Μια γυναίκα ξανασμίγει μ’ έναν παλιό
εραστή, αλλά ανάμεσά τους υφίσταται μόνο ένα αγεφύρωτο κενό. Μια άλλη νιώθει τη
μοναξιά να της σφίγγει τον λαιμό καθώς διασχίζει με πλοίο τη Μεσόγειο προς την
αφρικανική ήπειρο. Μια οικογένεια αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της χαράματα
για να γλυτώσει από την επελαύνουσα δασική πυρκαγιά. Ένας δολοφόνος προσπαθεί
να φανεί τρυφερός την ημέρα των γενεθλίων του. Ένας άντρας φαντάζεται την πρώην
σύζυγό του να αντιμετωπίζει την καθημερινότητα χωρίς εκείνον. Ένα ζευγάρι έρχεται
αντιμέτωπο με τη διάλυση της σχέσης του την ώρα που ένας αρουραίος περιφέρεται στην
πολυκατοικία. Δύο γείτονες ζουν επί χρόνια μη εφαπτόμενες ζωές… 15 διηγήματα,
15 κρυφές πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων και των αδυσώπητων σιωπών που συχνά τις
σφραγίζουν.
Η Λάρα Μορένο είναι μια συγγραφέας που χαίρει
ιδιαίτερης αναγνώρισης στην Ισπανία για το άμεσο ύφος της, την ικανότητά της να
απεικονίζει την ανασφάλεια και τη βία της σημερινής κοινωνίας, και τη λυρική
αλλά συνάμα αιχμηρή πρόζα της που αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς.
>.<>.<
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Σύγχρονες
Ισπανίδες διηγηματογράφοι.
Τάσεις,
θεματολογία, κυριότερες εκπρόσωποι και η «περίπτωση» της Λάρα Μορένο
Το
διήγημα, αυτό το τόσο συναρπαστικό και εκδοτικά παραμελημένο πεζογραφικό είδος,
έχει τεράστια παράδοση στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία, κυρίως από τα τέλη του
19ου αιώνα (και τα ρεύματα του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού) μέχρι, φυσικά,
τις μέρες μας. Αν θελήσουμε να αναφερθούμε επιγραμματικά σε ορισμένους σπουδαίους
δημιουργούς του είδους, τότε πρέπει να σταθούμε στα ονόματα των Πέδρο Αντόνιο δε
Αλαρκόν [Pedro Antonio de Alarcón, 1833-1891], Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός [Benito Pérez Galdós, 1843-1920], Λεοπόλδο Άλας, γνωστότερου με το ψευδώνυμο Κλαρίν,
[Leopoldo Alas, Clarín, 1852-1901], Πίο Μπαρόχα [Pío Baroja, 1872-1956], Χουάν Εδουάρδο Θούνιγα [Juan Eduardo Zúñiga,
1919-2020], Αντόνιο Περέιρα [Antonio Pereira, 1923-2009], Ιγνάθιο Αλδεκόα [Ignacio Aldecoa, 1925-1969], Φερνάντο Κινιόνες [Fernando Quiñones, 1930-1998]
μεταξύ πολλών άλλων.
Ως
προς τις γυναίκες συγγραφείς, το πρώτο σημαντικό όνομα της ισπανικής
διηγηματογραφίας είναι η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν [Emilia Pardo Bazán, 1851-1921], έξοχη συγγραφέας και
εισηγήτρια του Νατουραλισμού στην Ισπανία, τα διηγήματα της οποίας έχουν
ισχυρές επιρροές από τους λαϊκούς ανθρώπους (ψαράδες, αγρότες κ.λπ.) και τους θρύλους
της Γαλικίας. Η γυναικεία συγγραφική παρουσία στο διήγημα γίνεται, ωστόσο, πιο
έντονη και ρηξικέλευθη από τα μέσα του 20ού αιώνα, στην καρδιά του φρανκικού
καθεστώτος, με τη συνεισφορά της Ρόσα Τσαθέλ [Rosa Chacel,
1898-1994], αλλά, πρωτίστως, με τρεις γυναίκες που γράφουν με τρόπο μαεστρικό
και καινοφανή για τα προβλήματα και τις (αρνητικές) διακρίσεις που
αντιμετωπίζουν οι γυναίκες της εποχής τους στην ισπανική κοινωνία, τόσο στις
μεγαλουπόλεις όσο και στην επαρχία. Αναφερόμαστε στις Κάρμεν Λαφορέτ [Carmen
Laforet, 1921-2004], Άνα Μαρία Ματούτε [Ana María Matute, 1925-2014] και Κάρμεν Μαρτίν Γκάιτε [Carmen Martín Gaite, 1925-2000].
