Μαρία Αθανασιάδου*
Περί
μικρομυθοπλασίας και Εξαρχείων ο λόγος
Στουρνάρη
και Ηπείρου γωνία: ένα εμβληματικό από πολλές απόψεις σημείο της καρδιάς της
παλιάς αστικής Αθήνας. Πολυτεχνείο, Εξάρχεια, τεχνικά βιβλιοπωλεία, δικηγορικά
γραφεία, πολυκατοικίες-κοσμήματα του αθηναϊκού μοντερνισμού, γειτονιά με έντονα
τα σημάδια της φθοράς, ίσως της παρακμής, ακόμα και της κακοποίησης, που όμως
αποπνέει μια γλυκιά μελαγχολία που μόνο η πατίνα του χρόνου μπορεί να
προκαλέσει, καθώς ανασκαλεύει αναμνήσεις, οι οποίες ωστόσο συνυπάρχουν κατά
τρόπο παράδοξο με τη ζωή της σύγχρονης πόλης.
Αυτό
είναι το σκηνικό που στήνει με μόνο τον τίτλο της νέας συλλογής μικροδιηγημάτων
του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, με την φωτογραφία (επίσης δική του και όχι
τυχαία) στο εξώφυλλο του ιδιαίτερα προσεγμένου βιβλίου, που επιμελήθηκαν οι
εκδόσεις Σαιξπηρικόν, να συμβάλλει με τον δικό της τρόπο στην εισαγωγή του
αναγνώστη στην ατμόσφαιρα του σύμπαντός του.
Αποτελεί
αντικείμενο μεγάλης συζήτησης το τι ακριβώς αντιλαμβανόμαστε ως μικρο-διήγημα
και, κυρίως, ποια είναι τα όρια που το διαχωρίζουν από το διήγημα, την ποιητική
πρόζα, ή τον αφορισμό. Δεν υπάρχει, άλλωστε, ένας απολύτως συμφωνημένος ορισμός
ούτε ένα αυστηρό όριο λέξεων που να καθορίζει την ένταξη ενός κειμένου στο
είδος.
Ο
ισπανόφωνος κόσμος υιοθετεί την πιο ακραία μορφή του, όπου ένα μικρο-διήγημα
μπορεί να είναι μια αστραπή στον χρόνο και στον χώρο. Μπορεί δηλαδή να εστιάζει
σε μια στιγμή, σε ένα συμβάν, και να αποτελείται από ελάχιστες λέξεις,
συμπυκνώνοντας πολλά νοήματα σε δυο-τρεις γραμμές, όπου κάθε λέξη έχει
αφηγηματικό και υπαινικτικό βάρος, αφήνοντας ένα τεράστιο περιθώριο στον
αναγνώστη να φανταστεί το πριν και το μετά, να προσθέσει την δική του εκδοχή
της ιστορίας και να γίνει έτσι ένας εν δυνάμει συν-δημιουργός, συμμέτοχος
και, γιατί όχι, συνεργός του συγγραφέα. Έχει εύστοχα λεχθεί ότι το
μικρο-διήγημα μοιάζει με παγόβουνο: το κείμενο αποτελεί την κορυφή, το ελάχιστο
ορατό μέρος, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας βρίσκεται κάτω από την
επιφάνεια.
Σε
άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η προσέγγιση είναι, θα λέγαμε,
πιο πληθωρική. Εδώ, ως μικρο-διήγημα μπορεί να θεωρείται ένα κείμενο που μπορεί
να καλύπτει έως και 2-3 σελίδες, η ιστορία περιέχει περισσότερα στοιχεία,
αναπτύσσεται μια κάποια πλοκή.
Φυσικά
πρέπει να τονιστεί, ότι κριτήριο και κύριο χαρακτηριστικό του μικρο-διηγήματος
δεν είναι υποχρεωτικά ή δεν είναι μόνο η έκταση, αλλά περισσότερο το στοιχείο
της αφαιρετικότητας. Λεπτομέρειες όπως τα ονόματα, το φύλο, ή άλλα
χαρακτηριστικά των ηρώων μπορούν να παραλείπονται, όπως είναι δυνατό να μην
προσδιορίζεται ο χώρος ή ο χρόνος της δράσης ή της μη-δράσης.
