Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Υπερβραχεία εισαγωγή στην ισπανόγραφη υπερβραχεία αφήγηση και μία ανθολογία

του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Στα ελληνικά το λογοτεχνικό είδος της υπερβραχείας αφήγησης ονομάζεται συνήθως μικροδιήγημα, αλλά και υπέρμικρο διήγημα, υπερβραχύ διήγημα, σύντομη φόρμα, ιστορία μπονζάι κ.λπ. Στα ισπανικά, αντίστοιχα, οι προτεινόμενες ονομασίες είναι και σε αυτή την περίπτωση πολλές: minicuento, minirrelato, minificción, microrrelato, microficción, nanocuento, relato mínimo κ.λπ. Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να ορίσουν όχι τόσο τη μυθοπλασία του σύντομου (με βάση τον αριθμό των λέξεων) και του φευγαλέου (με αφορμή την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου), όσο την πεζογραφία της αφαίρεσης, την πεζογραφία, δηλαδή, που ζητά, σχεδόν απαιτεί, από τον αναγνώστη την ενεργή συμμετοχή του, ώστε ουσιαστικά να είναι εκείνος που θα πλάσει ένα ολόκληρο αφήγημα παίρνοντας ως αφορμή τη στοιχειώδη ιστορία που του προσφέρει το μικροδιήγημα.
  Το μικροδιήγημα μπορεί να είναι ένα σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος, η μικρή σε έκταση αφήγηση, όμως, έρχεται από το παρελθόν, δεν αποτελεί φρούτο της εποχής μας. Με μυθοπλαστικό αλλά κυρίως διδακτικό χαρακτήρα μάς είναι γνωστή από την εποχή του Αισώπου, για να περάσουμε στη συνέχεια, στον Απολλόδωρο, τα παραμύθια της Ανατολής, τους αρχαίους παραδοξογράφους, τους λατίνους συγγραφείς (Κικέρωνα, Πετρώνιο κ.ά.), τον Πλούταρχο, τον Βοκάκιο, τα με­σαι­ω­νι­κά α­σκη­τι­κά και α­γι­ο­λο­γι­κά κεί­με­να κ.λπ. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά ακόμα πιο έντονα από τις αρχές του 20ού, συναντούμε δείγματα υπερσύντομης λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή πολλών χωρών (κυρίως ισπανόφωνων και αγγλόφωνων) με κυριότερους εκπροσώπους τους Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χάουαρντ Λάβκραφτ, Ρουμπέν Νταρίο, Βισέντε Ουϊδόμπρο,  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ κ.ά.
Προϊόντος του 20ού αιώνα, η σύντομη αφήγηση εμπλουτίζεται με τη συνεισφορά μεγάλων ονομάτων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής ηπείρου: αναφερόμαστε σε εξέχοντες συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχοφ, ο Φραντς Κάφκα, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Άμπροουζ Μπιρς, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζον Απντάικ, ο Χοσέ Αρεόλα ή ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Όσον αφορά συγκεκριμένα το ισπανόγραφο μικροδιήγημα με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, αυτό εμφανίζεται περί τα τέλη του 19ου αιώνα και, ακόμα πιο δυναμικά, στις αρχές του 20ού, συμπίπτοντας με το απόγειο του ισπανοαμερικάνικου Συμβολισμού (Modernismo hispanoamericano). Ανάμεσα στους πολύ σημαντικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ξεχωρίζουμε τον Ρουμπέν Νταρίο από τη Νικαράγουα (το 1888 εκδίδει το Azul, το πρώτο βιβλίο στην ισπανική γλώσσα που περιλαμβάνει μικροδιηγήματα) και τον Χιλιανό Βισέντε Ουϊδόμπρο, και οι δύο συγγραφείς πρώτης γραμμής. Στην εξέλιξη του 20ού αιώνα, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως, το ισπανόφωνο μικροδιήγημα γνωρίζει εκπληκτική άνθιση, κυρίως στην Ισπανία, την Αργεντινή και το