Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Βιβλιοκριτική του Γιάννη Καλογερόπουλου για τα Μυστικά δωμάτια του Luis Jorge Boone




Δευτέρα 11 Μαΐου 2026, NO14ME

Μυστικά δωμάτια - Luis Jorge Boone

 

Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει.

 

Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.

 

Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.

 

Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη.  Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.

 

Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.

 

Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.

 

Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.

 

Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.

 

Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.

 

Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.

 

Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.

 

Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.

 

 

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

 

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

 

 6 poemas de Ifigenia Doumi traducidos al español

UMA, 15 de abril de 2026

ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΒΟΥΙΖΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΞΕΡΙΑΔΕΣ

 

Οι χείμαρροι που έπεφταν απ’ το βουνό

έπαιρναν μαζί τα μυστικά των σπιτιών.

Σκούπιζαν τότε οι νοικοκυρές τις αυλές

μη μείνει τίποτα μέσα,

κι εκείνοι σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους

για να καταλήξουν χορτάτοι στη θάλασσα.

 

Τώρα οι άνθρωποι κλείσαν τα πορτοπαράθυρα.

Περνάς απ’ έξω και δεν ακούς ούτε την ανάσα τους,

και δεν θα το καταλάβεις όταν μια μέρα

πνιγούν βουβά στις ίδιες τους τις ιστορίες.

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΙ ΜΠΑΪ

 

Διάβασε κάτι στον εαυτό σου δυνατά για να τον καλοπιάσεις

όταν το μόνο που του μένει είναι να κοιμηθεί

―γιατί τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει―,

κάν’ του λίγη παρέα, πες του ένα παραμύθι,

κι όταν αρχίσεις να νυστάζεις κι η γλώσσα γλιστρά

και βλέπεις ότι παύει να σε παρακολουθεί,

προσπάθησε λίγο ακόμα·

η φωνή που λυγίζει του δίνει μια παρηγοριά ―

δεν είναι μόνος.

 

Μετά κλείσε το βιβλίο κι άσ’ το να πέσει απαλά

δίπλα στο μαξιλάρι του κι άσε το φως ανοιχτό

να σε βλέπει αν ανοίξει τα μάτια ότι είσαι ακόμα εκεί ―

κι άσ’ τον να φύγει.

 

 

 

 

ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΟΥΜΠΙ

 

Την ώρα που μιλούσαμε άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, που ήμουν εγώ εδώ κι εσύ εκεί,

άνοιξε η πόρτα.

Εκεί άνοιξε η πόρτα.

Την ώρα που μιλούσαμε, άνοιξε η πόρτα και κάποιος μπήκε.

Εκεί κάποιος μπήκε. Άνοιξε μόνος του την πόρτα και μπήκε.

Άκουσα την πόρτα ―την εκεί πόρτα― να ανοίγει και να κλείνει.

Σε άκουσα να σιωπάς. Κατάλαβα ότι κάποιος μπήκε.

Ένα κλειδί έστρεψε την κλειδαριά προς τα αριστερά,

έστρεψε το κεφάλι σου προς τα πίσω,

έστρεψε το βλέμμα μου στο πλάι.

Μια στιγμιαία επιλογή πυροδότησε τρεις αντιδράσεις,

που ακολουθήθηκαν από άλλες τρεις.

Η κλειδαριά στράφηκε προς τα δεξιά,

το κεφάλι σου προς τα μπροστά,

το βλέμμα μου προς τα κάτω.

 

 

 

 

ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ ΠΑΡΚΙΝ

 

Όταν φυσάει,

σ’ αυτά τα πάρκιν

τα φιλιά

τα παίρνει

ο άνεμος.

 

Περίμενε

τουλάχιστον

να μας φέρουν

το αμάξι.

 

 

 

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

                                             Que estranha forma de vida

                                                                   Amália Rodrigues

 

ανήμερα, η βαλίτσα μου χάθηκε στη Λισαβώνα.

Γλίστρησαν μέσα της σαρδέλες και χέλια,

μπλέχτηκαν με τα ρούχα,

τα κάπνισαν, τα λάδωσαν,

και μου τα έστειλαν πίσω μετά από μέρες

ξεμυαλισμένα.

