Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Un poema de Luis Sepúlveda / Ένα ποίημα του Λουίς Σεπούλβεδα

 

Frente al retrato de Sandino en Nicaragua

De usted, General, yo no sabía

nada más que detalles consignados

en un viejo retrato

que estuvo siempre junto a la pistola

de un hombre anónimo: mi padre.

 

La historia llegó tarde a nuestros pueblos,

su nombre fue escondido

debajo de leyendas anodinas

y oficios que nos fueron imponiendo

a punta del insulto y de la lágrima.

 

Aquello para mí era un enigma,

ese retrato viejo y desteñido

en donde aparecía con un sombrero grande

y un Smith & Wesson en el cinto.

 

Usted era un misterio por entonces,

mientras leía los cuentos que nunca he terminado

pues tumbaban la puerta de mi casa

en busca de mi padre, perseguido,

apenas empezaba.

 

Más tarde llegarían las respuestas,

cuando fuimos alzándonos:

usted era Sandino, un guerrillero.

 

Y mi padre tampoco sabía suficiente

ni de usted, de su historia ni su patria.

Le bastaba tan solo su presencia

y por eso el retrato

aparecía junto a la pistola,

la camisa, los documentos listos

para poder quemarse.

 

Mi Patria, General, está muy lejos

y es como una aguja luminosa

que clava su espolón sobre los hielos

que recorren su andina barricada.

 

Mi Pueblo, General, está muy cerca,

en mi verso de tierra masacrada.

Mi gente, General, también combate

y curan en silencio las heridas

que abrió aquella traición en ese Chile.

Mi canto, General, hoy le saluda

y se cierra mi puño emocionado.

Su pueblo me recibe como hermano

y mi verso se llena de fusiles

al tiempo que un destino rojinegro

lanza al aire los sueños, las banderas.

(Managua. Libertad. Enero, 1980)

 

Μπροστά στην προσωπογραφία του Σαντίνο στη Νικαράγουα

Για εσάς, Στρατηγέ μου, δεν γνώριζα

τίποτα πέρα από όσα αναγράφονταν

σε μια παλιά φωτογραφία σας

που βρισκόταν πάντα δίπλα στο πιστόλι

ενός ανώνυμου άντρα: του πατέρα μου.

 

Η ιστορία έφτασε αργά στους λαούς μας,

το όνομά σας έμεινε κρυμμένο

κάτω από ανώδυνους θρύλους

και επαγγέλματα που μας επέβαλαν

με τη χρήση ύβρεων και δακρύων.

 

Για μένα αποτελούσε ένα αίνιγμα,

εκείνη η παλιά και ξεθωριασμένη φωτογραφία

στην οποία εμφανιζόσασταν μ’ ένα μεγάλο σομπρέρο

κι ένα Smith & Wesson στη ζώνη.

 

Ήσαστε ένα μυστήριο εκείνη την εποχή,

καθώς διάβαζα τα παραμύθια που δεν τελείωσα ποτέ

αφού έριχναν κάτω την πόρτα του σπιτικού μου

ψάχνοντας για τον πατέρα μου, τον κυνηγημένο,

μόλις τα άρχιζα.

 

Αργότερα θα ερχόντουσαν οι απαντήσεις,

όταν αρχίσαμε να ξεσηκωνόμαστε:

εσείς ήσαστε ο Σαντίνο, ένας αντάρτης.

 

Ούτε ο πατέρας μου γνώριζε αρκετά

για εσάς, για την ιστορία σας, για την πατρίδα σας.

Του αρκούσε απλώς η παρουσία σας

γι’ αυτό η φωτογραφία σας

βρισκόταν δίπλα στο πιστόλι του,

το πουκάμισό του και τα έγγραφα

έτοιμα για να καούν.

 

Η Πατρίδα μου, Στρατηγέ μου, βρίσκεται πολύ μακριά

και είναι σαν μια φωτεινή βελόνα

που καρφώνει την ακίδα της στους πάγους

που διατρέχουν το οδόφραγμα των Άνδεών της.

 

Ο Λαός μου, Στρατηγέ μου, βρίσκεται πολύ κοντά,

στους στίχους μου από μακελεμένο χώμα.

