Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη για το Ανάμεσα σε τόσους δρόμους – Συγκεντρωμένα ποιήματα 2009–2019 του Pablo Jofré

 

Pablo Jofré, «Ανάμεσα σε τόσους δρόμους – Συγκεντρωμένα ποιήματα 2009–2019» [μτφρ.: Μαρία Καραλή, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος], εκδ. Σαιξπηρικόν, 2025 


(γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης) 

Ποιείν, 28/01/2026

 

Ανάμεσα σε τόσους δρόμους ή Το να είσαι πάντα αλλού

 

Τον ποιητή Πάμπλο Χοφρέ μπορεί κανείς να τον φανταστεί σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό — όχι να φεύγει ούτε να φτάνει, αλλά να στέκεται για λίγο, με μια βαλίτσα που δεν ανοίγει ποτέ. Το Ανάμεσα σε τόσους δρόμους – Συγκεντρωμένα ποιήματα 2009–2019 είναι το βιβλίο ενός ανθρώπου που δεν θεωρεί την κίνηση εξαίρεση, αλλά κανονικότητα. Δεν πρόκειται για μια συλλογή με αρχή, μέση και τέλος, αλλά για μια μακρά ποιητική διαδρομή όπου ο τόπος λειτουργεί περισσότερο ως παροδική εμπειρία παρά ως σημείο άφιξης.

 

Το βιβλίο συγκροτείται ως ένα «υπερποιητικό ταξίδι». Όχι με τη ρομαντική έννοια της περιπλάνησης, αλλά ως μια επίμονη, σχεδόν αναγκαστική μετατόπιση. Οι πόλεις που εμφανίζονται —Λονδίνο, Οδησσός, Μαρακές, Χονγκ Κονγκ, Βερολίνο, Μανίλα— δεν διεκδικούν την προσοχή του αναγνώστη ως αξιοθέατα. Είναι κόμβοι, περάσματα, ενδιάμεσες καταστάσεις. Ο Χοφρέ δεν γράφει για τα μέρη· γράφει μέσα από αυτά.

 

Η ποίησή του είναι βαθιά αισθητηριακή, χωρίς να γίνεται εξομολογητική. Το σώμα, συχνά φθαρμένο ή εκτεθειμένο, λειτουργεί ως τόπος εγγραφής: μνήμης, επιθυμίας, ιστορίας. Στην ενότητα Νεκρό δέρμα, τα ποιήματα μοιάζουν με κινηματογραφικά καρέ — απότομα, ελλειπτικά, χωρίς επεξηγηματικό πλαίσιο. Ο αναγνώστης δεν καλείται να «καταλάβει», αλλά να παρακολουθήσει.

 

Κεντρική παραμένει η εμπειρία της αλλοδαπότητας. Όχι ως πολιτική θέση ή κοινωνικό σχόλιο, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Το ποιητικό «εγώ» του Χοφρέ είναι διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, ποτέ πλήρως εγκατεστημένο σε γλώσσα, τόπο ή ταυτότητα. Η δίγλωσση έκδοση (ισπανικά–ελληνικά) δεν είναι απλώς εργαλείο πρόσβασης, αλλά κάνει κάτι βαθύτερο: ενσωματώνει αυτή ακριβώς τη ρευστότητα. Καμία γλώσσα δεν εμφανίζεται ως οριστική.

 

Κι όμως, μέσα σε αυτή την αίσθηση αστάθειας, η ποίηση του Χοφρέ δεν είναι ψυχρή. Υπάρχει μια χαμηλόφωνη τρυφερότητα, μια μελαγχολία που δεν κραυγάζει. Ο έρωτας, η απώλεια, ο φόβος περνούν από τα ποιήματα σαν γνώριμοι συνεπιβάτες που δεν διεκδικούν το προσκήνιο, αλλά είναι πάντα παρόντες.