 

Και μέσα απ’ την αλλόκοτη κονσέρβα

ψάρεψα ένα ένα τα φιλιά μας στα πλακόστρωτα,

να έχω τουλάχιστον κάτι όταν η ζωή παραγίνεται παράξενη.

 

 

 

 

 

ΤΑ ΚΟΥΜΑΝΤΑ

 

Αρχίζω ήδη να επιλέγω τις λέξεις

που θα σου μεταφέρουν κάποτε μια ιστορία.

Θα βάζω την κασέτα

και μάλλον δεν θα θυμάμαι

ότι την ώρα που έστριβα λίγο δεξιά

το τιμόνι για να αποφύγω

τη λακκούβα στην Αμφιθέας,

ήξερα ότι όσες απ’ τις σημερινές επιλογές μου

επιβιώσουν, θα βγαίνουν για χρόνια

από τα χείλη μου να σε εντυπωσιάσουν

ή να σε αφήσουν αδιάφορη.

 

Ίσως δακρύσεις,

ίσως βαρεθείς,

αφού οι λέξεις μου αν θάμπωσαν

δεν θα μου πεις.

 

 

 

SOLO LAS ABEJAS ZUMBAN EN LOS CAUCES SECOS

 

Los torrentes que caían de la montaña

se llevaban los secretos de las casas.

Las mujeres entonces barrían los patios

para que no quedara nada dentro,

y ellos arramblaban con todo a su paso

para morir saciados en el mar.

 

Ahora la gente ha cerrado puertas y ventanas.

Si pasas por allí ni su respiración se oye,

y no te darás cuenta cuando un día

en silencio se ahoguen en sus propias historias.

 

 

 

 

 

LEYENDO A LI BAI

 

Léete algo en voz alta para calmar el ánimo

cuando lo único que te quede sea dormir

―porque no puedes hacer nada más―,

acompáñate un rato, cuéntate un cuento,

y cuando te entre sueño y se te trabe la lengua

y veas que ya no te atiendes,

intenta seguir un poco más;

la voz que decae te sirve de consuelo ―

no estás solo.

 

Luego cierra el libro y déjalo caer con suavidad

junto a la almohada y deja la luz encendida,

que veas, si abres los ojos, que aún estás ahí ―

y déjate ir.

 

 

 

 

BOTÓN ROJO

 

Mientras hablábamos se abrió la puerta.

Mientras hablábamos, y estaba yo aquí y tu allí,

se abrió la puerta.

Allí se abrió la puerta.

Mientras hablábamos se abrió la puerta y alguien entró.

Allí alguien entró. Alguien abrió la puerta y entró.

Oí la puerta ―la puerta de allí― abrirse y cerrarse.

Te oí callar. Me percaté de que alguien entraba.

Una llave giró la cerradura hacia la izquierda,

giró tu cabeza hacia atrás,

giró mi mirada a un lado.

Una decisión del momento desencadenó tres reacciones,

a las que siguieron otras tres.

La cerradura giró hacia la derecha,

tu cabeza hacia delante,

mi mirada hacia abajo.

 

 

 

 


PARKIN DE DOBLE ACCESO

 

Cuando hace aire,

en estos parkin

los besos

se los lleva

el viento.

 

Espera

al menos

a que nos traigan

el coche.

 

 

 

 

 

EL DÍA DE SAN ANTONIO

 

                        Que estranha forma de vida

                                   Amália Rodrigues

 

mi maleta se perdió en Lisboa.

Se colaron dentro sardinas y anguilas,

se enredaron con la ropa,

la dejaron ahumada, aceitosa,

y me la devolvieron tras unos días

como loca.

 

Y del interior de esa lata tan peculiar

fui pescando uno a uno nuestros besos por el empedrado,

para tener al menos algo cuando la vida se vuelva demasiado extraña.

 

 

 

 


PREPARATIVOS

 

Ya he empezado a elegir las palabras

que un día te contarán una historia.

Cada vez que me repita

acaso no recuerde

que, al girar un poco el volante

a la derecha para evitar el bache

de la avenida de Amficea,

sabía que las decisiones de hoy

que pervivan, saldrán durante años

de mis labios para dejarte impactada

o indiferente.

 

Tal vez vas a llorar,

tal vez te vas a aburrir,

pues si mis palabras se desgastan

no me lo vas a decir.

