Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Círculos viciosos (φαύλοι κύκλοι)


Ή καταστάσεις κατά τις οποίες η επίλυση ενός προβλήματος οδηγεί στη δημιουργία άλλου το οποίο με τη σειρά του μας οδηγεί, φευ, πάλι στο αρχικό. Η ισπανόφωνη λογοτεχνία γενικά και, ειδικότερα, το είδος του μικροδιηγήματος έχουν δώσει ευφυή δείγματα τέτοιων καταστάσεων με προεξάρχοντα τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
            Στα τέσσερα διηγήματα που ακολουθούν, ο αναγνώστης αισθάνεται (απειλητικά;) την αδυναμία των «ηρώων» να εξελιχθούν. Όλα έχουν (ξανα)γίνει, όλα μοιάζουν μάταια, όλα είναι αδιάκοπη επιστροφή σε μια αρχή που είναι… τέλος. Βιβλία που σαν ρωσικές κούκλες περιέχουν το ένα το άλλο, ένας γέροντας που, στο κατώφλι του θανάτου αλλά και της νέας του ζωής, προσπαθεί μάταια να αποκρυπτογραφήσει το νόημα της ύπαρξης, ζευγάρια πρωτόπλαστων που φτιάχνουν από την αρχή τον ίδιο κόσμο από τον οποίο δραπέτευσαν, άνθρωποι που δημιουργούν ακατάπαυστα δεσμούς και δεσμά… 
Τα υπογράφουν τέσσερις καταξιωμένοι πεζογράφοι, δύο Λατινοαμερικάνοι και δύο Ισπανοί. Ο Λουίς Μπρίτο Γκαρσία γεννήθηκε στο Καράκας το 1940. Έχει ασχοληθεί με την πεζογραφία και το δοκίμιο. Το 1980 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Βενεζουέλας. Η Χούλια Οτσόα γεννήθηκε στο Σαν Σεμπαστιάν (Ισπανία) το 1953. Είναι ποιήτρια, διηγηματογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν κερδίσει πολλά βραβεία. Ασχολείται επίσης με τις εικαστικές τέχνες. Ο Χοσέ Μαρία Μερίνο γεννήθηκε στη Λα Κορούνια (Ισπανία) το 1941. Είναι σημαντικότατος πεζογράφος και ποιητής. Τον Μάρτιο του 2008 εξελέγη μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας. Τέλος ο Αουγκούστο Μοντερόσο (1921-2003), ίσως ο πιο γνωστός από όλους. Γεννήθηκε στη Γουατεμάλα και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Πόλη του Μεξικού. Έγραψε κυρίως σύντομα διηγήματα. Έχει διακριθεί με το Ισπανικό Βραβείο Πρίγκιπας της Αστούριας και το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Γουατεμάλα.
Η μετάφραση των διηγημάτων είναι συλλογική δουλειά και αποτελεί προϊόν του μαθήματος Λογοτεχνικής Μετάφρασης από τα Ισπανικά στα Ελληνικά που διδάσκει ο επίκουρος καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι φοιτήτριες Athina Donati, Ιωάννα Μακρινάκη, Alessandra Pesoli, Λίνα Χατζηκυριάκου.

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

><><><><><>< 

ΒΙΒΛΙΑ
του Λουίς Μπρίτο Γκαρσία

Ένα βιβλίο που μετά από κάποιο τράνταγμα μπέρδεψε όλες τις λέξεις του χωρίς να υπάρχει τρόπος να τις ξαναβάλει στη σειρά.
Ένα βιβλίο ο τίτλος του οποίου ήταν τόσο μα τόσο πλήρης που περιλάμβανε όλο το περιεχόμενο του βιβλίου.
Ένα βιβλίο με έναν πίνακα περιεχομένων τόσο εκτενή που με τη σειρά του χρειαζόταν άλλα περιεχόμενα και αυτά με τη σειρά τους άλλα περιεχόμενα και ούτω καθεξής.
Ένα βιβλίο που διάβαζε τα πρόσωπα όσων ξεφύλλιζαν τις σελίδες του.
Ένα βιβλίο που περιείχε μία προς μία όλες τις σκέψεις ενός ανθρώπου και το οποίο για να διαβαστεί χρειαζόταν ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου.
Ένα βιβλίο προορισμένο να εξηγήσει ένα άλλο βιβλίο, προορισμένο να εξηγήσει ένα άλλο βιβλίο, προορισμένο να εξηγήσει ένα άλλο βιβλίο που με τη σειρά του εξηγεί το πρώτο.
Ένα βιβλίο που συνοψίζει χίλια βιβλία και παράγει χίλια βιβλία που το αναπτύσσουν.
Ένα βιβλίο που αναιρεί άλλο βιβλίο στο οποίο αποδεικνύεται η εγκυρότητα του πρώτου.
Ένα βιβλίο που δίνει μια τέτοια εντύπωση της πραγματικότητας ώστε όταν επιστρέφουμε στην πραγματικότητα μας δίνει την εντύπωση ότι διαβάζουμε ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο στο οποίο έχει αξία μόνο η δέκατη λέξη της εφτακοσιοστής σελίδας και όλες οι υπόλοιπες έχουν γραφτεί για να κρύψουν την αξία εκείνης.
Ένα βιβλίο ο ήρωας του οποίου γράφει ένα βιβλίο του οποίου ο ήρωας γράφει ένα βιβλίο του οποίου ο ήρωας γράφει ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο αφιερωμένο στο να αποδεικνύει τη ματαιότητα του να γράφεις βιβλία.
.
><><><><><>< 

Φράση
της Χούλια Οτσόα

Θυμόταν τη φράση, την είχε δει πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο που περιέφραζε ένα άδειο οικόπεδο στα περίχωρα της πόλης. Συνέβη πριν πολύ καιρό, όταν ήταν μόλις δέκα ετών.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, την ανακάλεσε πολλές φορές στη μνήμη του, αλλά ποτέ δε μπόρεσε να καταλάβει το νόημά της. Μόνο τώρα, σε βαθιά γεράματα πλέον, κατάκοιτος στο κρεβάτι, εξαιρετικά  αδύναμος και άρρωστος, είχε καταφέρει επιτέλους να την αποκρυπτογραφήσει.  Αλλά σχεδόν ταυτόχρονα εισέβαλε στο κουρασμένο μυαλό του μια τρομερή ερώτηση:

– Τι υπήρχε μετά την τελευταία λέξη; Κόμμα, τελεία, αποσιωπητικά;

Το νόημα της φράσης εξαρτιόταν από αυτό, αλλά ο ηλικιωμένος άντρας όσο κι αν προσπαθούσε δεν κατάφερνε να το θυμηθεί. Επιπλέον, μετά βίας μπορούσε τώρα να σκεφτεί με ακρίβεια· όλα ανακατεύονταν σε έναν θολό χείμαρρο από αποσπάσματα. Σαν σε πυρετό παρακολουθούσε, βουβός θεατής, την ταινία της ζωής του.

Είχε μόνο την απόλυτη βεβαιότητα ότι πλέον δεν του απέμενε χρόνος να εξακριβώσει με ποιο σημείο στίξης τελείωνε η φράση. Εξαντλημένος από  την προσπάθεια έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Ονειρεύτηκε ότι ήταν ένας ξεφλουδισμένος τοίχος που περιέφραζε ένα άδειο οικόπεδο, και πάνω του γραμμένη μια φράση την οποία ένα παιδί διάβαζε με προσοχή...
     
><><><><><>< 

Οικοσύστημα
του Χοσέ Μαρία Μερίνο

Την ημέρα των γενεθλίων μου, η ανιψιά μου μού δώρισε ένα μπονσάι και ένα βιβλίο με οδηγίες για να το φροντίζω. Τοποθέτησα το μπονσάι στη βεράντα με τις υπόλοιπες γλάστρες και κατάφερα να το κάνω να ανθίσει. Το φθινόπωρο εμφανίστηκαν μέσα στο χώμα κάτι μικροσκοπικά άσπρα έντομα, αλλά δεν φαινόταν να απειλούν το μπονσάι. Την άνοιξη, ένα πρωινό, την ώρα του ποτίσματος, διέκρινα αμυδρά κάτι να φτερουγίζει ανάμεσα στα φυλλαράκια. Με υπομονή και ένα μεγεθυντικό φακό ανακάλυψα τελικά ότι επρόκειτο για ένα μικροσκοπικό πουλί. Σύντομα το μπονσάι γέμισε πουλιά που τρέφονταν με τα έντομα. Στα τέλη του καλοκαιριού βρήκα, κρυμμένη ανάμεσα στις ρίζες του μπονσάι, μια γυμνή μικροσκοπική γυναίκα. Κατασκοπεύοντάς την με διακριτικότητα, έμαθα ότι έτρωγε τα αυγά από τις φωλιές. Τώρα ζω μαζί της και έχουμε επινοήσει έναν τρόπο για να κυνηγάμε τα πουλιά. Προφανώς, κανείς στο σπίτι δεν γνωρίζει πού βρίσκομαι. Η ανιψιά μου, πολύ στενοχωρημένη από την απουσία μου, φροντίζει τα φυτά μου ως φόρο τιμής στον εξαφανισμένο. Σε μια από τις άλλες γλάστρες, στο βάθος, σήμερα μου φάνηκε πως είδα τη φιγούρα ενός μαμούθ.