 

Το Ανάμεσα σε τόσους δρόμους δεν υπόσχεται αποκάλυψη ούτε κάθαρση. Ζητά από τον αναγνώστη κάτι πιο απαιτητικό: να αποδεχτεί την αποσπασματικότητα, να κινηθεί χωρίς χάρτη, να σταθεί σε σταθμούς που δεν οδηγούν απαραίτητα κάπου. Σε μια εποχή όπου η ποίηση συχνά επιδιώκει τη δήλωση ή την ένταση, ο Χοφρέ επιλέγει την κίνηση — και επιμένει σε αυτήν.

 

Ίσως εν τέλει αυτό να είναι και το πιο πολιτικό στοιχείο του βιβλίου: η άρνηση της εγκατάστασης.

 

Aπόσπασμα

 

ΓΕΥΣΗ

 

Η κρυφή αίσθηση,

η εσωτερική.

Πρέπει να ανοιχτούμε,

να βγάλουμε ένα ζωντανό κομμάτι μας προς τα έξω,

κι έπειτα,

να το φέρουμε πίσω στη σπηλαιώδη και παλλόμενη κρυψώνα του.

Η γεύση κρύβεται στο εσωτερικό των σαγονιών.

Μέσα από το ζώο βγαίνει άλλο ζώο,

με μια σειρά από μάτια,

να δοκιμάσει τον κόσμο.

Τα μάνγκο, το κρασί, το στόμα σου,

όλα τα σοδομίζει η γεύση,

που μετά το μακελειό,

κρύβεται σφιχταγκαλιάζοντας τα λάφυρα των αναμνήσεων.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

O Mariano Pensotti από τις Εκδόσεις Δωδώνη σε μτφρ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 




Μαριάνο Πενσότι 

 

Ο ΘΕΑΤΗΣ 

Ένα εξαρχειώτικο σενάριο 

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Ο Mariano Pensotti (Μπουένος Άιρες, 1973) είναι δραματουργός και θεατρικός σκηνοθέτης. Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της θεατρικής ανανέωσης στην Αργεντινή τα τελευταία 20 χρόνια και έναν από τους πιο διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες μιας χώρας με τεράστια παράδοση σε κάθε μορφή τέχνης. Ο Πενσότι έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα λαμπρότερα θεατρικά ταλέντα της Λατινικής Αμερικής και, μαζί με την ομάδα Grupo Marea, περιοδεύουν για παραστάσεις σε πολλά σημαντικά θέατρα και φεστιβάλ ανά τον κόσμο (Νέα Υόρκη, Ρίο ντε Τζανέιρο, Μαδρίτη, Βρυξέλλες, Αθήνα και αλλού).

Το 2014 (στις 26 και 27 Νοεμβρίου), στο πλαίσιο του φεστιβάλ Transitions 2: Latin America, ανέβηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, με Αργεντινούς ηθοποιούς και υπέρτιτλους στα ελληνικά σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το έργο του El pasado es una animal grotesco [Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο].

Το 2019, η Στέγη του Ιδρύµατος Ωνάση αναθέτει στον Μαριάνο Πενσότι τη συγγραφή ενός εξαρχειώτικου σεναρίου, ενός φανταστικού πορτρέτου της Αθήνας µέσα από την καθηµερινή ζωή των θεατών µιας θεατρικής παράστασης. Έτσι προκύπτει «El espectador». Το 2022, ο Μαριάνο Πενσότι δήλωνε στην Ηλέκτρα Ζαργάνη σχετικά με το σενάριό του: «∆εν θα µπορούσα να πραγµατοποιήσω κοινωνιολογική µελέτη για την περιοχή των Εξαρχείων –εξάλλου πρόκειται για φανταστικές ιστορίες–, ωστόσο κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποίησα έκανα αρκετές συνεντεύξεις µε ανθρώπους της περιοχής προσπαθώντας να αντικατοπτρίσω τις διαφορετικές και πολυσύνθετες ταυτότητες και να δώσω ζωή σε αυτά τα φανταστικά πορτρέτα». (Documento, 10 Ιανουαρίου 2022).