Μεξικό: Λεοπόλδο Λουγόνες, Αλφόνσο Ρέγες, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1956), Χούλιο Τόρι, Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, Αουγούστο Μοντερόσο, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Χούλιο Κορτάσαρ, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Εδουάρδο Γκαλεάνο καθώς και πολλοί άλλοι δίνουν στο είδος τέτοια ώθηση, ώστε μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι άλλαξαν την ιστορία της σύντομης αφήγησης παγκοσμίως.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά η παραγωγή και η δημοτικότητα του σύντομου αφηγήματος εκτοξεύθηκε, παγκοσμίως, σε επίπεδα που κανείς δεν φανταζόταν μέχρι τότε. Φυσικά, στην εκπληκτική άνθιση του μικροδιηγήματος έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και οι νέες τεχνολογίες οι οποίες, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο διάχυσης, εξασφαλίζουν ταχεία διάδοση και ευρεία αναγνωσιμότητα. Είναι εκατοντάδες οι διαδικτυακές τοποθεσίες που ασχολούνται με το μικροδιήγημα και δίνουν βήμα τόσο σε νέους και άγνωστους συγγραφείς (στην πλειονότητα των περιπτώσεων) όσο και σε καταξιωμένους πεζογράφους, εξασφαλίζοντάς τους ταυτόχρονα ευρεία αναγνωσιμότητα. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που η διάχυση αυτού του είδους λογοτεχνίας γίνεται μέσω twitter ή SMS, ενώ ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτής της παραγωγής δεν εκδίδεται τελικά σε καμία από τις παραδοσιακές έντυπες μορφές έκδοσης (βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα κ.λπ.).
Ποια είναι όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μικροδιηγήματος; Η συντομία είναι, αναμφίβολα, το πρώτο από αυτά. Βέβαια δεν υπάρχει συμφωνία για τον αριθμό των λέξεων: Εκατό; Διακόσιες; Πεντακόσιες; Μια σελίδα; Δύο; Μερικές γραμμές μόνο; Τα όρια είναι συζητήσιμα, άλλωστε το σημαντικό σε ένα μικροδιήγημα δεν είναι τόσο το να γράψει κανείς λίγες λέξεις, όσο το να μην γράψει επιπλέον λέξεις. 
  Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι η αφηγηματικότητα, δηλαδή, όσο μικρή και αν είναι η έκτασή του είναι προορισμένο να αφηγηθεί μια ιστορία και πρέπει να την αφηγηθεί με ένταση, αφού (αντίθετα με τα μυθιστορήματα) στη σύντομη αφήγηση δεν υπάρχει χώρος για «κενά διαστήματα». Συνεπώς έχει πλοκή (αλλά όχι περίπλοκη), συγκεκριμένο χώρο στον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (αλλά με ελάχιστες ή και καθόλου περιγραφές) και χαρακτήρες (αλλά με μηδαμινή αναφορά στα φυσικά ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους).
  Το σπουδαιότερο όμως χαρακτηριστικό του μικροδιηγήματος είναι, καθώς προείπαμε, η αφαίρεση (ή, αλλιώς, η έλλειψη, η βραχυλογία), άλλωστε, όπως υποστηρίζει o σημαντικός ισπανός διηγηματογράφος Χουάν Πέδρο Απαρίθιο: «αυτό που δεν εμφανίζεται στο κείμενο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτό που εμφανίζεται. Με άλλα λόγια, το μικροδιήγημα δεν υφίσταται δίχως την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να «εφεύρει» αυτό που δεν είναι εμφανές: από τα χαρακτηριστικά των ηρώων ή του τοπίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η δράση μέχρι το ίδιο το τέλος (το οποίο στα περισσότερα μικροδιηγήματα παραμένει εντελώς ανοικτό).