 

 

 

 

Εl taller de traducción colectiva de 6 poemas de Ifigenia Doumi, con la participación de la poeta, tuvo lugar en la UMA el 15 de abril de 2026. La organización y dirección del taller corrió al cargo del profesor Konstantinos Paleologos y de la profesora María López Villalba.




Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Βιβλιοκριτική της Ματθίλδης Σιμχά για το Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αntonio Pereira

 

Το παρελθόν ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης

ΧΑΡΤΗΣ 89 {ΜΑΪΟΣ 2026}

της Ματθίλδης Σιμχά

Αντόνιο Περέιρα, «Ιστορίες από την Κάμπιλα», διηγήματα, μτφρ. Μ. Αθανασιάδου, Θ. Κάμπρα, Α. Μανωλά, Ι. Ντούμη και Κ. Παλαιολόγος, εκδ. Οpera 2026


OI Ιστο­ρί­ες από την Κά­μπι­λα του Αντό­νιο Πε­ρέι­ρα εί­ναι μια συλ­λο­γή που απο­τε­λεί­ται από τριά­ντα μία σύ­ντο­μες, αλ­λη­λο­συν­δε­ό­με­νες αφη­γή­σεις, οι οποί­ες έχουν ως άξο­να τη βιο­γρα­φι­κή εμπει­ρία του συγ­γρα­φέα. Πα­ρα­λεί­πο­ντας τη με­τέ­πει­τα και με­γα­λύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δο της ζω­ής του, τό­τε που «τον ανα­κή­ρυ­ξαν Εκλε­κτό Τέ­κνο της πό­λης όταν με­γά­λω­σε κι ασπρί­σα­νε τα γέ­νια του», ο συγ­γρα­φέ­ας ανα­τρέ­χει απο­κλει­στι­κά στην πε­ρί­ο­δο της παι­δι­κής ηλι­κί­ας και της εφη­βεί­ας του.

Κε­ντρι­κός τό­πος των αφη­γή­σε­ων απο­τε­λεί η Κά­μπι­λα, ερ­γα­τι­κή συ­νοι­κία της γε­νέ­τει­ρας του Πε­ρέι­ρα, που βρί­σκε­ται στην «τα­πει­νή» όχθη του πο­τα­μού Μπούρ­μπια ο οποί­ος λει­τουρ­γεί ως φυ­σι­κό και συμ­βο­λι­κό όριο. Πολ­λά, απρό­σι­τα για αυ­τόν και τους γεί­το­νές του, δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στην «απο­κεί» πλευ­ρά της γέ­φυ­ρας που τους κρα­τά απο­μο­νω­μέ­νους. Στην Κά­μπι­λα λοι­πόν, ο νε­α­ρός εκ­κο­λα­πτό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας, ήδη όπως φαί­νε­ται προι­κι­σμέ­νος με οξυ­δερ­κή πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα και πρώ­ι­μες λο­γο­τε­χνι­κές ανη­συ­χί­ες, πα­ρα­τη­ρεί και κα­τα­γρά­φει τα συμ­βά­ντα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τό­σο μέ­σα στο σπί­τι του όσο και εκτός αυ­τού. Η αφή­γη­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει επει­σό­δια που εκτεί­νο­νται από τη μι­κρή οι­κο­γε­νεια­κή επι­χεί­ρη­ση και τη σχο­λι­κή ζωή έως την ατμό­σφαι­ρα της επο­χής και τις συ­νή­θειες των ντό­πιων, την εγκα­θί­δρυ­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας, το ξέ­σπα­σμα του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, ένα συλ­λο­γι­κό τα­ξί­δι στο Μπούρ­γκος προς τι­μήν του Φράν­κο, κα­θώς και τις πρώ­τες εμπει­ρί­ες ερω­τι­κής αφύ­πνι­σης και τον αγώ­να επι­βί­ω­σης στην μο­νο­το­νία της με­τα­πο­λε­μι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ευ­χά­ρι­στες φαι­νο­με­νι­κά, ανά­λα­φρες ιστο­ρί­ες όπου βέ­βαια με μια δεύ­τε­ρη μα­τιά υφέρ­πει η φτώ­χεια, η αδι­κία, η βία και ο φό­βος.