><><><><><>< 

Η ζωή από κοινού
του Αουγκούστο Μοντερόσο

Κάποιος που διαρκώς παραπονιέται με πικρία ότι πρέπει να υπομένει το σταυρό του (σύζυγο, πατέρα, μητέρα, παππού, γιαγιά, θείο, θεία, αδερφό, αδερφή, γιο, κόρη, πατριό, μητριά, προγονό, προγονή, πεθερό, πεθερά, γαμπρό, νύφη), είναι ταυτόχρονα ο σταυρός του άλλου που με πικρία παραπονιέται ότι πρέπει να κουβαλάει, όλη την ώρα, το σταυρό (νύφη, γαμπρό, πεθερά, πεθερό, προγονή, προγονό, μητριά, πατριό, κόρη, γιο, αδερφή, αδερφό, θεία, θείο, γιαγιά, παππού, μητέρα, πατέρα, σύζυγο) που του έλαχε να φορτωθεί σε αυτή τη ζωή, και έτσι από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του.









Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Barbarismos, εργαστήριο μετάφρασης




BARBARISMOS
του αργεντινοϊσπανού συγγραφέα Andrés Neuman

Διδάσκων: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Ωράριο: Δευτέρα, 21.00-23.00 (16 δίωρες συναντήσεις)
Ημερομηνία έναρξης: 19 Ιανουαρίου 2015 
Τιμή: 280 ευρώ

- Οι εγγραφές έχουν αρχίσει -

Barbarismos

Τον Μάιο του 2014 ο Αντρές Νέουμαν εξέδωσε το ιδιοφυές αντιλεξικό του με τίτλο Barbarismos [Βαρβαρισμοί], προσδίδοντας νέα διάσταση σε λέξεις χιλιοακουσμένες, αναμειγνύοντας τον αφορισμό με την γκρεγκερία, την ποιητική διάθεση με το κοινωνικό σχόλιο. Οι Βαρβαρισμοί είναι μια προκλητική σύνθεση σάτιρας και οξυδερκούς παρατήρησης των μεγάλων και μικρών της εποχής μας, η οποία αναδιατυπώνει κλασικές έννοιες με μια ριζικά σύγχρονη ματιά.
Η μεταφορά ενός τέτοιου πολυεπίπεδου βιβλίου στα ελληνικά φιλοδοξεί να εξερευνήσει τα συγκεχυμένα σύνορα της μεταφραστικής πράξης και της πρωτότυπης δημιουργίας.
               
Το βιβλίο, στη μετάφραση που θα προκύψει από το εργαστήριο, θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 2015, από τις εκδόσεις Όπερα.

Μερικά λήμματα των Βαρβαρισμών:

·         abecedario. Pensamiento muy poco a poco.
·         biblioteca. Muchedumbre que espera su turno de palabra.
·         escritor. Individuo que fracasa en el intento de ser exclusivamente lector.
·         goleador. Individuo que celebra lo que merecieron otros.
·         noviazgo. Período durante el cual dos enamorados hacen todo lo posible por no conocerse.
·         querer. Extraño afecto hacia alguien que no es uno mismo.
·         traducción. Único modo humano de leer y escribir al mismo tiempo.
·         zoofilia. Doctrina que predica el amor entre semejantes.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ABANICO:
Κολοκοτρώνη 12, 1ος όρ.
Σύνταγμα
Τηλ. 210.32.51.214 & 210.32.51.215



Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Fernando Iwasaki entrevistado por Konstantinos Paleologos / Συνέντευξη του Φερνάντο Ιγουασάκι στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο

Le he leído, fue mi primer contacto con su obra, en una colección de cuentos de autores andaluces. Ha sido incluido también en antologías de escritores peruanos y, si no me equivoco, es de ascendencia japonesa e italiana. Usted ¿de qué país es al final?

Soy un escritor peruano que nació en Sevilla cuando tenía 23 años, y que precisamente por vivir en Europa descubrió el valor de sus raíces. Mi infancia y adolescencia transcurrieron en el Perú, donde hice lo mejor de mis aprendizajes. Sin embargo, mi esposa es española y en España nacieron mis hijos, así que también España es mi país. Japón e Italia están impresos en mis DNIs y en mis pasaportes, pero estoy llegando a una edad en la que me formulo demasiadas preguntas acerca de mis orígenes, y sé que las respuestas las voy a encontrar en Japón e Italia. Por lo tanto, soy de varios sitios y de ninguno, como el «Nowhereman» de los Beatles.

A pesar de que el minicuento, con fines narrativos o didácticos la mayoría de las veces, nos es conocido desde Esopo, es cierto que los últimos quince años se cultiva con relativo éxito en casi todo el mundo. ¿A qué se debe, según su opinión, este fenómeno?  

Juro que la razón no es ni económica ni comercial, porque no sé de ningún escritor de microrrelatos que haya recibido adelantos dignos de un novelista. Dicen los intérpretes de la posmodernidad, que vivimos en una época de levedad y rapidez más propicia para el fragmento. Mire por dónde, resulta que Apolodoro era posmoderno. Yo me considero un discípulo de Apolodoro, Hesíodo y Esopo, aunque a lo mejor propendo a la miniatura por mi ascendencia japonesa y así escribo haikus en prosa y cultivo cuentos bonsái.

Existe una tradición hispanoamericana muy potente en el minicuento. ¿Se siente, en este aspecto, deudor de escritores como Borges, Cortázar, Monterroso o Lugones, por citar algunos de los escritores más emblemáticos?

Sin duda. Cuando comencé a escribir Ajuar funerario, mis modelos eran las brevísimas narraciones de Borges, Arreola, Denevi, Cortázar, Monterroso y Julio Torri, un narrador mexicano extraordinario, pero mi modelo por excelencia fue la Antología de la literatura fantástica compilada por Borges, Bioy Casares y Silvina Ocampo.

Ha escrito numerosos minicuentos, es decir, cuentos que no superan los 20-25 renglones. Según su punto de vista ¿cuáles son las características particulares de este género en lo referente a la trama, los personajes, el desenlace, etc.?

Un microrrelato tiene que contar una historia, por lo tanto, puede tener tramas, atmósferas y personajes. Más bien, lo que de ninguna manera puede ser un minicuento son los aforismos largos, los poemas en prosa, los chistes desarrollados y las divagaciones proto-filosóficas.

Según su web oficial, ha participado en encuentros en los que se debaten los pros y los contras de la digitalización de los libros, en general le veo muy familiarizado con las nuevas tecnologías. ¿Qué piensa del futuro de la literatura en relación con los nuevos medios y soportes que van surgiendo?

Gracias por la pregunta, ya que circula por la red una entrevista que no recoge mi parecer con exactitud. El futuro de la lectura y la edición es digital y quizás alcance a verlo, pero no a disfrutarlo porque sé que soy un inútil y un discapacitado digital. Ahora bien, una cosa es la literatura y otra muy distinta el soporte a través del cual accedemos a la literatura. La imprenta ha funcionado muy bien desde el siglo XV y seguro que los medios digitales funcionarán muy bien de ahora en adelante, mas no creo que la literatura cambie como consecuencia del cambio de soporte. Es decir, que La Ilíada seguirá siendo la misma en un papiro que en un iPad. El peligro para La Ilíada no es Apple, sino Brad Pitt. 


><><><><><><><

Σας έχω διαβάσει, υπήρξε η πρώτη επαφή μου με το έργο σας, σε μία συλλογή διηγημάτων Ανδαλουσιανών συγγραφέων. Έχετε συμπεριληφθεί, επίσης, σε ανθολογίες Περουβιανών συγγραφέων. Επιπλέον, αν δεν κάνω λάθος, έχετε γιαπωνέζικες και ιταλικές ρίζες. Από ποια χώρα είστε τελικά;

Είμαι ένας Περουβιανός συγγραφέας που γεννήθηκε στη Σεβίλλη όταν ήταν 23 ετών και ο οποίος, ακριβώς επειδή ζει στην Ευρώπη ανακάλυψε την αξία των καταβολών του. Την παιδική ηλικία καθώς και την εφηβεία μου τις έζησα στο Περού, όπου απέκτησα τις σημαντικότερες από τις γνώσεις μου. Πλην όμως, η σύζυγός μου είναι Ισπανίδα και στην Ισπανία γεννήθηκαν τα παιδιά μου· συνεπώς και η Ισπανία είναι χώρα μου. Η Ιαπωνία και η Ιταλία είναι γραμμένες στο DNA μου και στα διαβατήριά μου. Πλησιάζω όμως σταδιακά σε μια ηλικία κατά την οποία αρχίζω και αναρωτιέμαι για πάρα πολλά πράγματα σχετικά με τις ρίζες μου και γνωρίζω πως τις απαντήσεις θα τις βρω στην Ιαπωνία και την Ιταλία. Ως εκ τούτου, είμαι από πολλά μέρη και από κανένα, όπως ο «Nowhereman» των Beatles.    