Το
βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για ένα «εύκολο» λογοτεχνικό είδος, ένα λάθος
στο οποίο μπορεί να διολισθήσει ένας επίδοξος συγγραφέας παρασυρμένος από την
εντύπωση ότι ένα σύντομο κείμενο μπορεί ο οποιοσδήποτε να το γράψει. Η
συντομία, η επιλογή του ουσιώδους, του απαραίτητου έναντι του περιττού, είναι
αυτά που απαιτούν την απόλυτη πειθαρχία, και που αναδεικνύουν το πραγματικό
ταλέντο του συγγραφέα. Άλλωστε, αυτό που κάνει ένα μικρο-διήγημα να ξεχωρίζει,
είναι αδιαμφισβήτητα οι ομιλούσες σιωπές του.
Ο
Παλαιολόγος, βαθύς γνώστης του είδους από τη σκοπιά του φιλολόγου-ερευνητή, του
πανεπιστημιακού καθηγητή και του μεταφραστή, περνά με φυσικότητα από τη θεωρία
στην δημιουργική πράξη, βαδίζοντας με αυτοπεποίθηση και στέρεο βήμα στις δικές
του συγγραφικές ατραπούς. Συγκεράζοντας την ισπανόφωνη με την ελληνική οπτική,
πειραματίζεται με επιτυχία και με τους δύο «τρόπους» συγγραφής, και παραδίδει
τόσο λακωνικά, σχεδόν αστραπιαία, μικρο-διηγήματα, όσο και εκτενέστερες αφηγήσεις.
Την
ατμόσφαιρα συνθέτουν μια αμυδρή μυρωδιά από δακρυγόνα μαζί με παλιακό γυναικείο
άρωμα, απόηχοι από μουσικές τσίρκου συνυπάρχουν με τα τραγούδια της Μάϊλι
Σάιρους, ασπρόμαυρες φωτογραφίες αντιπαρατίθενται στο ChatGPT και σύγχρονοι μετανάστες
(λαθρο- ή όχι, δεν έχει σημασία) περνούν από τη ζωή και την καθημερινότητά του
όπως από το παράθυρο ενός τρένου.
Η
γλώσσα είναι σύγχρονη και ο λόγος ρέει με φυσικότητα, δυναμισμό και τόλμη. Με
έντονο το βιωματικό στοιχείο, η θεματική ποικίλλει, ανατρέχοντας σε παιδικές
αναμνήσεις, κοινωνικές παρατηρήσεις, πολιτικά σχόλια, ερωτικές εμπειρίες. Ο
συγγραφέας προφανώς αγαπά τον κινηματογράφο, που χρησιμοποιείται άλλοτε ως
χώρος δράσης («Ανασφάλειες»), άλλοτε ως όμορφα αφομοιωμένη αναφορά, όπως στο
μικρο-διήγημα «Πούστης», που κλείνει το μάτι στην αλμοδοβαρική Κακή εκπαίδευση.
Άλλο αγαπημένο του σημείο αναφοράς είναι το τρένο, χώρος διαλογισμού,
προβληματισμού και παρατήρησης. Το τρένο μάλιστα χρησιμεύει ως σκηνικό εντός
του οποίου διαδραματίζεται και το μοναδικό μονόπρακτο θεατρικό, που κλείνει με
τρόπο ευφυή και ανατρεπτικό το βιβλίο.
Το
σύνολο των μικρο-διηγημάτων διαπνέεται συχνά από μια διάχυτη νοσταλγία, ενώ οι τραυματικές
εμπειρίες καλύπτονται με εύστοχο χιούμορ ή λεπτή ειρωνεία, αφήνοντας ενίοτε μια
γλυκόπικρη γεύση, χωρίς όμως ποτέ να τείνουν στον μελοδραματισμό. Μπροστά στα
μάτια του αναγνώστη παρελαύνει πλήθος χαρακτήρων, ανθρώπων καθημερινών,
εκκεντρικών, λίγο ή περισσότερο οικείων: ένας παππούς που τον απήγαγαν
εξωγήινοι, ένας τυραννόσαυρος στην εθνική οδό, μια ογδοντάχρονη μηχανόβια. Δεν
λείπουν χώροι εμβληματικοί, όπως το ΜΙΝΙΟΝ και ο Παπασπύρου, που ξυπνούν γλυκές
μνήμες από την παιδική ηλικία των σημερινών 50+. Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα
παρατηρητικός και το βλέμμα του διεισδυτικό. Διακρίνει και με διακριτικότητα
αποκαλύπτει απροσδόκητες όψεις της πραγματικότητας αναζητώντας πάντα όσα
κρύβονται κάτω από την όποια επιφάνεια.
* Η ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ είναι δικηγόρος και μεταφράστρια.
Διάστιχο, 09/10/2026