Με τον θάνατο του δικτάτορα και την
επάνοδο της δημοκρατίας, τη δεκαετία του ’70, αρχίζει στην Ισπανία η χρυσή
εποχή του μυθιστορήματος (που κρατάει την πρωτοκαθεδρία, τόσο σε αριθμό ετησίως
εκδιδόμενων τίτλων όσο και σε πωλήσεις, μέχρι τις μέρες μας). Παρ’ όλα αυτά, το
διήγημα, αν και πάντα σε δεύτερο πλάνο, είναι παρόν στις προθήκες των
βιβλιοπωλείων, όπου ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων βιβλίων, οι συλλογές διηγημάτων τεσσάρων
γυναικών, της Καταλανής Κριστίνα Φερνάντεθ Κούμπας [Cristina Fernández Cubas, 1945],
της επονομαζόμενη και «gran maestra» της σύντομης φόρμας στην Ισπανία, της
επίσης Καταλανής και πολυβραβευμένης Κάρμε Ριέρα [Carme Riera, 1948], της Ρόσα
Μοντέρο [Rosa Montero, 1951] και της Αλμουδένα Γκράντες [Almudena Grandes,
1960-2021]. Οι δύο τελευταίες, που έχαιραν έντονης προβολής τόσο λόγω των
μυθιστορημάτων τους όσο και της αρθρογραφίας τους στην El País, έδωσαν
κατά κάποιον τρόπο συνέχεια στη διηγηματογραφία των Λαφορέτ, Ματούτε και Μαρτίν
Γκάιτε, έχοντας πάντα σε πρώτο πλάνο το αίτημα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις
και ισότητα των φύλων.
Από τα τέλη του 20ού αιώνα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του
21ου αιώνα, η ορατότητα και η ποικιλομορφία της γυναικείας διηγηματογραφίας
στην Ισπανία, μιας διηγηματογραφίας με έντονο υβριδισμό των ειδών –δεν είναι καθόλου
σπάνιες οι περιπτώσεις παντρέματος των διηγημάτων με το δοκίμιο, την
αυτοβιογραφία ή ακόμα και την ποίηση–, διαρκώς επεκτείνεται: καταξιωμένες
συγγραφείς (ή συγγράφισσες για να υιοθετήσουμε έναν όρο που σηματοδοτεί την
αναζήτηση ενός νέου και πιο συμπεριληπτικού τρόπου έκφρασης στα ελληνικά) που εξακολουθούν
να επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους, συνυπάρχουν με αναδυόμενες συγγραφείς. Στη
σύγχρονη γυναικεία ισπανική διηγηματογραφία ξεχωρίζει έντονα η παρουσία θεμάτων
όπως η ατομική/συλλογική μνήμη και η απώλειά της, οι συνήθως τραυματικές προσωπικές
εμπειρίες, οι φεμινιστικές διεκδικήσεις και ο αγώνας για δικαίωση, η γυναικεία
αυτονομία και σεξουαλικότητα, η έμφυλη βία, η αυτομυθοπλασία, ενώ είναι συχνή η
χρήση οικιακών χώρων και οικογενειακών στιγμών ως σκηνικών βίας και παρενόχλησης.
Οι γυναίκες διηγηματογράφοι που κυριαρχούν στο σημερινό
λογοτεχνικό τοπίο της Ισπανίας είναι, πρωτίστως, οι γεννημένες κατά τις
δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ονόματα των
Ελβίρα Λίντο [Elvira Lindo, 1962], Νούρια Μπάριος [Nuria Barrios, 1962], Μπελέν
Γκοπέγκι [Belén Gopegui, 1963], Μάρτα Σανθ [Marta Sanz, 1967], Εσπίδο Φρέιρε [Espido
Freire, 1974], Σάρα Μέσα [Sara Mesa, 1976], Ελβίρα Ναβάρο [Elvira Navarro, 1978],
Μαρία Φολγκέρα [María Folguera, 1984], Κριστίνα Μοράλες [Cristina Morales, 1985],
Άισα δε λα Κρουθ [Aixa de la Cruz, 1988].
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι πολλές νέες συγγραφείς (ακόμα
και γεννημένες τη δεκαετία του ’90, όπως η Μάρτα Χιμένεθ Σεράνο [Marta Jiménez
Serrano, 1990] ή η Ρόσα Μονκάγιο [Rosa Moncayo, 1993]) έχουν υιοθετήσει σήμερα
το διήγημα ως έναν χώρο πειραματισμού και εξερεύνησης νέων ευαισθησιών, με οικονομία
λέξεων αλλά και υψηλή συναισθηματική πυκνότητα. Οφείλουμε δε, σε αυτό το σημείο,
να επισημάνουμε ότι η αναζωογόνηση του είδους χρωστάει πολλά σε μικρούς ανεξάρτητους
εκδοτικούς οίκους (Páginas de Espuma, Candaya, Impedimenta, Menoscuarto κ.λπ.),
αλλά και στην ύπαρξη πληθώρας βραβείων διηγήματος σε όλη την ισπανική
επικράτεια.