Η ταινία γυρίζεται στα Εξάρχεια το 2019, με τη χρηματοδότηση της Στέγης, υπό τον τίτλο «Τhe audience», και πρωταγωνίστριες/πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, τις/τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Περικλή Μουστάκη, Ιωάννα Κολιοπούλου, Παναγιώτη Εξαρχέα, Ηρώ Μπέζου, όμως, λόγω covid, δεν φτάνει ποτέ στους κινηματογράφους και, τελικά, προβλήθηκε στο YouTube Channel του Ιδρύματος Ωνάση από τις 9 έως τις 16 Ιανουαρίου του 2022. Η πανδημία που μεσολάβησε από την εποχή της συγγραφής και μετάφρασης του σεναρίου, και των γυρισμάτων, μέχρι την on line προβολή της, στέρησε από τον Πενσότι την ευκαιρία να επικοινωνήσει με το ευρύ ελληνικό κοινό. Αυτή ακριβώς την ατυχή συγκυρία φιλοδοξεί να απαλύνει/καλύψει εν μέρει η έκδοση σε βιβλίο του σεναρίου.  


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

1 ποίημα του Federico García Lorca από το Libro de poemas (1921) σε μτφρ. Κων/νου Παλαιολόγου

 

Veleta

 

    Viento del Sur,

    moreno, ardiente,

    llegas sobre mi carne,

    trayéndome semilla

    de brillantes

    miradas, empapado

    de azahares.

 

    Pones roja la luna

    y sollozantes

    los álamos cautivos, pero vienes

    ¡demasiado tarde!

    ¡Ya he enrollado la noche de mi cuento

    en el estante!

 

    Sin ningún viento,

    ¡hazme caso!,

    gira, corazón;

    gira, corazón.

 

    Aire del Norte,

    ¡oso blanco del viento!

    Llegas sobre mi carne

    tembloroso de auroras

    boreales,

    con tu capa de espectros

    capitanes,

    y riyéndote a gritos

    del Dante.

    ¡Oh pulidor de estrellas!

    Pero vienes

    demasiado tarde.

    Mi almario está musgoso

    y he perdido la llave.

 

    Sin ningún viento,

    ¡hazme caso!,

    gira, corazón;

    gira, corazón.

 

    Brisas, gnomos y vientos

    de ninguna parte.

    Mosquitos de la rosa

    de pétalos pirámides.

    Alisios destetados

    entre los rudos árboles,

    flautas en la tormenta,

    ¡dejadme!

    Tiene recias cadenas

    mi recuerdo,

    y está cautiva el ave

    que dibuja con trinos

    la tarde.

 

    Las cosas que se van no vuelven nunca,

    todo el mundo lo sabe,

    y entre el claro gentío de los vientos

    es inútil quejarse.

    ¿Verdad, chopo, maestro de la brisa?

    ¡Es inútil quejarse!

 

    Sin ningún viento.

    ¡hazme caso!

    gira, corazón;

    gira, corazón.

 

 

.................................................


 

Ανεμοδείκτης

 

Νότιος Άνεμος,

καστανός, φλεγόμενος,

έρχεσαι πάνω μου κατάσαρκα,

φέρνοντάς μου τον σπόρο

λαμπρών

βλεμμάτων, μυρωμένος

με άνθη πορτοκαλιάς.

 

Κόκκινο κάνεις το φεγγάρι

και θρηνούντα

τα φυλακισμένα καβάκια, αλλά έρχεσαι

υπερβολικά αργά!

Τυλιγμένη αναπαύεται στο ράφι με τα βιβλία

η νύχτα του παραμυθιού μου!

 

Δίχως άνεμο κανέναν,

δώσ’ μου σημασία!

περιστρέψου, καρδιά·

περιστρέψου, καρδιά.

 

Βόρειε Αέρα,

λευκή αρκούδα του ανέμου!