Οι δικοί μου, Στρατηγέ μου, επίσης μάχονται

και γιατρεύουν σιωπηλά τις πληγές

που άνοιξε εκείνη η προδοσία σ’ εκείνη τη Χιλή.

Το άσμα μου, Στρατηγέ μου, σήμερα σε χαιρετάει

και σφίγγεται η γροθιά μου συγκινημένη.

Ο λαός σας με υποδέχεται ως αδελφό

και οι στίχοι μου γεμίζουν τουφέκια

την ίδια στιγμή που μια κοκκινόμαυρη μοίρα

εκτοξεύει στον αέρα τα όνειρα, τις σημαίες.

 

(Μανάγουα. Ελευθερία. Ιανουάριος, 1980)


Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Βιβλιοκριτική του Άγη Αθανασιάδη για τα Τρία λευκά φέρετρα του Antonio Ungar

 

LIBROFILO, a books' aficionado

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016

posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016 | Permalink

Τρία λευκά φέρετρα

Οξύτατη πολιτική σάτιρα με στοιχεία θρίλερ και περιπέτειας, συνιστούν τα στοιχεία του θαυμάσιου μυθιστορήματος, ΤΡΙΑ ΛΕΥΚΑ ΦΕΡΕΤΡΑ” (“Tres ataúdes blancos”), του Κολομβιανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Antonio Ungar (Μπογκοτά, 1974), (Εκδ. Αλεξάνδρεια, μετάφρ. Κ. Παλαιολόγος, σελ. 294). Το βιβλίο, που κέρδισε το βραβείο Premio Heralde του 2010, είναι ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό παιχνίδι, ενδεδυμένο την μορφή μιας καλοκουρδισμένης περιπέτειας που εντυπωσιάζει με την κατασκευή του και παρασέρνει τον αναγνώστη σε μια εξωφρενική όσο και εφιαλτική ιστορία.

 Ο συγγραφέας τοποθετεί την δράση σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που ονομάζει, Μιράντα και η οποία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πατρική του γη, την Κολομβία, μια χαρακτηριστική “μπανανία”. Ο ήρωας (και αφηγητής) της ιστορίας, Χοσέ Καντόνα, είναι ένας ρέμπελος και τελείως αντικοινωνικός τύπος που ζει με τον πατέρα του, παίζοντας κοντραμπάσο και πίνοντας ατελείωτες ποσότητες αλκοόλ καθημερινά. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η  εντυπωσιακή ομοιότητά του με τον ηγέτη της Αντιπολίτευσης Πέδρο Ακίρα, ο οποίος είναι πολύ πιθανόν στις επερχόμενες Προεδρικές εκλογές να ανατρέψει τον επί δεκαετίες δικτάτορα της χώρας, Τομάς δελ Πίτο, εκπρόσωπο της μεγαλοαστικής τάξης και των γαιοκτημόνων. Ο Ακίρα όμως, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες ενός πληρωμένου δολοφόνου και ένας πρώην συμμαθητής του ανύποπτου Χοσέ που είναι το δεξί χέρι του νεκρού πολιτικού, του προτείνει να πάρει τη θέση του, υποδυόμενος τον Ακίρα, ο οποίος ως “επιζήσας” μετά την δολοφονική απόπειρα έχει ακόμα μεγαλύτερες πιθανότητες να κατακτήσει την εξουσία.

 Ο ήρωας μας δέχεται την πρόταση, η οποία βέβαια είναι συγκεκριμένου χρόνου. Το σχέδιο είναι, ο Ακίρα να πάρει τις εκλογές ενώ δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο και αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, να δηλωθεί νεκρός. Τα πράγματα βέβαια, ως συνήθως δεν έρχονται όπως προγραμματίζονται, και ο Χοσέ  από ένας εντελώς στον κόσμο του τύπος, τελείως αδιάφορος προς τα κοινά, ενσωματώνει τον ρόλο που του ανατίθεται και μετατρέπεται σε έναν διαφορετικό Ακίρα χαλώντας το σενάριο και κάνοντας την ιστορία ροντέο με πολλούς νεκρούς, απαγωγές και καταδιώξεις. Οι πολλές ανατροπές της ιστορίας θα συνεχιστούν μέχρι το αινιγματικό φινάλε του μυθιστορήματος.