Μολονότι η μικρή πεζογραφική φόρμα, μυθοπλαστική και διδακτική συνήθως, μας είναι γνωστή από τον Αίσωπο ακόμη, είναι γεγονός ότι την τελευταία δεκαπενταετία παρατηρούμε μια άνθισή της σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Πού κατά τη γνώμη σας οφείλεται το φαινόμενο αυτό;

Σας διαβεβαιώ πως οι λόγοι δεν είναι ούτε οικονομικοί ούτε εμπορικοί· δεν γνωρίζω κανέναν συγγραφέα μικροδιηγημάτων που να έχει λάβει χρηματικές προκαταβολές ανάλογες με εκείνες των μυθιστοριογράφων. Λένε οι ερμηνευτές της μετανεωτερικότητας ότι ζούμε σε μια εποχή ελαφρότητας και ταχύτητας που είναι πιο κατάλληλη για το αποσπασματικό. Κοιτάτε που τώρα θα βγάλουν και τον Απολλόδωρο μεταμοντέρνο. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου μαθητή του Απολλόδωρου, του Ησίοδου και του Αισώπου, αλλά ίσως να τείνω προς τη μινιατούρα εξαιτίας της γιαπωνέζικης καταγωγής μου και γι’ αυτό γράφω πεζά χαϊκού και καλλιεργώ διηγήματα-μπονζάι.  

Υπάρχει μια πολύ σπουδαία λατινοαμερικάνικη παράδοση στο μικροδιήγημα. Αισθάνεστε, υπ’ αυτή την έννοια, συνεχιστής του έργου συγγραφέων όπως ο Μπόρχες, ο Κορτάσαρ, ο Μοντερόσο ή ο Λουγόνες, για να αναφερθούμε μόνο σε ορισμένες εμβληματικές φυσιογνωμίες;

Αναμφίβολα. Όταν άρχισα να γράφω το Ajuar funerario, πρότυπό μου ήταν οι πολύ σύντομές αφηγήσεις των Μπόρχες, Αρεόλα, Ντενέβι, Κορτάσαρ, Μοντερόσο, καθώς και του Χούλιο Τόρι, ενός εξαιρετικού Μεξικανού συγγραφέα. Όμως κατ’ εξοχήν πρότυπό μου υπήρξε η Ανθολογία φανταστικής λογοτεχνίας των Μπόρχες, Μπιόι Κασάρες και Σιλβίνα Οκάμπο.    

Έχετε γράψει πολυάριθμα μικροδιηγήματα, δηλαδή, διηγήματα που δεν ξεπερνούν τις 20 με 25 αράδες. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του είδους όσον αφορά την πλοκή, τους χαρακτήρες, την έκβαση κ.λπ.;

Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες.

Σύμφωνα με την προσωπική ιστοσελίδα σας, έχετε λάβει μέρος σε ημερίδες με θέμα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ψηφιοποίησης των βιβλίων. Γενικά, σας βλέπω να έχετε μεγάλη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες. Πώς βλέπετε το μέλλον της λογοτεχνίας σε συνάρτηση με τα νέα μέσα της ψηφιακής τεχνολογίας και την άυλη γραφή του διαδικτύου;  

Ευχαριστώ για την ερώτηση, καθότι κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο μια συνέντευξη που δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τις απόψεις μου. Το μέλλον της ανάγνωσης και των εκδόσεων είναι ψηφιακό και ίσως να προλάβω να το δω, αλλά όχι και να το απολαύσω επειδή ξέρω ότι είμαι άχρηστος και ανίκανος με την ψηφιακή τεχνολογία. Βέβαια, άλλο πράγμα είναι η λογοτεχνία και άλλο, πολύ διαφορετικό, η φόρμα, έντυπη ή ηλεκτρονική, του λογοτεχνικού έργου. Η τυπογραφία λειτούργησε πολύ καλά από τον 15ο αιώνα και είναι σίγουρο ότι τα ψηφιακά μέσα θα λειτουργήσουν πολύ καλά από τώρα και στο εξής, αλλά δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία θα αλλάξει ως συνέπεια της αλλαγής στη φόρμα της. Δηλαδή, η Ιλιάδα θα παραμείνει ίδια είτε σε πάπυρο είτε σε iPad. Ο κίνδυνος για την Ιλιάδα δεν είναι η Αpple αλλά ο Μπραντ Πιτ.

Primera publicación http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/, enero de 2011.


Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

7 Minicuentos de Carlos Vitale / 7 Μικροδιηγήματα του Κάρλος Βιτάλε, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου

LA PUERTA CONDENADA
De niño, en el barrio, se relataba la aventura de un vecino que había sobrevivido a un naufragio flotando durante una semana sobre una puerta. Desconozco quién era e incluso si la peripecia acaeció de verdad, pero no dejo de meditar en ese hombre, azul y agua, negro y agua, asido a una puerta por la que no es posible huir.

Η ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ
Όταν ήμουν μικρός, κυκλοφορούσε στη γειτονιά μια ιστορία για κάποιον που είχε επιζήσει σε ένα ναυάγιο επιπλέοντας για μία εβδομάδα πάνω σε μια πόρτα. Δεν ξέρω ποιος ήταν, ούτε καν αν αυτή η ταλαιπωρία τού συνέβη στην πραγματικότητα, αλλά δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου αυτόν τον άνδρα, γαλάζιο και νερό, μαύρο και νερό, γραπωμένο σε μία πόρτα, από την οποία δεν μπορεί να διαφύγει.

BORRADOR
Debería pasarme a limpio.

ΣΤΟ ΠΡΟΧΕΙΡΟ
Θα έπρεπε να με καθαρογράψω.

NOTICIAS DEL IMPERIO
Tras reunirse con sus asesores el emperador ordenó sofocar la rebelión que se desarrollaba en aquella lejana provincia. Noticias llegadas a la capital aseguraban que el levantamiento contaba con el apoyo de una gran potencia extranjera. En tanto se pertrechaban los ejércitos, el emperador envió a sus más sagaces emisarios para exponer a los sublevados los azarosos peligros de la libertad. Todavía no se conoce su respuesta.

ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Αφού συσκέφθηκε με τους συμβούλους του, ο αυτοκράτορας διέταξε να καταπνίξουν τη στάση που βρισκόταν εν εξελίξει σε εκείνη τη μακρινή επαρχία. Οι ειδήσεις που έφθαναν στην πρωτεύουσα επιβεβαίωναν ότι η εξέγερση είχε τη στήριξη μιας ξένης υπερδύναμης. Ενώ τα στρατεύματα ανεφοδιάζονταν, ο αυτοκράτορας έστειλε τους πιο ευφυείς απεσταλμένους του να εκθέσουν  στους εξεγερμένους τους ανεξέλεγκτους κινδύνους της ελευθερίας. Ακόμη αγνοείται η απάντησή τους.

ES CURIOSO
Curiosamente, todo imbécil tiene alguien que lo ama, que, curiosamente, no siempre es imbécil.

ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ
Κατά περίεργο τρόπο, όλοι οι ηλίθιοι έχουν κάποιον που τους αγαπάει, ο οποίος, κατά περίεργο τρόπο, δεν είναι πάντα ηλίθιος.

MICROECONOMÍA
Tiempos de crisis: sumo lo que no gano.

ΜΙΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Περίοδος κρίσης: σουμάρω αυτά που δεν κερδίζω.

LAS CUENTAS CLARAS CONSERVAN LA AMISTAD
Dos escritores se conocen en la presentación de sus respectivos libros. Dado que simpatizan de inmediato y ambos ignoran la obra del otro, acuerdan no leerla para prevenir que un eventual juicio desfavorable enturbie su naciente amistad. Los dos cumplen su promesa y, por ello, su estima mutua se afianza cada vez más hasta el final de sus días.

ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ
Δύο συγγραφείς γνωρίζονται στην παρουσίαση των βιβλίων τους. Δοθέντος ότι αμέσως συμπαθιούνται αμοιβαία και ο ένας αγνοεί το έργο του άλλου, συμφωνούν να μην το διαβάσουν για να αποφύγουν την πιθανότητα να κλονιστεί η εκκολαπτόμενη φιλία τους από μια ενδεχόμενη δυσμενή κριτική. Και οι δύο τηρούν την υπόσχεσή τους και γι’ αυτό η αμοιβαία εκτίμησή τους ενισχύεται όλο και περισσότερο μέχρι το πέρας του βίου τους.