Έρχεσαι πάνω μου κατάσαρκα

τρεμάμενος με τα βόρεια

σέλατά σου,

με την κάπα σου από φαντάσματα

πολέμαρχους,

γελώντας υστερικά

με τον Δάντη.

Ω, στιλβωτή αστέρων!

Αλλά έρχεσαι

υπερβολικά αργά.

Η ντουλάπα μου είναι γεμάτη βρύα

κι έχω χάσει το κλειδί.

 

Δίχως άνεμο κανέναν,

δώσ’ μου σημασία!

περιστρέψου, καρδιά·

περιστρέψου, καρδιά.

 

Αγέρια, ξωτικά και άνεμοι

από το πουθενά.

Σαν κουνούπια γύρω από τριαντάφυλλο

με πέταλα σαν πυραμίδες.

Απογαλακτισμένοι αληγείς άνεμοι

ανάμεσα στα τραχιά δέντρα,

φλάουτα μες στην καταιγίδα,

αφήστε με!

Η θύμησή μου έχει

γερές αλυσίδες

κι είναι φυλακισμένο το πουλί

που ζωγραφίζει με τιτιβίσματα

το απόγευμα.

 

Τα πράγματα που φεύγουν ποτέ δεν επιστρέφουν,

Όλος ο κόσμος το ξέρει,

κι ανάμεσα στο διάφανο πλήθος των ανέμων

είναι ανώφελο να διαμαρτύρεσαι.

Έτσι δεν είναι, λεύκα, μάστορα του δροσερού αγεριού;

Είναι ανώφελο να διαμαρτύρεσαι!

 

Δίχως άνεμο κανέναν,

δώσ’ μου σημασία!

περιστρέψου, καρδιά·

περιστρέψου, καρδιά.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ωδή στον Πλάτκο, του Rafael Alberti

 Ωδή στον Πλάτκο

 

του Ραφαέλ Αλμπέρτι

 

Ούτε η θάλασσα,

που αντίκρυ σου κυμάτιζε άγρια δίχως να μπορεί να σε υπερασπιστεί.

Ούτε η βροχή. Ούτε ο άνεμος, που ήταν αυτός που πιο δυνατά βρυχιόταν.

Ούτε η θάλασσα, ούτε ο άνεμος, Πλάτκο,

ξανθέ ματοβαμμένε Πλάτκο,

τερματοφύλακα μες στη σκόνη,

αλεξικέραυνο.

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς.

Κυανόλευκες φανέλες, στον αέρα.

Βασιλικές φανέλες, ενάντιες, εναντίον σου,

να πετούν και να σε σέρνουν.

Πλάτκο, Πλάτκο αλαργινέ,

ξανθέ Πλάτκο σακατεμένε,

φλεγόμενε τίγρη στο χορτάρι μιας άλλης χώρας.

Εσύ, κλειδί, Πλάτκο, σπασμένο το κλειδί σου,

χρυσαφένιο κλειδί πεσμένο μπροστά στη χρυσαφένια πύλη!

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά, Πλάτκο.

Έστρεψε την πλάτη του στον ουρανό.

Μπλε και μπορντό φανέλες ανεμίζουν,

ξέψυχες δίχως αέρα.

Η θάλασσα, απέστρεψε το βλέμμα,

πλάγιασε και λέξη δεν έβγαλε.

Αιμορραγώντας από τις κουμπότρυπες,

αιμορραγώντας για σένα, Πλάτκο,

για σένα, αίμα μαγυάρικο,

δίχως το αίμα σου, την ορμή σου, την απόκρουσή σου, το άλμα σου,

φοβήθηκαν τα εμβλήματα.

Όχι, κανείς, Πλάτκο, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά.

Ήταν η επιστροφή της θάλασσας.

Ήταν δέκα γρήγορες σημαίες

που ξέφρενες έβγαζαν φωτιές.

Ήταν η επιστροφή του ανέμου.

Η επιστροφή στην καρδιά της ελπίδας.

Ήταν η επιστροφή σου.

Ηρωικό μπλε και μπορντό,

κουμάντο ο αέρας στις φλέβες.