 “Είναι εντυπωσιακά τα σπίτια των νεόπλουτων στη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Ο δυναμισμός, η πειθαρχία και το πείσμα που επέδειξαν για να εξαπατήσουν, να συσσωρεύσουν πλούτη και να σφαγιάσουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Μιράντας αποτυπώνονται σε χλιδάτες οροφές με φατνώματα από γύψο, πολυτελή σιδερένια φιλιγκράν και κατασκευές από ξύλο δρυός που παραπέμπουν στις Χίλιες και μία νύχτες. Η παρομοίωση μ'αυτό το βιβλίο είναι του τουριστικού οδηγού, όχι δικιά μου. Την ώρα που απολαμβάνουμε τις προσόψεις, τις εισόδους, τα πρόστεγα, τα μπαλκόνια (Θεέ μου, κοιτάξτε εδώ υδρορροές, η φράση σχηματίζεται μόνη της στο πάγκρεάς μου) διασχίζει το δρόμο ένα γκρουπ από πάμπλουτους πολίτες. Όλοι τους φορούν άσπρα κεντημένα πουκάμισα, χακί παντελόνια και μικρά ψάθινα καπέλλα: μοιάζουν σαν να έχουν μεταμφιεστεί επί τούτου για μια γιάνκικη ταινία περί Λατινικής Αμερικής. Τριγύρω τους, βουίζοντας σαν σφήκες, περπατούν εκατοντάδες φτωχά παιδιά. Εκατοντάδες που μπορεί να είναι και χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες εκεί, στην κυψέλη από την οποία προέρχονται (στη σφηκοφωλιά).

 Φορούν όλοι τους το λιτό, μινιμαλιστικό συνολάκι της συλλογής φτώχεια καλοκαίρι – καλοκαίρι. Είναι κοκκαλιάρικα, με φουσκωμένες κοιλιές, σκουρόχρωμα, κουρελιάρικα, βρόμικα. Άξιοι εκπρόσωποι της συνομοταξίας τους. Βουίζουν για ένα νόμισαμ. Προερχόμενα από τις χιλιάδες τρώγλες που, ως συνέπεια του πολέμου, εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια γύρω από τη Σιουδάδ Αμουραγιάδα. Σ'αυτές κατοικούν άνθρωποι που εκδιώχθηκαν από τα αγροκτήματά τους μέσω α)σφαγής, β)πείνας, γ)αρπαγής του αγροκτήματος, δ) άφιξη πολυεθνικής εταιρείας, ε)όλων των προαναφερθέντων, στ)της υπόσχεσης ότι θα έχουν τη χαρά να ζήσουν σε έναν τροπικό παράδεισο, δέκα λεπτά μόλις απόσταση από ένα από τα μαργαριτάρια της αποικιακής αρχιτεκτονικής στην Καραϊβική: τρώγλες που τις κατοικούν όλοι εκείνοι που δεν διαβάζουν, που δεν ψηφίζουν, που δεν έχουν ιδέα ποιός είναι ο Τομάς δελ Πίτο (όλοι εκείνοι που δεν έχουν στον Πίτο μοίρα)."

 Τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα κυνικό και ανατρεπτικά σατυρικό βιβλίο, που έχει το άρωμα του εμβληματικού μυθιστορήματος του Γκ.Γκ.Μάρκες “Το φθινόπωρο του Πατριάρχη”. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ακολουθεί μια διαδρομή αυτογνωσίας και ουσιαστικής ενηλικίωσης, συνειδητοποιώντας την πραγματική κατάσταση της χώρας και τα όχι και τόσο ανιδιοτελή σχέδια των συνεργατών του ήρωα που υποδύεται. Θα πραγματοποιήσει την εξέγερσή του προσπαθώντας να ξεσκεπάσει ένα καθεστώς που είναι δυνατότερο από αυτόν, τόσο δυνατό που το συναντάει μπροστά του ακόμα και στις πιο ανύποπτες στιγμές. Οι νίκες θα είναι πρόσκαιρες και μικρές, αλλά οι ήττες θα είναι συντριπτικές και (υπερβολικά) αιματοβαμμένες.