Η Λάρα
Μορένο γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1978 και μεγάλωσε σε μια άλλη πόλη της
Ανδαλουσίας, την Ουέλβα. Εμφανίστηκε στα ισπανικά γράμματα το 2004 με μια
συλλογή διηγημάτων, Casi todas las tijeras, και έκτοτε έχει εκδώσει συνολικά
11 τίτλους (4 ποιητικές συλλογές, 3 μυθιστορήματα, 3 συλλογές διηγημάτων και 1
δοκίμιο), αναλυτικά οι τίτλοι αυτοί είναι οι εξής:
Συλλογές διηγημάτων
Casi todas las tijeras (2004)
Cuatro veces fuego (2008)
Ningún amor está vivo en el recuerdo (2025)
Ποίηση
La herida costumbre (2008)
Después de la apnea (2013)
Tuve una jaula (2019)
Tempestad en víspera de viernes (2020)
Μυθιστορήματα
Por si se va la luz (2013)
Piel de lobo (2016)
La ciudad (2022)
Δοκίμιο
Deshabitar (2020)
Έχει λάβει δύο διακρίσεις για το έργο της, το Βραβείο Cosecha Eñe 2013 για το διήγημά της «Toda una vida», ενώ, επίσης το 2013, της απονεμήθηκε ο τίτλος Νέο
Λογοτεχνικό Ταλέντο Fnac· από το 2017, κατέχει τη θέση της
υπεύθυνης εκδόσεων του σημαντικού εκδοτικού οίκου Caballo de Troya.
Η Μορένο συνδυάζει έναν τολμηρό τρόπο γραφής
(ως προς τη σύνταξη και τη στίξη) με μια θεματολογία που καταπιάνεται με θεμελιώδη
ζητήματα όπως η οικογένεια, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι πνιγηρές σιωπές, η έλλειψη
επικοινωνίας και ο πόνος. Τα διηγήματά της, όπως άλλωστε και τα μυθιστορήματά
της, εξερευνούν με ματιά-νυστέρι τις οικογενειακές ή διαπροσωπικές εντάσεις (σε
πολλές περιπτώσεις το αναγνωστικό κοινό δεν μαθαίνει ποτέ την αφορμή της
έντασης, ένα υπέροχο εύρημα που τονίζει το εύθραυστο των διαπροσωπικών σχέσεων
χωρίς να «εξηγεί» την αιτία του προβλήματος), τις ερωτικές σχέσεις (τις
περισσότερες φορές, προ πολλού τελειωμένες), τη βία (σωματική ή λεκτική), την (πολλές
φορές μη δυνάμενη να εκφραστεί) επιθυμία.
Η
ισπανική γυναικεία διηγηματογραφία στην Ελλάδα
Επισημάναμε
στην αρχή αυτού του επιμέτρου, ότι το ισπανικό διήγημα –παρά τη συχνότατη
παρουσία του στα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά– έχει εκδοθεί στη χώρα μας με
το σταγονόμετρο. Ως αυτοτελή βιβλία, έχουν κυκλοφορήσει ελάχιστες συλλογές των
Αλαρκόν, Γκαλδός, Περέιρα, Αλδεκόα (τους οποίους μνημονεύσαμε όταν αναφερθήκαμε στους
κλασικούς θεμελιωτές της ισπανικής διηγηματογραφίας), αλλά και κάποιων νεότερων
όπως των Κιμ Μονζό [Quim Monzó, 1952], Χούλιο Γιαμαθάρες [Julio Llamazares, 1955],
Σέρζι Πάμιες [Sergi Pàmies, 1960] ή Χουάν Μανουέλ δε Πράδα [Juan Manuel de Prada, 1970].
Όσον αφορά τις γυναίκες
διηγηματογράφους, παρότι έχουν εκδοθεί στα ελληνικά αρκετά μυθιστορήματα των
σημαντικότερων από αυτές (βλέπε τις περιπτώσεις Πάρδο Μπαθάν, Λαφορέτ, Ματούτε,
Μαρτίν Γκάιτε, Ριέρα, Μοντέρο, Γκράντες, Σανθ, Μέσα, Φρέιρε, Moράλες κ.ά.), δεν έχουμε, αντιθέτως, από τις εν λόγω
συγγραφείς ούτε μία συλλογή διηγημάτων. Οι μόνες δύο αυτοτελείς συλλογές
ισπανίδων διηγηματογράφων στην Ελλάδα προέρχονται από τα καταλανικά: Το
τραγούδι της νιότης της Μονσεράτ Ροτς [Montserrat Roig,
1946-1991], σε μετάφραση Γιώργου Χατζητριανταφύλλου, και Καλπάζοντας όλη τη
νύχτα της Καρλότα Γκουρτ [Carlota Gurt i Daví, 1976], σε μετάφραση Ελένης Μπύρου. Το 2020, οι εκδόσεις
Σαιξπηρικόν εξέδωσαν, σε συλλογική μετάφραση και ανθολόγηση Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου, μια μικρή ανθολογία σύγχρονου ισπανικού διηγήματος, με τίτλο 5,
στην οποία συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, από ένα διήγημα της Νούρια Μπάριος
και της Σάρα Μέσα.