Φτερούγες, φτερούγες γαλάζιες και άσπρες,

σπασμένες φτερούγες, τσακισμένες, δίχως πούπουλα,

διάσπαρτες στο χορτάρι.

Κι ο αέρας απέκτησε πόδια,

κορμί, χέρια, κεφάλι.

Κι όλα για σένα, Πλάτκο,

ξανθέ Πλάτκο της Ουγγαρίας!

Και προς τιμή σου, για την επάνοδό σου,

γιατί επανέφερες τον χαμένο σφυγμό της μάχης,

στην εστία που ’χε κόντρα τον άνεμο άνοιξε ένα ρήγμα.

κανείς, κανείς δεν το ξεχνά.

Ο ουρανός, η θάλασσα, η βροχή το θυμούνται.

Τα εμβλήματα.

Τα χρυσά εμβλήματα, λουλούδια στις κουμπότρυπες,

κλειστά, ανοιχτά για σένα.

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά, Πλάτκο.

Ούτε το τέλος: την αποχώρησή σου,

ξανθέ ματοβαμμένε αρκούδε,

λιπόθυμη σημαία, περιφορά πάνω σε ώμους σ’ όλο το γήπεδο.

Ω, Πλάτκο, Πλάτκο, Πλάτκο,

εσύ, τόσο μακριά από την Ουγγαρία!

Ποια θάλασσα θα μπορούσε να μην κλάψει για σένα;

Κανείς, κανείς δεν ξεχνά,

όχι, κανείς, κανείς, κανείς.

 

 Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


>.<>.<


O τραυματισμός του Πλάτκο στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας το 1928.


 

Ο Ραφαέλ Αλμπέρτι [Rafael Alberti] (Ελ Πουέρτο δε Σάντα Μαρία, 1902-1999) είναι κορυφαίος ισπανός ποιητής του 20ού αιώνα. Μέλος της Γενιάς του ’27 (Λόρκα, Θερνούδα κ.ά.). Έζησε για πολλές δεκαετίες εξόριστος, επί δικτατορίας του Φράνκο,  λόγω των κομμουνιστικών του φρονημάτων. Του έχουν απονεμηθεί, μεταξύ άλλων βραβείων, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1924) και το Βραβείο Θερβάντες (1983). Έγραψε δεκάδες ποιητικές συλλογές και 7 θεατρικά έργα. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μια επιλογή ποιημάτων του, μεταφρασμένη από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη. Η «Ωδή στον Πλάτκο» («Oda a Platko», στα ισπανικά) είναι ένα ποίημα που εξυμνεί την ηρωική εμφάνιση του ούγγρου τερματοφύλακα Φραντς Πλάτκο (ο οποίος είχε δεχτεί, μάλιστα, χτύπημα στο κεφάλι κι επέστρεψε στον αγώνα με το κεφάλι μπανταρισμένο, αφού τότε δεν επιτρέπονταν αλλαγές) στον Τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας, στις 20 Μαΐου 1928, στο El Sardinero στην παραθαλάσσια πόλη του Σανταντέρ. Αντιμέτωπες η Μπαρτσελόνα, η ομάδα του Πλάτκο, με τις χαρακτηριστικές μπλε και μπορντό εμφανίσεις, και η βασκική Ρεάλ Σοθιεδάδ [Βασιλικός Σύλλογος, δηλαδή], με μπλε και άσπρες ρίγες. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος 1-1. Επαναλήφθηκε στις 22 Μαΐου, στο ίδιο γήπεδο, με το ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, παίχτηκε και τρίτο παιχνίδι, στις 29 Ιουνίου, στο ίδιο γήπεδο. Νικήτρια, και κυπελλούχος, με 3-1, η Μπάρτσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα δύο τελευταία παιχνίδια τερματοφύλακας της καταλανικής ομάδας ήταν ο Ραμόν Λιορένς. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Voz de Cantabria (27 Μαΐου 1928).