 Στην πολιτική του δυστοπία, ο συγγραφέας επιλέγει ένα γκροτέσκο και υπερβολικό τόνο στην περιγραφή των γεγονότων. Ο ήρωας αυτοσαρκάζεται συνεχώς και η ειρωνία διαπερνάει την ραχοκοκκαλιά του βιβλίου. Υποθέτω ότι είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να καταδείξει εμφαντικά την διαφθορά και την βία μιας απάνθρωπης δικτατορίας, η οποία κυριαρχεί με τον φόβο και τα όπλα. Το μυθιστόρημα σε πολλά σημεία ισορροπεί μεταξύ ενός καρτουνίστικου και σλάπστικ ύφους που μετατρέπει ορισμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες σε χάρτινους και αναληθείς, χωρίς όμως, το στοιχείο αυτό, να του στερεί την δυναμική των γεγονότων που αφηγείται.

 Εν κατακλείδι, τα “Τρία λευκά φέρετρα” είναι ένα συναρπαστικό και σαγηνευτικό πολιτικό θρίλερ, ωραιότατο page-turner βιβλίο, με το οποίο περνάς καταπληκτικά. Σε πολλά σημεία εφιαλτικό και αγωνιώδες, συνεχώς σου κλείνει το μάτι σε καταστάσεις και γεγονότα που είτε έχεις διαβάσει, είτε έχεις δει στην τηλεοπτική οθόνη. Ο συγγραφέας που ζει πλέον στο Ισραήλ, επιλέγει τον δρόμο της λογοτεχνίας για να τονίσει πράγματα και καταστάσεις της ηπείρου ή και της χώρας που γεννήθηκε, πολιτικές δολοπλοκίες που δεν θα μας φανούν τελείως άγνωστες, μια γκροτέσκα καθημερινότητα στην οποία ίσως θα πρέπει να συνηθίσουμε και αυτό κάνει το βιβλίο του ιδιαίτερα επίκαιρο και αιχμηρό.

 

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Ida Vitale / Ίδα Βιτάλε: 3 ποιήματα

 

 

Fortuna

Por años, disfrutar del error

y de su enmienda,

haber podido hablar, caminar libre,

no existir mutilada,

no entrar o sí en iglesias,

leer, oír la música querida,

ser en la noche un ser como en el día.

No ser casada en un negocio,

medida en cabras,

sufrir gobierno de parientes

o legal lapidación.

No desfilar ya nunca

y no admitir palabras

que pongan en la sangre

limaduras de hierro.

Descubrir por ti misma

otro ser no previsto

en el puente de la mirada.

Ser humano y mujer, ni más ni menos.

 

Tύχη

Επί χρόνια, να απολαμβάνεις το λάθος

και την επανόρθωσή του,

που μπόρεσες να μιλήσεις, να περπατήσεις ελεύθερη,

να μην υπάρξεις σακατεμένη,

να μην μπαίνεις σε εκκλησίες ή και ναι,

να διαβάζεις, ν’ ακούς μουσική αγαπημένη,

να ’σαι τη νύχτα ένα ον όπως και τη μέρα.

Να μην είσαι παντρεμένη σ’ ένα μαγαζάκι,

μετρημένη σε κατσίκες,

να μην υποφέρεις από τη βούληση των συγγενών

ή από νόμιμο λιθοβολισμό.

Να μην παρελαύνεις πια ποτέ

και να μην καταδέχεσαι λέξεις

που βάζουν στο αίμα

ρινίσματα σιδήρου.

Να ανακαλύψεις από μόνη σου

ένα άλλο πλάσμα απροσδόκητο

στο γεφύρι του βλέμματος.

Να ’σαι άνθρωπος και γυναίκα, ούτε λίγο ούτε πολύ.

 

>.<>.<

 

Exilios

Están aquí y allá: de paso,

en ningún lado.

Cada horizonte: donde un ascua atrae.

Podrían ir hacia cualquier fisura.

No hay brújula ni voces.

Cruzan desiertos que el bravo sol

o que la helada queman

y campos infinitos sin el límite

que los vuelve reales,

que los haría de solidez y pasto.

La mirada se acuesta como un perro,

sin siquiera el recurso de mover una cola.

La mirada se acuesta o retrocede,

se pulveriza por el aire si nadie la devuelve.