Το μικροδιήγημα έχει συγκριθεί, παρομοιασθεί ή και ταυτιστεί, τόσο από πλευράς κριτικών όσο και αναγνωστικού κοινού, με άλλες μορφές σύντομης έκφρασης τόσο από το χώρο της λογοτεχνίας: σύντομες ποιητικές συνθέσεις (π.χ. χαϊκού, ποίηση σε πεζό λόγο κ.λπ.), αφορισμούς, παραβολές κ.ά. όσο και εκτός λογοτεχνίας: γκράφιτι, διαφημιστικά σποτ, άρθρα στον περιοδικό τύπο κ.ά. Σε αυτήν τη «σύγχυση» συνέτειναν, σκοπίμως ή άθελά τους, συγγραφείς όπως ο Μπόρχες με τους πειραματισμούς του ή η συμπατριώτισσά του, Κλάρα Ομπλιγάδο, η οποία τονίζει κατά τρόπο εμφατικό την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτηρίζει αυτό το λογοτεχνικό είδος, την ευχέρεια, δηλαδή, με την οποία οικειοποιείται χαρακτηριστικά από άλλα είδη κειμένων και τα προσαρμόζει στα μέτρα του: «[Τα μικροδιηγήματα] διατρέχουν όλα τα είδη, όλες τις τεχνικές: στηρίζονται σε άλλα κείμενα, υφαίνουν δεσμούς με άλλες μορφές κειμένων: είναι παιχνίδι, ποίημα, απόφθεγμα, παραμύθι με ζώα, ανέκδοτο, μυθιστόρημα, μύθος, μέχρι και μικρή αγγελία». Αντίθετα, ο περουβιανός συγγραφέας Φερνάντο Ιγουασάκι απορρίπτει καθέτως την οιανδήποτε σχέση του μικροδιηγήματος με όλα τα προαναφερθέντα είδη κειμένων: «Ένα μικροδιήγημα έχει ως στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, ως εκ τούτου, μπορεί να έχει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες. Αυτά όμως που σε καμία περίπτωση δεν συνάδουν με το μικροδιήγημα είναι οι μακροσκελείς αφορισμοί, τα ποιήματα σε πεζό λόγο, τα εκτενή ανέκδοτα και οι αμπελοφιλοσοφίες».
Στις μέρες μας, όπως τονίσαμε προηγουμένως, το λογοτεχνικό είδος της βραχείας αφήγησης γνωρίζει εκπληκτική διάδοση: εκδίδονται ανθολογίες μικροδιηγημάτων, διοργανώνονται διεθνείς διαγωνισμοί (με πολυάριθμη συμμετοχή συγγραφέων), πραγματοποιούνται συνέδρια, θεσπίζονται βραβεία, γράφονται διδακτορικές διατριβές, έχει στηθεί εν ολίγοις μια ολόκληρη «βιομηχανία» γύρω από αυτό το είδος, μια «βιομηχανία» που δεν προάγει πάντα την ποιότητα, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις ενισχύει, κατά τρόπο παραπλανητικό, την άποψη ότι η συγγραφή ενός μικροδιηγήματος είναι έργο εύκολο, δίχως ιδιαίτερες απαιτήσεις, στο οποίο μπορεί να επιδοθεί ο καθένας. Την απατηλή αυτή αντίληψη περί απλοϊκότητας του είδους προσπαθεί να καταρρίψει μια από τις σημαντικές θεωρητικούς της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας, η Ιρένε Άντρες-Σουάρεθ, τονίζοντας ότι: «σε κάθε περίπτωση, το μικροδιήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος ιδιαζόντως δύσκολο, τόσο εκλεπτυσμένο και απαιτητικό όσο και η ποίηση, αφού και τα δύο είδη χτίζονται με ακρίβεια χιλιοστού και φιλοδοξούν στο ακραίο ξεγύμνωμα και στην ουσιαστική χρήση της γλώσσας».  
Ενδεικτική των μαζικών διαστάσεων που έχει λάβει στην εποχή μας η συγγραφή μικροδιηγημάτων είναι η παρακάτω πληροφορία για την οποία περιττεύει ο οποιοσδήποτε σχολιασμός: το 2015, στο VI Διεθνή Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος Museo de la Palabra που διοργάνωσε το ισπανικό Ίδρυμα César Egido Serrano συμμετείχαν 35.609 μικροδιηγήματα από 149 χώρες!  
Εμείς ολοκληρώνουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στη βραχεία αφήγηση με μια μικρή ανθολογία αυτού του λογοτεχνικού είδους, παρουσιάζοντας, μεταφρασμένα στα ελληνικά, 11 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 6 χώρες. Καλή ανάγνωση!