Εί­ναι γε­γο­νός ότι το θε­μα­τι­κό υλι­κό του βι­βλί­ου δεν δια­κρί­νε­ται από ιδιαί­τε­ρη πρω­το­τυ­πία, ού­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από έντο­νες δρα­μα­τι­κές κο­ρυ­φώ­σεις. Ωστό­σο, το έρ­γο απο­κτά αξιο­ση­μεί­ω­τη λο­γο­τε­χνι­κή αρ­τιό­τη­τα μέ­σω συ­γκε­κρι­μέ­νων αφη­γη­μα­τι­κών στρα­τη­γι­κών. Πρώ­τα απ’ όλα, πα­ρα­τη­ρού­με μια ευ­έ­λι­κτη οπτι­κή γω­νία του αφη­γη­τή: πρό­κει­ται αφ’ ενός για την απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νη, την ώρι­μη, την κρι­τι­κή στά­ση του ενή­λι­κα απέ­να­ντι στα γε­γο­νό­τα και αφ’ ετέ­ρου την άμε­ση, τη ζω­ντα­νή και την αί­σθη­ση του «τώ­ρα» αντί­λη­ψή τους από τον νε­α­ρό. Οι δύο οπτι­κές γω­νί­ες εναλ­λάσ­σο­νται, ακό­μα και στην ίδια την ιστο­ρία, δη­μιουρ­γώ­ντας μια εν­δια­φέ­ρου­σα αί­σθη­ση δι­φω­νί­ας. Επι­προ­σθέ­τως, ο Πε­ρέι­ρα «παί­ζει» με μια εν­δια­φέ­ρου­σα ισορ­ρο­πία με­τα­ξύ εγ­γύ­τη­τας και απο­στα­σιο­ποί­η­σης. Το έρ­γο, δη­λα­δή, ενώ κα­τορ­θώ­νει να δη­μιουρ­γή­σει μια βα­θιά και προ­σω­πι­κή σύν­δε­ση με τον ανα­γνώ­στη, προ­κα­λώ­ντας του συ­ναι­σθή­μα­τα μέ­σα από ει­λι­κρι­νή επι­κοι­νω­νία και κοι­νά βιώ­μα­τα, ταυ­τό­χρο­να δια­τη­ρεί μια δια­κρι­τι­κή απο­στα­σιο­ποί­η­ση, η οποία εφαρ­μό­ζε­ται κά­θε φο­ρά στο εκά­στο­τε πε­ρι­στα­τι­κό. Έτσι, η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή εγ­γύ­τη­τα συ­νυ­πάρ­χει αρ­μο­νι­κά με μια λε­πτή αφη­γη­μα­τι­κή από­στα­ση. Και βέ­βαια όλα αυ­τά σε συν­δυα­σμό και ισορ­ρο­πία με μια λε­πτή ει­ρω­νεία, δια­κρι­τι­κή, συ­χνά κα­λυμ­μέ­νη μέ­σω της οποί­ας ο Πε­ρέι­ρα ασκεί κρι­τι­κή, ανα­δει­κνύ­ει πα­ρα­λο­γι­σμούς ή προσ­δί­δει απλά χιού­μορ. Τέ­λος, αξί­ζει να ανα­φέ­ρου­με την πρω­τό­τυ­πη τε­χνι­κή με­τα­τρο­πής του βιω­μα­τι­κού επει­σο­δί­ου σε αυ­τό­νο­μη αφη­γη­μα­τι­κή ενό­τη­τα, η οποία συ­χνά κο­ρυ­φώ­νε­ται με αιφ­νι­δια­στι­κό ή απο­κα­λυ­πτι­κό τέ­λος, προσ­δί­δο­ντας στις επι­μέ­ρους ιστο­ρί­ες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά σύ­ντο­μου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­κει­ται, εν κα­τα­κλεί­δι, για ένα άρ­τιο τε­λι­κό αι­σθη­τι­κό απο­τέ­λε­σμα. Για μια από­στα­ξη εμπει­ριών που με­τα­τρέ­πο­νται σε έντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα, χω­ρίς ίχνος συ­ναι­σθη­μα­τι­κής υπερ­βο­λής ή εκ­φρα­στι­κής προ­χει­ρό­τη­τας. Αντι­θέ­τως, δια­τη­ρεί­ται μια λε­πτή ισορ­ρο­πία που επι­τρέ­πει την ανά­δει­ξη των αυ­θε­ντι­κών, βα­θύ­τε­ρων πτυ­χών του αν­θρώ­πι­νου ψυ­χι­σμού, ενώ το πα­ρελ­θόν αξιο­ποιεί­ται ως ζω­ντα­νό και ενερ­γό υλι­κό της βιο­γρα­φι­κής μνή­μης.