No regresa a la sangre ni alcanza

a quien debiera.

Se disuelve, tan solo.

 

Εξορίες

Είναι εδώ κι εκεί: περαστικοί,

και πουθενά.

Κάθε ορίζοντας: όπου μια χόβολη προσελκύει.

Θα μπορούσαν να πάνε προς οποιαδήποτε ρωγμή.

Δεν υπάρχει πυξίδα μήτε φωνές.

Διασχίζουν ερήμους που ο άγριος ήλιος

ή ο παγετός καίνε

και κάμπους ατέλειωτους χωρίς το όριο

που τους κάνει πραγματικούς,

που θα τους καθιστούσε εύρωστους, προς βοσκή.

Το βλέμμα ξαπλώνει σαν σκύλος,

χωρίς να μπορεί καν να κουνήσει την ουρά του.

Το βλέμμα ξαπλώνει ή υποχωρεί,

κονιορτοποιείται από τον αέρα αν κανείς δεν το ανταποδώσει.

Δεν επιστρέφει στο αίμα ούτε φτάνει

σ’ εκείνον που θα ’πρεπε.

Διαλύεται, απλώς.

 

>.<>.<

 

Este mundo

Sólo acepto este mundo iluminado

cierto, inconstante, mío.

Sólo exalto su eterno laberinto

y su segura luz, aunque se esconda.

Despierta o entre sueños,

su grave tierra piso

y es su paciencia en mí

la que florece.

Tiene un círculo sordo,

limbo acaso,

donde a ciegas aguardo

la lluvia, el fuego

desencadenados.

A veces su luz cambia,

es el infierno; a veces, rara vez,

el paraíso.

Alguien podrá quizás

entreabrir puertas,

ver más allá

promesas, sucesiones.

Yo sólo en él habito,

de él espero,

y hay suficiente asombro.

En él estoy,

me quede,

Renaciera.

 

Αυτός ο κόσμος

Αποδέχομαι μόνο αυτόν τον φωτισμένο κόσμο

βέβαιο, ασταθή, δικό μου.

Μόνο τον αιώνιό του λαβύρινθο εξυμνώ

και το σίγουρο φως του, αν και κρύβεται.

Ξύπνια ή μέσα σε όνειρα

την βαριά του γη πατώ

κι είναι η υπομονή του μέσα μου

που ανθίζει.

Έχει έναν κύκλο βουβό,

ίσως καθαρτήριο

όπου περιμένω στα τυφλά

τη βροχή, τη φωτιά

απρόσκοπτα.

Μερικές φορές το φως του αλλάζει,

είναι η κόλαση∙ μερικές φορές, σπάνια,

ο παράδεισος.

Κάποιος ίσως μπορέσει να

μισανοίξει πόρτες,

να δει πέρα από

υποσχέσεις, διαδοχές.

Εγώ μόνο σε τούτον κατοικώ,

από αυτόν περιμένω,

και υπάρχει αρκετός θαυμασμός.

Σε αυτόν είμαι,

να παρέμενα,

Να ξαναγεννιόμουν.

 

 

Η Ίδα Βιτάλε γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1923 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και μεγάλωσε σε μια καλλιεργημένη και κοσμοπολίτικη οικογένεια. Ακολούθησε ανθρωπιστικές σπουδές και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Από το 1974 και για δέκα χρόνια έζησε εξόριστη στο Μεξικό λόγω της δικτατορίας στην πατρίδα της. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και το 2018 βραβεύτηκε για το έργο της Βραβείο Θερβάντες, το σημαντικότερο των ισπανόγραφων Γραμμάτων. Από το 1986 ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

 

Η μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Πανόραμα Ισπανοαμερικάνικης Λογοτεχνίας» που δίδαξε ο Κων/νος Παλαιολόγος κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021/22 στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

 

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Δράτσα

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

Ιστορίες (μη) επαγγελματικού προσανατολισμού και (μη) έμφυλων ρόλων από τον Σέσαρ Άιρα και τις Εκδόσεις Carnívora: Πώς έγινα καλόγρια

 





Σέσαρ Άιρα, Πώς έγινα καλόγρια, Carnívora, Αθήνα 2022

 

 