SUS RAZONES TENDRÁ
Por algo será que el espejo me devuelve la imagen.

ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑ ’ΧΕΙ
Κάποιος λόγος θα υπάρχει που ο καθρέφτης αντανακλά το είδωλό μου.

μετάφραση Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου

Ο Carlos Vitale γεννήθηκε στην Αργεντινή και διαμένει στη Βαρκελώνη. Είναι ποιητής και συγγραφέας μικροδιηγημάτων. Οι παρούσες ιστορίες περιλαμβάνονται στον τόμο La descortesía del suicida [Η αγένεια του αυτόχειρα] που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2011 από το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου και επιμέλεια Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Νίκου Πρατσίνη.



Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Tres poemas de Tomás Segovia en griego

Hemos salido a la terraza
A mirar la tormenta

Por si acaso pensamos distraernos
El cielo nos envía irreverentes ráfagas
Que azotan nuestros rostros
Y no nos dejarán desatender
Esta desmesurada exhibición de fuerza
Y su enceguecedor estertor epiléptico

Y nosotros delante del bárbaro despliegue
A salvo y dándonos la mano
Paladeamos como nunca antes
La dicha de ser dos.

Βγήκαμε στη βεράντα
Να δούμε την καταιγίδα

Μην τυχόν και αφαιρεθούμε
Ο ουρανός μάς στέλνει ασεβείς ριπές
Που μαστιγώνουν τα πρόσωπά μας
Και δεν θα επιτρέψουν να αγνοήσουμε
Αυτή την υπέρμετρη επίδειξη δύναμης
Και τον εκτυφλωτικό επιληπτικό της ρόγχο

Και μεις μπροστά στη βάρβαρη επιδρομή
Ασφαλείς και πιασμένοι από το χέρι
Γευόμαστε όπως ποτέ πριν
Την ευτυχία του να είμαστε δύο.

=.=.=.=.=.=.=.=.=.=.

Lo que quisiera yo no es acordarme
Es colgarme apoyarme aferrarme abrazarme
Sentarme encima de las viejas horas
Casi aplastarlas
Es cabalgarlas yo y que me lleven ellas
Volver a viajar en su viaje
Sacarlas ya de ese bolsillo
Donde las guardo a oscuras viviendo de migajas
Y que me digan siempre interminablemente
Que no se van a ir
Que estamos juntos para siempre
Que no me van a dejar solo
Y sobre todo por piedad que digan
Que nunca me engañaron
Ni me engañarán nunca
Que vivir era eso.

Αυτό που θα ’θελα εγώ δεν είναι να θυμάμαι
Είναι να κρεμαστώ να στηριχτώ να γραπωθώ να αγκαλιαστώ
Να θρονιαστώ επάνω στις παλιές ώρες
Να τις λειώσω σχεδόν
Να τις ιππεύσω εγώ και εκείνες να με πηγαίνουν
Να ξαναταξιδέψω στο ταξίδι τους
Να τις βγάλω επιτέλους από κείνη την τσέπη
Όπου τις φυλάω στα σκοτεινά ταΐζοντάς τες ψίχουλα
Και να μου λένε πάντα αδιάκοπα
Ότι δεν θα φύγουν
Ότι είμαστε μαζί για πάντα
Ότι δεν θα μ’ αφήσουν μόνο
Και κυρίως από οίκτο να πουν
Ότι ποτέ δεν με απάτησαν
Ούτε θα με απατήσουν ποτέ
Ότι η ζωή ήταν αυτό.  

=.=.=.=.=.=.=.=.=.=.

Hoy pesa un cielo torpe y apagado
Los pájaros se han vuelto perezosos
El día avanza renuente
Sin ganas de decirnos nada

Este lastre en el tiempo ¿quién lo ha puesto?
¿Son las densas arenas de todas mis desidias
De todo lo que he ido abandonando a medias
Y no tuve la fuerza de hacer mío?
¿Es que al fin estoy rengo por no estar a la altura?
¿Es por no haber vivido?
¿O es porque casi todo está vivido
Y ésta es la lentitud con que encalla una vida
Que ha llegado a su playa?

Moroso cielo afónico
Yo preguntar pregunto
Pero tampoco un día como éste
Me quedaré sentado en mi pregunta.

Σήμερα βαραίνει ένας ουρανός αδέξιος και μουντός
Τα πουλιά βαριούνται να πετάξουν
Η μέρα προχωρά ανόρεχτη
Δίχως κέφι να μας πει κουβέντα

Αυτό το έρμα στον χρόνο, ποιος το ’βαλε;
Είναι η παχιά άμμος όλων αυτών που αμέλησα
Όλων των πραγμάτων που άφησα πίσω μου ημιτελή
Γιατί δεν είχα τη δύναμη να τα κάνω δικά μου;
Μήπως κατέληξα σακάτης επειδή δεν ύψωσα το ανάστημά μου;
Είναι γιατί δεν έζησα;
Ή είναι επειδή τα έχω ζήσει σχεδόν όλα
Και αυτή είναι η βραδύτητα μιας ζωής που εξοκέλλει
Που έφτασε πλέον στην ακτή της;

Αργόσυρτε βουβέ ουρανέ
Εγώ τις ερωτήσεις μου τις κάνω
Αλλά δεν αρκούμαι κιόλας μια μέρα σαν κι αυτή

Να μείνω μόνο με την ερώτησή μου.

μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

O ποιητής Τομάς Σεγκόβια γεννήθηκε στη Βαλένθια της Ισπανίας το 1927 και πέθανε στην Πόλη του Μεξικού το 2011. 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Acerca de la presencia de Grecia en LIBER 2005. Un par de avisos y de recomendaciones seguramente innecesarias, por Ignacio Echevarría

No hay que desaprovechar la oportunidad que Liber 2005 ofrece para la divulgación de la literatura griega contemporánea. Pero conviene no fundar exageradas expectativas en sus alcances e influencia.
      Entre las incontables ferias del libro que se celebran en Europa, la de Liber posee un rango menor. Suele celebrarse en camino a la Feria de Frankfurt, y generalmente se aprovecha para allanar los múltiples obstáculos que no dejan de entorpecer la adecuada circulación de libros entre España y Latinoanoamérica. Se trata, por lo tanto, de una feria que sobre todo atrae a libreros y distribuidores, y que se centra en los aspectos más técnicos de la comercialización del libro. Su impacto en los medios de comunicación es escaso, y la afluencia de público insignificante. Pese a lo cual, no cabe desatender las la plataforma que brinda para realizar según qué propuestas.
      En el horizonte de la industria editorial hispánica, una literatura como la griega contemporánea tiene que vencer grandes inconvenientes para alcanzar cierta visibilidad. Así ocurre por razones no sólo lingüísticas, sino también culturales, en el sentido más amplio y más complejo. Para empeorar las cosas, la cultura griega contemporánea compite con los clichés de su pasado clásico, que parecen distraer y agotar por sí solos la atención que el lector común está dispuesto a conceder a una literatura que, por muy actual que sea, le suena absurdamente remota. Así se hace difícil abrirse paso en el terreno ocupado por las lenguas hegemónicas. Y si se tratara de llamar la atención sobre una cultura muy particular y específica, con raíces seculares, debe advertirse que el horizonte cultural español ya está asediado de antemano —saturado, iba a decir— por las reclamaciones de varias tradiciones literarias que coexisten con la española en el mismo terreno (nos referimos, sobre todo, pero no exclusivamente, a las literaturas catalana, gallega y vasca).
      De hecho, la manera más fácil que una literatura como la griega tendría de abrirse paso en un medio cultural como el hispánico —o cualquier otro, en la práctica— depende del azar: del éxito masivo, más o menos fortuito, obtenido por un libro o por un autor determinado que actúa como caballo de arrastre para otros contemporáneos suyos. Pero a falta de este golpe de fortuna, una plataforma como el Liber debería aprovecharse actuando con la máxima concreción posible, es decir con realismo, sin aspavientos. Esto supone un importante trabajo de selección, primero, y a continuación una información bien elaborada, ajustada a las limitaciones de sus destinatarios. Limitaciones no sólo de orden lingüístico (imprescindible facilitar, a este respecto, muestras de traducción muy cuidadas), sino también de imaginario cultural: esa dificultad creciente que se tiene en la actualidad de imaginar adecuadamente la otredad sin pasar por el exotismo. En este sentido, el reto mayor consiste en ofrecer un menú literario que se mantenga a tanta distancia del internacionalismo rampante (¿para qué traducir a un autor griego que me viene a contar lo mismo que un autor inglés, francés o español?) como de los particularismos locales (¿de qué me está hablando este autor griego?). Un menú que habría de ofrecerse con la mayor claridad posible, sin hacer concurrir demasiados títulos ni demasiados nombres (pues nadie está dispuesto a aceptar, de entrada, que una literatura como la griega tenga en reserva más de media docena de autores imprescindibles o de obras maestras). Y que con buen criterio seleccionara, entre los posibles, aquellos títulos y autores que poseen no sólo personalidad propia, sino también voluntad de hacerse oír. Algo esto último que sugiere realizar, en el marco del libro, intervenciones bien articuladas, que en la medida de lo posible contribuyan —con espíritu pedagógico, pero también crítico— tanto al conocimiento directo de esos títulos y autores como a su confrontación y a su diferenciación.


