μακρά δικτατορία του Φράνκο (1939-1975). Αλλά και η διαδικασία της συγγραφής και της έκδοσης του βιβλίου (το 2000) συμπίπτει με μεταβατική στιγμή: από τη «σιωπή της μνήμης στην κραυγή της μνήμης». Ακριβώς με το γύρισμα στον 21ο αιώνα, ιδρύεται στην Ισπανία η Εταιρεία για την Αποκατάσταση της Ιστορικής Μνήμης και άλλες αντίστοιχες συλλογικότητες, θεσμοθετείται προοδευτικά-αναδρομικά η μνημονική αποκατάσταση και της ηττημένης πλευράς στον εμφύλιο, ενώ ενισχύεται και, σχεδόν, κατισχύει η ιστοριογραφία ενάντια στην αμνησία.

 

Χρήσιμη εδώ, για τους λιγότερο φιλίστορες, η επεξηγηματική παρένθεση: η ισπανική μεταπολίτευση βασίστηκε στο ιδεολόγημα της «ομαλής μετάβασης» (continuismo) στη νέα κατάσταση, που εγγυήθηκε ο νόμος της γενικής αμνηστίας (1977) ή, αλλιώς, η επονομαζόμενη «συμφωνία της λήθης» (pacto del olvido). Με άλλα λόγια, η μεταδικτατορική Ισπανία δεν επέτρεψε τη λειτουργία-ετυμηγορία μιας «μεταβατικής δικαιοσύνης», όπως συνέβη π.χ. στην Ελλάδα και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή-Χιλή, άσχετο τι γίνεται, εκεί κι αλλού, τώρα).

 

Επιστροφή στο βιβλίο. Διαβάζουμε, λοιπόν, την «εξομολόγηση-μαρτυρία» ενός ευαίσθητου εφήβου, ενώ συμμετέχει -παρατηρεί-αφηγείται τον περίγυρό του («Κάμπιλα» είναι το όνομα της γειτονιάς στη γενέθλια πόλη του συγγραφέα στην περιφέρεια της Λεόν). Η αφήγηση «ντύνει» σκηνογραφικά τον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο-χρόνο: εικόνες και επεισόδια από το ταπεινό οικογενειακό μαγαζί και το σχολείο, «ενσταντανέ» με τοπικές-τυπικές προσωπογραφίες ηρώων-πρωταγωνιστών, σκέψεις για την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, δέος μπροστά στο ξέσπασμα-θέαμα του πολέμου («αν δεν προκαλούσε τέτοιο σπαραγμό, ο πόλεμος θα μπορούσε να θεωρηθεί μέχρι και θεαματικός»), εντυπώσεις από την υποχρεωτική συμμετοχή σε νεολαιίστικη εκδρομή ομάδας φαλαγγιτών στο Μπούργκος (έδρα του Φράνκο κατά τον εμφύλιο) προς υποδοχή του θριαμβευτή, αμηχανία από την επίσκεψη-διανυκτέρευση του στρατηγού Μιγιάν Αστράι με συνοδεία από «αγριόφατσες λεγεωνάριων» (ο «αιμοσταγής και μονόφθαλμος Χοσέ Μιγιάν Αστράι ήταν συναρχηγός του Φράνκο στη Μαροκινή Λεγεώνα και συμπρωταγωνιστής του στο πραξικόπημα).

 

Ο έφηβος αφηγητής δηλώνει, με παρρησία και ενσυναίσθηση, μελλοντικός λογοτέχνης. Έτσι, ο συγγραφέας παραχωρεί το δικαίωμα στον δεύτερο να «ιστορήσει» την ανάμνηση του πρώτου και, συνάμα, να παραθέσει την αφελή του αντίληψη και θέαση των πραγμάτων. Και το κάνει με «σχετική αποστασιοποίηση» και κριτική ματιά. Το κάθε «story» έχει μεν ένα τέλος απρόσμενο, αποκαλυπτικό ή παράδοξο, αλλά αρθρώνεται εσκεμμένα χωρίς πλοκή, και γι αυτό δεν εντυπωσιάζει. Ως προς τούτο, δεν έχουμε ένα αριστούργημα της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας. Έχουμε όμως ένα πρωτότυπο, ως ιδιόμορφο και ιδιότυπο, ύφος, μια αριστοτεχνική τεχνική υπαινικτικής αφήγησης βιωματικών ανεκδοτολογικών ιστορικών στιγμών, δια των οποίων αποτυπώνεται η συλλογική περιπέτεια ενός λαού και μιας χώρας που, ασφαλώς, μας ενδιαφέρουν πολύ. Επιπλέον, και επειδή ακριβώς έχει προτεραιότητα το ύφος, ο αναγνώστης υποπτεύεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια γραφή που «παντρεύει» την καθομιλουμένη με τη λόγια έκφραση. Κι εδώ φαίνεται το κατόρθωμα του «μεταφραστικού εργαστηρίου» του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (έγκριτου θεωρητικού, μεταφραστή και ανθολόγου του μικροδιηγήματος) και της ομάδας των μεταφραστριών του (παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να εξάρουμε τον πλούσιο, πλην λιτό και σαφή-κατατοπιστικό επεξηγηματικό υπομνηματισμό).