Οι ιστο­ρί­ες αυ­τές συν­θέ­τουν την ενη­λι­κί­ω­ση ενός εσω­στρε­φούς νε­α­ρού άν­δρα για τον οποίο η ανά­γνω­ση «εί­ναι πιο ευ­χά­ρι­στη από τη ζωή». Ενός άντρα του οποί­ου ο τρό­πος ζω­ής βα­σί­ζε­ται στην αυ­το­γνω­σία και την αμ­φι­σβή­τη­ση. Που εί­ναι πε­ρί­ερ­γος, που δεν δέ­χε­ται τί­πο­τα ως αυ­το­νό­η­το χω­ρίς έλεγ­χο και που προ­σπα­θεί να ζει με συ­νέ­πεια ανά­με­σα σε αυ­τά που λέ­ει και σε αυ­τά που πράτ­τει. Αυ­τή ακρι­βώς η στά­ση του, αλ­λά και η αυ­θε­ντι­κή, δια­κρι­τι­κή ει­ρω­νεία απο­τε­λούν τα δύο βα­σι­κά ηθι­κά κλει­διά του έρ­γου. Αλ­λά και κά­τι άλ­λο: το σύ­νο­λο της αφή­γη­σης δια­περ­νά μια υφέρ­που­σα με­λαγ­χο­λία, η οποία προσ­δί­δει στο πα­ρελ­θόν έναν έντο­να ελε­γεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Και οι τριά­ντα μία ιστο­ρί­ες σκε­πά­ζο­νται από μια νο­σταλ­γι­κή φθο­ρά η οποία δη­μιουρ­γεί μια με­λαγ­χο­λι­κή, λυ­ρι­κή ατμό­σφαι­ρα, ανα­δει­κνύ­ο­ντας το πέ­ρα­σμα του χρό­νου ως στοι­χείο ομορ­φιάς, μνή­μης και ποιό­τη­τας εντεί­νο­ντας τη συ­γκι­νη­σια­κή δύ­να­μη του κει­μέ­νου.

Τε­λευ­ταίο αλ­λά εξί­σου ση­μα­ντι­κό: oι κα­λοί με­τα­φρα­στές εί­ναι γέ­φυ­ρες ανά­με­σα σε κό­σμους, σε κά­νουν να «νιώ­θεις» το κεί­με­νο όπως θα το ένιω­θες στη γλώσ­σα που γρά­φτη­κε. Τα εύ­ση­μα λοι­πόν στη συλ­λο­γι­κή με­τά­φρα­ση της Μα­ρί­ας Αθα­να­σιά­δου, της Θε­ώ­νης Κά­μπρα, της Αλί­κης Μα­νω­λά, της Ιφι­γέ­νειας Ντού­μη και του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου.

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Επινοώντας γέφυρες / Inventando puentes




Η παρούσα ανθολογία παρουσιάζει τη συλλογική μεταφραστική δουλειά μιας 12ετίας, στο πλαίσιο των εργαστήριων του Φεστιβάλ ΛΕΑ. Ανθολογούνται 12 ποιητές και ποιήτριες (έξι άντρες και έξι γυναίκες) από 4 χώρες (Ισπανία, Κολομβία, Νικαράγουα, Μεξικό), μεταφρασμένοι/ες συνεργατικά από ομάδες που συστάθηκαν και δούλεψαν δημιουργικά κατά τη διάρκεια των Φεστιβάλ.


 

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Εργαστήρια συλλογικής μετάφρασης ποίησης στο 18ο Festival LEA

 




Κόστος συμμετοχής: 20€

Διάρκεια εργαστηρίων: 2 ώρες 

Μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων/συμμετεχουσών: 15 

Πληροφορίες και εγγραφές: Αλίκη Μανωλά: inscripciones@lea-festival.com  / +30 690 617 6416