Texto escrito por el crítico literario y ensayista Ignacio Echevarría (Barcelona, 1960) tras petición del Centro Nacional del Libro de Grecia (EKEBI) en 2005, año que Grecia fue país invitado de honor en Liber.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Εμίλια Πάρδο Μπαθάν: «Αν η κάρτα μου έγραφε Εμίλιο…». Λογοτεχνία και φεμινισμός στην Ισπανία των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου



Οκτώβριος του 1916. Μια ευτραφής κυρία που έχει περάσει προ πολλού τα εξήντα ανεβαίνει με απίστευτη ενέργεια τα σκαλιά της Φιλοσοφικής Σχολής του Κεντρικού Πανεπιστημίου της Μαδρίτης. Η στιγμή είναι ιστορική: πρόκειται για την πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο της πρώτης γυναίκας που καταλαμβάνει έδρα καθηγήτριας σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ισπανίας. Η απόφαση έχει ληφθεί τον Μάιο της ίδιας χρονιάς από τον ίδιο τον βασιλιά Αλφόνσο ΙΓ′ και αφορά την έδρα Νεολατινικών Γλωσσών του εν λόγω πανεπιστημίου. Η χαρά της καθηγήτριας είναι τόσο μεγάλη που δεν συνειδητοποιεί μια «μικρή» λεπτομέρεια: δεν την υποδέχεται κανένας από τους συναδέλφους της. Όταν, όμως, φτάνει στην αίθουσα διδασκαλίας, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί ότι κάτι περίεργο συμβαίνει· στα έδρανα κάθεται μόλις ένας φοιτητής! Η ίδια σκηνή θα επαναληφθεί και τις επόμενες μέρες. Καθηγητές και φοιτητές μποϊκοτάρουν τη νέα καθηγήτρια απλώς και μόνο λόγω του φύλου της. Δύο μήνες αργότερα, η πρώτη πανεπιστημιακή καθηγήτρια της Ισπανίας παραιτείται από τη θέση της.
            Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν, έτσι ονομάζεται η πρωταγωνίστρια της προηγούμενης ιστορίας, υπήρξε μια γυναίκα που χόρτασε τη ζωή της. Σε καιρούς δύσκολους, σε εποχές που οι Ισπανίδες δεν απολάμβαναν στοιχειωδών δικαιωμάτων, εκείνη πάλεψε και κατόρθωσε πράγματα αδιανόητα για τις συμπατριώτισσές της: ταξίδεψε πολύ, έγινε η πρώτη γυναίκα ανταποκρίτρια ισπανικής εφημερίδας στο εξωτερικό, διάβασε και διέδωσε στην Ισπανία τους μεγάλους Γάλλους και Ρώσους μυθιστοριογράφους της εποχής, υπήρξε συνειδητοποιημένη φεμινίστρια, εγκατέλειψε τον σύζυγό της όταν αισθάνθηκε ότι η σχέση τους έπνιγε τη δημιουργικότητά της, ίδρυσε και διεύθυνε το «Νέο Κριτικό Θέατρο», έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της λογοτεχνικής λέσχης του Ateneo της Μαδρίτης και έφτασε να γίνει (μαζί με τον Κλαρίν και τον Γκαλδός) μια από τις τρεις σημαντικότερες φιγούρες της ισπανικής λογοτεχνίας των τελών του 19ου αιώνα. Όλα αυτά, βέβαια, έγιναν με μεγάλο προσωπικό κόστος μέσα σε κλίμα συντηρητικό που απαξίωνε τη γυναίκα: «Αν η κάρτα μου έγραφε Εμίλιο, αντί για Εμίλια, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μου…», έφτασε να πει σε μια περίπτωση παρ’ ότι δεν ήταν γυναίκα που συνήθιζε να διαμαρτύρεται· απλώς δρούσε. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

ΓΑΛΙΚΙΑ

Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν γεννήθηκε, το 1851, στη Λα Κορούνια, στη Γαλικία, τη χώρα των θρύλων και των μαγισσών, αλλά και των μεγάλων οικονομικών ανισοτήτων και των έντονων κοινωνικών αντιθέσεων. Ήταν μοναχοκόρη ενός ευκατάστατου και μορφωμένου ζευγαριού, του δικηγόρου Χοσέ Πάρδο Μπαθάν και της Αμάλια ντε λα Ρούα. Ο πατέρας της, γεγονός όχι και τόσο συνηθισμένο για εκείνη την εποχή, έκανε τα πάντα για τη μόρφωση της κόρης του και της έδωσε την ακόλουθη συμβουλή: «Κοίτα, κόρη μου, οι άντρες είμαστε πολύ εγωιστές· έτσι, λοιπόν, και σου πουν κάποια φορά πως υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορούν να κάνουν εκείνοι αλλά όχι οι γυναίκες, πες τους πως λένε ψέματα».
            Η Εμίλια διάβαζε με πάθος τα πάντα: λογοτεχνία, τύπο, επιστημονικά βιβλία και περιοδικά… Τη συνήθεια αυτή δεν την αποχωρίστηκε ποτέ. Έμαθε μάλιστα γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά για να διαβάζει στο πρωτότυπο τους μεγάλους λογοτέχνες της εποχής της.
            Στις 10 Ιουλίου του 1868, πριν συμπληρώσει καν τα δεκαεφτά της χρόνια, οι γονείς της την παντρεύουν (ο φιλελευθερισμός έχει τα όριά του…) με τον Χοσέ Κιρόγα, δεκαοχτάχρονο φοιτητή της Νομικής. Οι βιογράφοι της συγγραφέως δεν συμφωνούν μεταξύ τους για το αν προϋπήρξε έρωτας ανάμεσα στους δύο νέους ή αν ήταν απλώς απόφαση των γονέων. Γεγονός είναι ότι η Εμίλια ακολούθησε τον σύζυγό της στην πρωτεύουσα της Γαλικίας, το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, όπου σπούδαζε ο Χοσέ (οι βιογράφοι αυτή τη φορά συμφωνούν: η Εμίλια δεν βοηθά απλώς τον σύζυγό της στη μελέτη, στην πραγματικότητα εκείνη του γράφει τις εργασίες).

ΠΡΩΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Δύο μήνες περίπου μετά την τέλεση του γάμου της Εμίλια, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1868, ξεκινά στην Ισπανία η «Γκλοριόσα», η επανάσταση δηλαδή των δημοκρατικών ενάντια στη βασίλισσα Ισαβέλλα Β′ και το συντηρητικό καθεστώς της. Θα ακολουθήσουν χρόνια έντονων πολιτικών κινητοποιήσεων που θα οδηγήσουν στην ψήφιση νέου φιλελεύθερου Συντάγματος (Ιούνιος 1869), στην ανακήρυξη της Πρώτης Δημοκρατίας (Φεβρουάριος 1873), στην επαναφορά της βασιλείας (Ιανουάριος 1875, νέος βασιλιάς ο Αλφόνσο ΙΒ′) και στην ψήφιση καινούριου, συντηρητικού αυτή τη φορά, Συντάγματος (Ιούνιος 1876). Ο Χοσέ Πάρδο Μπαθάν παίρνει έδρα στο ισπανικό κοινοβούλιο και το 1870 τον ακολουθεί στη Μαδρίτη όλη η οικογένεια, μαζί και οι νεόνυμφοι. Η πολιτική αστάθεια, όμως, αναγκάζει την οικογένεια να εγκαταλείψει τη χώρα και να εγκατασταθεί στη Γαλλία. Από εκεί θα πραγματοποιήσει ταξίδια σε Αγγλία, Γερμανία, Αυστρία και Ιταλία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών, η Εμίλια μελετά χημεία, φυσική, αστρονομία, επισκέπτεται μουσεία, παρακολουθεί θέατρο και συναυλίες και σαγηνεύεται από το γαλλικό μυθιστόρημα. Με λίγα λόγια, αποκτά ευρωπαϊκή παιδεία σε μια εποχή που οι Ισπανοί, ακόμα και οι διανοούμενοι, ταξίδευαν σπανίως.
            Η Εμίλια θα επιστρέψει στην Ισπανία στα μέσα της δεκαετίας του 1870 και το 1876 θα γεννήσει το πρώτο της παιδί, τον Χάιμε. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας θα ακολουθήσουν δύο κόρες: η Κάρμεν και η Μπλάνκα. Στην Ισπανία των τελών του 19ου αιώνα η ζωή μιας τριαντάχρονης γυναίκας με τρία παιδιά δεν νοείτο έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της· η Εμίλια, αντίθετα, δεν σταματά να ταξιδεύει, να γράφει, να κερδίζει λογοτεχνικά βραβεία, να διευθύνει περιοδικά. Είναι ένα δημόσιο πρόσωπο γεμάτο δημιουργικότητα και ενέργεια. Ο άντρας της προσπαθεί ματαίως να την χαλιναγωγήσει και αυτό οδηγεί, σιγά σιγά, το ζευγάρι σε ρήξη των σχέσεων του και απομάκρυνση των δύο συζύγων (για διαζύγιο βέβαια ούτε λόγος, αποτελεί μεταγενέστερη «επινόηση»…).