 

Για το τέλος δύο παραθέματα (από το διήγημα «Δεν ήταν και τόσο κακή η Δημοκρατία» που μνημονεύθηκε παραπάνω) και μία υποψία σύγκρισης:

 

Η μητέρα μου η ίδια, σκέφτομαι τώρα, θα είχε ανεχτεί τη δημοκρατία αν δεν είχαν βγάλει τον Χριστό από τα δημόσια κτίρια. Εξαιτίας αυτού του ζητήματος με τον Εσταυρωμένο, στη μητέρα μου δεν άρεσε καθόλου που ήρθε να επισκεφτεί την «αρχοντική μας πολίχνη» (λεγόταν πολύ συχνά αυτό), ένας τύπος σαν τον δον Μανουέλ Αθάνια [πρόεδρος της Ισπανικής Δημοκρατίας με το προσωνύμιο Κρεατοελιάς]. [] Το δημοτικό συμβούλιο ανέθεσε την υποδοχή στον πατέρα μου. «Εσύ; Θα πας να δείξεις τις εκκλησίες της πόλης μας σε αυτόν τον άθεο;». Η μητέρα μου, παρ όλα αυτά απέφυγε να χρησιμοποιήσει το προσωνύμιο Κρεατοελιάς. Ο πατέρας μου, δήλωσε ότι, όντας ο ίδιος φιλοβασιλικός μέχρι το μεδούλι, γνώριζε καλά τις υποχρεώσεις του για μια αγαστή συνύπαρξη, πλην όμως έθεσε το ζήτημα αν θα έπρεπε να προσφέρει αγιασμό στον δημοκρατικό πολιτικό την ώρα που θα έμπαιναν στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Η μητέρα μου σιδέρωνε και έκανε ότι θα του πετούσε το καρβουνοσίδερο στο κεφάλι. Μετά απ’ αυτό ο πατέρας μου αναχώρησε για να εκπληρώσει το καθήκον του ως πολίτης.

 

Τώρα, αν η χαμηλόφωνη, εξομολογητική γραφή και λιτότητα, η τρυφερότητα, το χιούμορ, ο ερωτισμός και η λοξή ματιά στην ιστορία αυτού του βιβλίου μου θύμισαν τον Γιώργο Ιωάννου, ίσως είναι κάπως τραβηγμένο ή και αυθαίρετο

 

*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣ είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ισπανικού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

 

Αποσπάσματα από τα διηγήματα, «Δεν ήταν και τόσο κακή η Δημοκρατία», και «Ο ορισμός του πολέμου»

 

«Το χειρότερο της δημοκρατικής περιόδου ήταν ότι πυρπολούνταν εκκλησίες και μοναστήρια, προς τι μια τέτοια συμπεριφορά; [] Αλλά η δημοκρατική περίοδος δεν ήταν και τόσο κακή. Με το πέρασμα των ημερών και των μηνών, άρχισε να γίνεται εμφανής η Πρόοδος (Γραφόταν με Π κεφαλαίο). Αν δυσκολευτείς να δεις,/στον οφθαλμίατρο ευθύς, μας συμβούλευαν τα φυλλάδια που μοίραζαν στο κέντρο πρόληψης νοσημάτων». «Το ότι έβγαιναν κάποιοι [οπαδοί του Φράνκο από τη φυλακή, μετά το πραξικόπημα κατά της Δημοκρατίας] για να μπουν οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι, μου φάνηκε ο σχεδόν κωμικός ορισμός του πολέμου. Αν δεν είχαμε τα όσα έγιναν μετά».