Ο Σέσαρ Άιρα είναι μια «ήπειρος». Κάθε βιβλίο του είναι μια ξεχωριστή χώρα. Άλλοτε αυτές οι χώρες μοιράζονται μεταξύ τους κάποια κοινά στοιχεία, άλλοτε πάλι, όπως είναι η περίπτωση του Πώς έγινα καλόγρια, γεννιούνται ανεξάρτητες, απρόσμενες, νησιά γοητευτικά μιας φαντασίας ιδιόμορφης και ανεξάντλητης.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Όλα ξεκινούν με ένα εξάχρονο αγόρι που μπορεί να είναι κορίτσι ή ένα εξάχρονο κορίτσι που μπορεί να είναι αγόρι και ένα ανεπιθύμητο παγωτό φράουλα. Στη συνέχεια, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα αφήγημα γεμάτο αμφισημίες, αμφιθυμίες, αμφιβολίες, που στροβιλίζονται και αλληλοσυγκρούονται μέσα στην παιδική ψυχή του μυστηριώδους προσώπου που φέρει το όνομα του ίδιου του συγγραφέα χωρίς να αποτελεί απαραίτητα και το alter ego του. Η απόκοσμη αλλά και απόλυτα ρεαλιστική φωνή που μας μιλά, μας παρασύρει σε δρόμους που διαρκώς διακλαδώνονται, σε διανοητικούς και ψυχικούς λαβυρίνθους που συνεχώς περιπλέκονται. Οι ευθείες κρύβουν πάντα μια απότομη στροφή, η αφήγηση αλλάζει πορεία και μας κατευθύνει σε αναπάντεχα ολισθηρά μονοπάτια. Ένα κείμενο που κάνει τον αναγνώστη να νιώθει μια αόρατη και απροσδιόριστη ανησυχία. Μια υποδόρια σαρκοφαγική διάθεση. Μια κριτική στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική κατάσταση της Αργεντινής, αλλά και μια χειρουργικής ακρίβειας ανάλυση της παιδικής ψυχοσύνθεσης.

 

Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Σέσαρ Άιρα, γεννημένος το 1949 στο Κορονέλ Πρίνγκλες, είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς Αργεντινούς συγγραφείς και μεταφραστές. Έχει δημοσιεύσει πάνω από εκατό έργα, θεατρικά, δοκίμια και, κυρίως, σύντομα μυθιστορήματα, τα οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «ιστορίες ντανταϊστριών νεράιδων» ή «λογοτεχνικά παιχνίδια για ενηλίκους». Από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της γενιάς του, δεν δίνει συνεντεύξεις στη χώρα του, δεν κυκλοφορεί σε λογοτεχνικούς κύκλους, κάνει σπάνια δημόσιες εμφανίσεις, αλλά εκδίδει ένα βιβλίο κάθε έξι μήνες περίπου. Φετιχιστής με τη διαδικασία του γραψίματος, δίνει μεγάλη σημασία στα στιλό, τα μελάνια, τα τετράδια, στην ποιότητα του χαρτιού. Γράφει πάντα αργά, μία σελίδα τη φορά. Έχει σχεδόν εμμονή με την εικόνα του γραπτού του. Τόσο που καμιά φορά αναρωτιέται και o ίδιος μήπως τα πονήματά του βρίσκονται πιο κοντά στο σχέδιο παρά στη γραφή…

 

Λίγα λόγια για τη μετάφραση

Η ομαδική μετάφραση της νουβέλας του Σέσαρ Άιρα είναι ιδέα και προϊόν εγκλεισμού. Με πρωτοβουλία της Μαρίας Αθανασιάδου (δεν θα της το συγχωρήσουμε ποτέ...) μαζευτήκαμε, τρόπος του λέγειν, 16 μεταφράστριες και μεταφραστές, το Μάρτιο του 2020, και παιδευτήκαμε, εξ αποστάσεως αλλά πάντα μαζί, με τον Σέσαρ Άιρα και την… καλόγριά του μέχρι το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Κατά αλφαβητική σειρά: Μαρία Αθανασιάδου, Κωνσταντίνα Γερασίμου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Μαρία Καραλή, Κανέλλα Λιακοπούλου, Νίκος Μανουσάκης, Αλίκη Μανωλά, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου, Σταύρος Χατζής.