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΑΡΔΟ ΜΠΑΘΑΝ 

Ο Άγγλος ιστορικός της λογοτεχνίας D.L. Shaw υποστηρίζει ότι «από το 1868 και πιο συγκεκριμένα από τη δημοσίευση του πρώτου μυθιστορήματος του Γκαλδός [La fontana de oro (1870)] και μετά, το ισπανικό μυθιστόρημα γίνεται το λογοτεχνικό είδος της μόδας και παρουσιάζει τρομερές αλλαγές», (1999: 185). Αυτό οφείλεται βέβαια και στις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που αναφέραμε επιγραμματικά στην προηγούμενη ενότητα. Η μάχη ανάμεσα στις δύο Ισπανίες, την «προοδευτική» και τη «συντηρητική», ήταν φυσικό να έχει αντίκτυπο στη λογοτεχνία της χώρας. Και βέβαια το μυθιστόρημα ήταν το καταλληλότερο είδος για να καταγράψει αυτές τις εντάσεις. Είναι η εποχή του ρεαλισμού, η εποχή των Χοσέ Μαρία ντε Περέδα, Πέδρο Αντόνιο ντε Αλαρκόν, Χουάν Βαλέρα, αλλά κυρίως η εποχή του Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός (κατά πολλούς του σημαντικότερου Ισπανού συγγραφέα μετά τον Θερβάντες) και του Λεοπόλδο Άλας, πιο γνωστού με το ψευδώνυμο Κλαρίν. Όλοι αυτοί οι συγγραφείς, καθώς και πολλοί άλλοι μικρότερου βεληνεκούς, θέλησαν να αποτυπώσουν στα έργα τους, με τρόπο σχεδόν δημοσιογραφικό, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις της Ισπανίας εκείνης της εποχής.                           Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό τοπίο αρχίζει να παρουσιάζει τα πρώτα έργα της η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Στην αρχή γράφει ποίηση (δίχως ιδιαίτερη επιτυχία, αν και μια ωδή της απέσπασε, το 1876, το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό ποίησης στη Γαλικία), αλλά έπειτα, επηρεασμένη από τους συγγραφείς που αναφέραμε προηγουμένως, στρέφεται στην πεζογραφία δημοσιεύοντας, το 1879, το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Pascual López (πρόκειται για τη φανταστική αυτοβιογραφία ενός φοιτητή της Ιατρικής). Θα ακολουθήσουν δεκάδες μυθιστορήματα και εκατοντάδες διηγήματα, αφού η Μπαθάν γράφει και εκδίδει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής της: Insolación (1889), Morriña (1889), La piedra angular (1891), Doña Milagros (1894), La quimera (1905), Dulce sueño (1911)· Cuentos de la tierra (1888), Cuentos escogidos (1891), Cuentos de Marineda (1892), Cuentos sacroprofanos (1899), είναι μερικά μόνο από τα έργα που δημοσίευσε.
Οι κριτικοί όμως, σχεδόν ομόφωνα, θεωρούν ως κορυφαία της στιγμή το μυθιστόρημα Los pazos de Ulloa (1886): η πλοκή εκτυλίσσεται στη γαλικιανή επαρχία και κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Πέδρο, μαρκήσιος του Ουγιόα, ένας τριαντάχρονος άξεστος και ανήθικος άντρας που ενδιαφέρεται μόνο για το κυνήγι. Διατηρεί ερωτικές σχέσεις με μια υπηρέτριά του, την Σαμπέλ, με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιο. Κάποια στιγμή καταφθάνει στο αγρόκτημα του μαρκησίου ένας νεαρός κληρικός που αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας του Πέδρο. Ο κληρικός σύντομα αντιλαμβάνεται την κατάσταση που επικρατεί και συμβουλεύει τον μαρκήσιο να παντρευτεί ώστε να μπει στον «ίσιο δρόμο». Ο μαρκήσιος υπακούει και παντρεύεται με την ενάρετη εξαδέλφη του Νούτσα, σύντομα όμως η έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος τον κάνει να επιστρέψει στην ελκυστική Σαμπέλ. Η Νούτσα φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι και λίγο καιρό αργότερα πεθαίνει αφού πρώτα υπομένει με καρτερικότητα τη βίαιη συμπεριφορά του δυνάστη συζύγου της. Ο κληρικός δεν αντέχει την κατάσταση και εγκαταλείπει το αγρόκτημα αφήνοντας το φτωχό κοριτσάκι της Νούτσα να μεγαλώνει κάτω από άθλιες συνθήκες μέσα σε περιβάλλον εντελώς εχθρικό. Το μυθιστόρημα βρίθει βίαιων σκηνών και θυμίζει έντονα κάποια από τα έργα του Ζολά, όπως το Ζερμινάλ. Το γεγονός αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι αφού τα συχνά ταξίδια της Εμίλια στη Γαλλία και η άριστη γνώση τής γαλλικής λογοτεχνίας την είχαν μυήσει στο αισθητικό κίνημα του Νατουραλισμού που πρέσβευε την πιστή και άνευ εξιδανικεύσεων απεικόνιση της πραγματικότητας.
Το 1882, μάλιστα, η συγγραφέας είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων (τα οποία συγκεντρώθηκαν την επόμενη χρονιά σ’ έναν τόμο υπό τον τίτλο La cuestión palpitante) παρουσιάζοντας για πρώτη φορά οργανωμένα τις αρχές του κινήματος στην Ισπανία. Το βιβλίο αυτό στάθηκε αφορμή για έντονες επιθέσεις στο πρόσωπο της συγγραφέως η οποία κατηγορήθηκε ότι προβάλλει ηθικώς επιλήψιμα δόγματα (αναφέρονταν κυρίως στον καθοριστικό ρόλο που, σύμφωνα με τους νατουραλιστές, έχει η κληρονομικότητα και τα γενετήσια ένστικτα στη συμπεριφορά του ανθρώπου). Η ειρωνεία είναι ότι η κατηγορία αυτή απευθυνόταν σε μια γυναίκα που παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της βαθύτατα καθολική.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και έπειτα, και λόγω του θορύβου που προκλήθηκε από το La cuestión palpitante, όπως σημειώνει ο González Herrán (1989), «η Πάρδο Μπαθάν αρχίζει να παίρνει κάποιες αποστάσεις από τις ιδέες του Ζολά, γεγονός όμως που σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει απόρριψη των θέσεων του Γάλλου συγγραφέα». Με την πάροδο του χρόνου, τόσο στα πεζογραφήματά της όσο στα δοκίμιά της η συγγραφέας ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τη βαθύτατη κοινωνική, οικονομική και πνευματική κρίση που μαστίζει την Ισπανία πριν και μετά την καταστροφή του 1898 (έτος κατά το οποίο η Ισπανία χάνει τις τελευταίες της αποικίες: Φιλιππίνες, Πουέρτο Ρίκο, Κούβα) προσβλέποντας στην αναγέννηση της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας (regeneracionismo).
Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Μπαθάν, εκτός από λογοτεχνία έγραψε σχεδόν τα πάντα: από βιογραφίες μεγάλων αντρών (Κολόμβος, Ερνάν Κορτές) μέχρι άρθρα για τις νέες, εκείνη την εποχή, εφευρέσεις (αυτοκίνητο, κινηματογράφος, τηλέφωνο) και από κριτικές ταυρομαχίας μέχρι άρθρα για λάθη στο λεξικό της Βασιλικής Ακαδημίας.

ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΦΕΜΙΝΙΣΤΡΙΕΣ

Στα τέλη του 19ου αιώνα μάλλον θα ακουγόταν ως σύντομο ανέκδοτο: «ισπανίδα φεμινίστρια». Και όμως, η Μπαθάν, πέρα από τα προσωπικά της επιτεύγματα, που ήδη παρουσιάσαμε, πολέμησε με θάρρος για τα δικαιώματα της Ισπανίδας. Για να καταλάβουμε, δε, μέσα σε τι κλίμα το έκανε αυτό, είναι αρκετά δύο σχόλια συναδέλφων της. Ο Λεοπόλδο Άλας, Κλαρίν (δημιουργός του σημαντικότερου ισπανικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, της Ρεχέντα) έλεγε έχοντας κατά νου την Εμίλια: «Οι γυναίκες που θέλουν να γίνουν άντρες δεν καταφέρνουν ποτέ να ενηλικιωθούν», ενώ ο μέγιστος ιστορικός και φιλόσοφος Μενέντεθ ι Πελάγιο ήταν πιο ξεκάθαρος: «Τη δόνια Εμίλια δεν πρέπει κανείς να την παίρνει στα σοβαρά […] όπως και καμιά γυναίκα». Εκείνη απαντούσε με το έργο και τον αγώνα της.
            Το 1885 δημοσιεύει το μυθιστόρημα La dama joven που αναφέρεται σε μια ηθοποιό που αφήνει το θέατρο για να παντρευτεί με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε μια μονότονη και δίχως συγκινήσεις ζωή. Θα ακολουθήσουν και άλλες γυναίκες ηρωίδες, αριστοκράτισσες και αγρότισσες, μορφωμένες και αναλφάβητες, νεαρές και ώριμες που διεκδικούν το δικαίωμα για μια καλύτερη ζωή, όπως και δυο εξαιρετικά δοκίμια, «Το θέμα της Ακαδημίας», (1889) στο οποίο πραγματεύεται την ανάγκη εισόδου γυναικών στη Βασιλική Ισπανική Ακαδημία και το «Η Ισπανίδα γυναίκα», (1890) όπου καταγγέλλει την έλλειψη μόρφωσης στην οποία ήταν καταδικασμένες οι περισσότερες συμπατριώτισσές της. Όπως σημειώνει η Vázquez Sotelo (2005: 367), οι φεμινιστικές θέσεις της Μπαθάν εντάσσονταν στο γενικότερο όραμά της για μια Ισπανία ενωμένη, δίκαιη και ανεπτυγμένη: «Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν, προσεκτική παρατηρήτρια της πραγματικότητας της χώρας της και ακαταπόνητη υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπερασπιζόταν την ενότητα της χώρας της που θα έπρεπε να βασιστεί στην αναγνώριση της διαφορετικότητας και στην πολιτιστική και μορφωτική της αναγέννηση, αναγέννηση που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να μην λάβει υπόψη της τις γυναίκες».
            Η Μπαθάν όμως δεν ήταν φεμινίστρια μόνο στα λόγια, αλλά και στις πράξεις: όταν το 1883 ο άντρας της, Χοσέ Κιρόγα, της απαγορεύει να ξαναγράψει, θορυβημένος από τις αντιδράσεις του κόσμου μετά τη δημοσίευση του La cuestión palpitante, εκείνη όχι μόνο δεν υποκύπτει αλλά αποφασίζει να πάψει πλέον να συζεί με τον σύντροφό της. Από το 1885 και έπειτα, ο Χοσέ έζησε μόνος στο Ορένσε της Γαλικίας, και η Εμίλια, με τα παιδιά, στη Λα Κορούνια και τη Μαδρίτη. Ο χωρισμός αυτός στάθηκε αφορμή για μια αρκετά έντονη, για τα δεδομένα της εποχής, σεξουαλική ζωή. Ανάμεσα στους εραστές της περιλαμβάνονται αρκετοί νεώτεροί της διανοούμενοι, αλλά και ο κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερός της Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός. Η σχέση αυτή ανάμεσα σε δύο κορυφαίες λογοτεχνικές φιγούρες της εποχής, που κράτησε για περίπου είκοσι χρόνια, είχε παραμείνει κρυφή και αποκαλύφθηκε αργότερα από την αλληλογραφία των δύο εραστών: «Αγαπημένε μου, δεν βλέπω την ώρα να σε δω, να σε αγκαλιάσω, να πέσω επάνω σου. Θα σε λειώσω. Μετά θα μιλήσουμε γλυκά για λογοτεχνίες, Ακαδημίες και άλλες χαζομάρες», του γράφει η πληθωρική γαλικιανή με το ανεξάντλητο χιούμορ.      

Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ;

Στην αρχή αυτής της εισαγωγής, χαρακτηρίζαμε την Εμίλια Πάρδο Μπαθάν ως έναν άνθρωπο «χορτάτο», που έζησε τη ζωή του με ένταση, δίχως μεμψιμοιρίες. Είχε δε ένα σπάνιο χάρισμα: οι δυσκολίες δεν την αποθάρρυναν ποτέ, τις έβλεπε ως αφορμή για να γίνει καλύτερος άνθρωπος· οι αποτυχίες τη δυνάμωναν.
            Η λογοτέχνης Πάρδο Μπαθάν, παρά τα πικρόχολα σχόλια πολλών αντρών συναδέλφων της, γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, τόσες δεκαετίες μετά τον θάνατό της, τα πεζογραφήματά της εξακολουθούν να διαβάζονται και να συγκινούν. Ας δούμε πώς περιγράφει την ποιητική τής Μπαθάν η Μεξικανή Α. Blanqué (2002): «Αν και σαφώς επηρεασμένη από την αισθητική του Ζολά, η πεζογραφία της Πάρδο Μπαθάν δεν βασίζεται στην εφαρμογή αδιαπραγμάτευτων κανόνων, αλλά στο ίδιο της το ταλέντο. Μπόρεσε να πάρει από τον Νατουραλισμό αυτό που ταίριαζε καλύτερα στη δημιουργικότητά της. Στο λογοτεχνικό της έργο είναι εμφανής η πίστη της στον καταλυτικό ρόλο των κοινωνικών και βιολογικών παραγόντων – παρά τον βαθύ καθολικισμό της. Με την Μπαθάν, η ισπανική λογοτεχνία ξεπέρασε όλα τα κακά που της είχε κληροδοτήσει ο ύστερος Ρομαντισμός».
            Όσο βρισκόταν ακόμα εν ζωή, η Μπαθάν απόλαυσε την αγάπη και το σεβασμό του κόσμου για το έργο της (οι ομιλίες της, για παράδειγμα, γίνονται ενώπιον πολυάριθμων ακροατηρίων) αλλά και τον φθόνο των περισσότερων ανδρών συναδέλφων της. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που περιγράφει η Αργεντινή Α. Jurado (2001): «Έμεινε εκείνη την εποχή [τέλη της δεκαετίας του 1880] κενή μια θέση στη Βασιλική Ακαδημία, αλλά η προσπάθειες που έγιναν για να την καταλάβει η Εμίλια δεν ευοδώθηκαν· για να αποτραπεί η είσοδος μιας γυναίκας χρησιμοποιήθηκαν γελοίες δικαιολογίες και εκείνη έλεγε κοροϊδεύοντας: ‘‘Αν το κάνουν γιατί στις συναντήσεις της Ακαδημίας διηγούνται σόκιν ανέκδοτα, τότε ξέρω και εγώ να λέω και μάλιστα πολύ χαριτωμένα’’». Ακόμα και έτσι όμως, η ποιότητα του έργου της ανάγκασε πολλούς από αυτούς να παραδεχτούν το ταλέντο της. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σχόλιο του Κλαρίν: «Αυτό που ξεχωρίζει τα έργα της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν είναι το ταλέντο, η διεισδυτικότητα, η καθαρή ματιά και έκφραση, τα σωστά ισπανικά της, το πώς οργανώνει την πλοκή». 
            Οι γυναικείες φιγούρες που παρουσιάζουν στα μυθιστορήματά τους οι άντρες συνάδελφοί της στα τέλη του 19ου αιώνα (βασιζόμενοι στην καθημερινότητα των «πραγματικών» γυναικών της εποχής) ασφυκτιούν μέσα σε μια κοινωνία που τις θέλει είτε υπάκουες θυγατέρες, είτε πιστές συζύγους, είτε ενάρετες μοναχές, αφιερωμένες στα θεία. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι αυτό συμβαίνει και στα έργα των γυναικών συγγραφέων της εποχής στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την αποδοχή (ή τη μη απόρριψη) των αντρών συναδέλφων τους: «Η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών συγγραφέων επέλεξαν στα έργα τους να υπεραμυνθούν των παραδοσιακών αξιών της θεοσεβούμενης οικογένειας και να προβάλουν τη φιγούρα της γυναίκας ως μάνας και συζύγου. Κατ’ αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι οι άντρες συγγραφείς θα τους συγχωρούσαν την αποκοτιά τους να  ασχοληθούν με το γράψιμο», (Simón Palmer, 1982: 490). Η Πάρδο Μπαθάν «υπηρέτησε» όλους αυτούς τους ρόλους μαζί, αλλά και κανέναν. Αποδόμησε τον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας από μέσα και του έδωσε νέες διαστάσεις: υπήρξε υπάκουη κόρη αλλά έμαθε από πολύ νωρίς ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να κάνει μια γυναίκα· υπήρξε πιστή σύζυγος μέχρι που αντιλήφθηκε ότι ο σύντροφος της ζωής της την εμπόδιζε να εκφραστεί μέσα από την τέχνη της· υπήρξε βαθύτατα καθολική, αλλά δεν άφησε την εκκλησία και τους κανόνες της να διαφεντεύουν τη ζωή της· υπήρξε μοναδική, όπως και οι ηρωίδες της.

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

Η νουβέλα της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν που ακολουθεί (πρώτη φορά εκδίδεται έργο της συγγραφέως στην Ελλάδα, σε μετάφραση των φοιτητριών της ισπανικής κατεύθυνσης στο Διαπανεπιστημιακό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Μετάφραση - Μεταφρασεολογία» του Πανεπιστημίου Αθηνών) είναι το προτελευταίο έργο που δημοσίευσε η συγγραφέας πριν τον θάνατό της. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίστηκε σε δυο συνέχειες στα τεύχη 1504 και 1505 του περιοδικού Blanco y Negro το 1920 (πριν συμπεριληφθεί στη συνέχεια σε διάφορες ανθολογίες). Συνολικά η Μπαθάν έγραψε είκοσι μία νουβέλες από το 1885 μέχρι το 1921.
            Με τη Γοργόνα η συγγραφέας επανέρχεται στην αγαπημένη της Γαλικία και στους μύθους της. Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι La serpe που στα γαλικιανά σημαίνει «Το φίδι». Το φίδι, στη γαλικιανή (ουσιαστικά κέλτικη) μυθολογία, εμφανίζεται σε δύο εκδοχές: είτε ως γυναίκα (η λέξη «φίδι» στα γαλικιανά είναι θηλυκού γένους) που λόγω κάποιας κατάρας έχει μεταμορφωθεί σε τέρας και περιμένει το γενναίο παλικάρι που θα την επαναφέρει στην πρότερή της κατάσταση, είτε ως τερατώδες φτερωτό ερπετό που φυλάσσει θησαυρούς και κατέχει το μυστικό της αθανασίας (σε αυτή την περίπτωση το τέρας απεικονίζεται να δαγκώνει την ουρά του, συμβολίζοντας έτσι τον αδιάκοπο κύκλο της ζωής). Χαρακτηριστικός της πρώτης εκδοχής είναι ο ακόλουθος μύθος: Στη λίμνη του Φιδιού, κοντά στην ψηλότερη βουνοκορφή της Γαλικίας, την Τρεβίνκα, ζούσε ένα τεράστιο φίδι που το φοβόντουσαν οι πάντες. Το φίδι αυτό κάθε φορά που είχε πανσέληνο μεταμορφωνόταν σε πανέμορφη γυναίκα, για να ξαναγίνει φίδι το επόμενο πρωινό. Για να μεταμορφωθεί οριστικά το φίδι σε γυναίκα έπρεπε κάποιος να καταφέρει να φτύσει μέσα στο στόμα του ερπετού. Αυτό τελικά το κατάφερε ένας νέος από το γειτονικό χωριό Πόντε και βέβαια, όπως συμβαίνει σε αυτές τις ιστορίες, στο τέλος παντρεύτηκε την πανέμορφη κοπέλα (και πρώην φίδι). Σύμφωνα όμως με τους González Herrán και Villanueva, τους εγκυρότερους μελετητές και ανθολόγους του έργου της Μπαθάν, (2002: ΧΙΧ), η Γοργόνα βασίζεται σ’ έναν άλλο αρχαίο γαλικιανό θρύλο, τον θρύλο των Θαλασσινών ο οποίος αναφέρεται στον γενικό αρχηγό του στόλου της Γαλικίας, δον Φροϊλάθ ντε Βαγιαδάρες που ναυάγησε κοντά στις νήσους Σάλβορα και σώθηκε από κάποια Μαρίνα ή Σειρήνα (την ίδια ιστορία έχει χρησιμοποιήσει ο επίσης γαλικιανός συγγραφέας Γκονθάλο Τορέντε Μπαγιεστέρ στο διήγημά του «Το παραμύθι της Σειρήνας»).
            Η Μπαθάν δεν περιγράφει με λεπτομέρειες το τέρας που κοσμεί τον θυρεό των Απόντε και στοιχειώνει τα όνειρα των αρσενικών της οικογένειας. Ουσιαστικά υπάρχουν δύο στιγμές στη νουβέλα που η συγγραφέας προσφέρει κάποια στοιχεία. Την πρώτη αναφέρεται στον ίδιο τον θυρεό: «Η πέτρα του θυρεού καθαρίστηκε, εξαφανίστηκαν τα μούσκλια που τον κάλυπταν και φαινόταν πλέον, πρόχειρα σκαλισμένη, μια μορφή με λέπια δράκου που είχε κάτι το γυναικείο», ενώ τη δεύτερη σε απομίμησή του που κοσμεί κάποια από τις βάρκες: «ο νέος πρόσεξε μια μοναδική φιγούρα που είχε κάτι από γυναίκα και κάτι από δράκο ή ψάρι με πολλά λέπια». Με δεδομένες αυτές τις περιγραφές και λαμβάνοντας υπόψη τον θρύλο των Θαλασσινών, αποφασίσαμε να αποφύγουμε την κατά λέξη μετάφραση του τίτλου («Το φίδι»), αλλά και κάποιες άλλες πιθανές λύσεις, όπως «Έχιδνα» (η περιγραφή ταιριάζει αλλά αυτό το μυθικό τέρας δεν ζει στη θάλασσα) ή «Λερναία Ύδρα» (όπως «προτείνει» η González Megía στον πρόλογό της στην ανθολογία Bucólica y otras novelas) και να επιλέξουμε εκείνη της «Γοργόνας» (έχοντας υπόψη τη νεότερη, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα και μετά, αναπαράσταση του τέρατος και όχι την αρχαιοελληνική).
            Κατά τα άλλα, σε αυτό το μικρό κομψοτέχνημα της Μπαθάν συναντούμε όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά της απαράμιλλης πρόζας της: την λεπτομερή καταγραφή της καθημερινής ζωής των ηρώων της (εκπληκτική η περιγραφή του μαγειρέματος της κακαβιάς στην παραλία), τις δυνατές εικόνες (κόβει την ανάσα η περιγραφή του παλατιού της Γοργόνας), την υπόγεια αίσθηση του χιούμορ. Το μόνο που μπορεί κάπως να ξενίσει τον ενήμερο αναγνώστη είναι ο χαρακτήρας των γυναικών που εμφανίζονται στη νουβέλα (εύθραυστες, ανικανοποίητες, υποταγμένες). Μιλάμε βέβαια για τις «πραγματικές» γυναίκες και όχι για την απόλυτη πρωταγωνίστρια, τη Γοργόνα, που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποτελεί ενσάρκωση του πόθου και συνάμα προσωποποίηση του θανάτου.        

                                                                               
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blanqué, Andrea. “Emilia Pardo Bazán: una voz gallega”. La Jornada Semanal, τεύχος 378, 2 Ιουνίου 2002.
González Herrán, José Manuel. “Emilia Pardo Bazán y el Naturalismo”. Ínsula: Revista de Letras y Ciencias Humanas, τεύχος 514 (Οκτωβριος 1989), σελίδες 17-18.
González Herrán, José Manuel και Villanueva, Darío. Πρόλογος στον VI τόμο των Απάντων της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Μαδρίτη, Biblioteca Castro, σελ. IX-XXIII, 2002.
González Megía, Marta. Πρόλογος στο Bucólica y otras novelas της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν. Μαδρίτη, Lengua de Trapo, σελ. XI-LVII, 2007.
Jurado, Alicia. “Emilia Pardo Bazán”. Boletín de la Academia Argentina de letras, τεύχος 259-260, σελ. 61-68, Ιανουάριος-Ιούνιος 2001.
 Martínez Ruiz, Enrique et al. Atlas histórico de España II. Μαδρίτη, Istmo, 1999.
Shaw, Donald L. Historia de la literatura española, 5, el siglo XIX. Βαρκελώνη, Ariel, 2000 (13η έκδοση).
Simón Palmer, María del Carmen. “Escritoras españolas del siglo XIX o El miedo a la marginación”. Anales de Literatura Española, νούμερο 2 (1983), Αλικάντε, Universidad de Alicante, Departamento de Literatura Española, 1982, σελίδες 477-490.
Sotelo Vázquez, Marisa. “Aproximación al pensamiento político de Emilia Pardo Bazán”, στο Luis F. Díaz Larios et al. (εκδότες), Lectora, Heroína, Autora (La mujer en la literatura española del siglo XIX). III Coloquio de la Sociedad de Literatura Española del Siglo XIX (Barcelona, 23-25 de octubre de 2002), Βαρκελώνη, Universitat de Barcelona; PPU, 2005, σελίδες 357-367.



Το βιβλίο της Emilia Pardo Bazán La Serpe [Η γοργόνα] κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση Νάντιας Γιαννούλια, Δώρας Δημητρίου, Θεώνης Κάμπρα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.