Argumentum ornithologicum, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Αργεντινή)

Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιών. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, μπορεί και λιγότερο· δεν ξέρω πόσα πουλιά είδα. Ήταν καθορισμένος ή ακαθόριστος ο αριθμός τους; Το πρόβλημα εμπεριέχει το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Εάν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι καθορισμένος, γιατί ο Θεός γνωρίζει πόσα πουλιά είδα. Εάν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός είναι ακαθόριστος, γιατί κανείς δεν μπόρεσε να τον υπολογίσει. Σε αυτήν την περίπτωση, είδα λιγότερα από δέκα πουλιά (ας πούμε), αλλά δεν είδα εννέα, οκτώ, επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο. Είδα έναν αριθμό ανάμεσα στο δέκα και το ένα, που δεν είναι το εννέα, το οκτώ, το επτά, το έξι, το πέντε κ.λπ. Αυτός ο ακέραιος αριθμός είναι ασύλληπτος· άρα, ο Θεός υπάρχει.  

Το δέντρο της φωτιάς, του Ιπόλιτο Ναβάρο (Ισπανία)

Είναι το πρώτο παιδί στην τάξη, παράξενο παιδί του άριστα και των επαίνων. Τα απογεύματα ξεχειλίζει στην ύπαρξή του και στο πάρκο περιφρονεί την ευκολία των κερασιών και των σφενδάμνων και σκαρφαλώνει, με δυσκολία, στην κορυφή ενός δέντρου της φωτιάς.
          Κάτω, διαισθανόμενο την πτώση που κάποια μέρα σίγουρα θα έρθει, περιμένει, δίχως να βιάζεται, ένα άλλο παιδί, πιο διακριτικό ετούτο, πίσω από τα γυαλιά του: αυτό που αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του στην τάξη, στο τελευταίο θρανίο, κάτω από το χάρτη, εκεί όπου δεν φτάνουν ποτέ τα βραβεία του δασκάλου.

Ακολουθία, της Καρολίνα Φερνάντες (Αργεντινή)

Έκαναν αχαλίνωτο σεξ. Φιλήθηκαν και βγήκαν για δείπνο. Κρατήθηκαν από το χέρι στο σινεμά και περπάτησαν κάτω από την έναστρη νύχτα. Ήπιαν μαζί έναν καφέ εκείνο το βροχερό απόγευμα, γέλασαν αμήχανα, κάτι στον άλλο τους τράβηξε, θέλησε να μάθει το όνομα πριν ρωτήσει την ώρα. Απομακρύνθηκαν και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. 

Επιβεβαιωμένη λήθη, του Φερνάντο Αΐνσα (Ουρουγουάη)

Σε περίπτωση αμφιβολίας, να θυμάσαι: όλοι οι αθάνατοι συγγραφείς έχουν πεθάνει.

Παιχνίδι μεταμορφώσεων, της Σεσίλια Μπεατρίς Εσκομπάρ (Ελ Σαλβαδόρ)

Έτσι συμφωνήσανε. Τις ζυγές μέρες εκείνη θα μετατρεπόταν σε εκείνον και εκείνος σε εκείνη. Φτιαγμένοι καθώς ήταν από το ίδιο υλικό, δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου. Στο κάτω κάτω, είναι φυσιολογικό να βαριέται κανείς να είναι συνεχώς το ίδιο πράγμα.

Συνωμοσία, του Κάρλος Βιτάλε (Αργεντινή)

Ένα βράδυ, όλα τα τηλέφωνα του κτηρίου άρχισαν να χτυπάνε εναλλάξ. Μόλις σταματούσε ένα, άρχιζε άλλο, και μετά άλλο. Η απροθυμία ορισμένων ενοίκων να αποσυνδέσουν τις συσκευές τους (περίμεναν πολύ σημαντικά τηλεφωνήματα: μία ολονυχτία, μία παρτίδα πόκερ, ένα ταξίδι, ένα ερωτικό ραντεβού), εμπόδιζε στο να δοθεί οριστικό τέλος σε αυτή την τηλεφωνική συνωμοσία. Ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών, από την πλευρά του, αποποιήθηκε των ευθυνών του, διαβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για εσωτερικό ζήτημα του κτηρίου. Ωστόσο, στις δύο τα ξημερώματα, τα τηλέφωνα, αφού χτύπησαν όλα ταυτόχρονα, σιώπησαν ξαφνικά. Γεγονός που κάποιοι εξέλαβαν ως ανεξήγητη τεχνική βλάβη και άλλοι ως προειδοποίηση, τη σημασία της οποίας δεν κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν.

Γόνδολα, του Όσκαρ Σιπάν (Ισπανία)

Απορροφημένος στις σκέψεις του ο βενετσιάνος γονδολιέρης αντίκρισε τις ακτές της Ταϊτής.

Το κοριτσάκι του δάσους, του Αρμάντο Κιντέρο (Μεξικό)

«Άκου –είπε ο Μεγάλος Λύκος στο Μικρό Λύκο– και δώσε μεγάλη προσοχή. Αν από αυτό το μονοπάτι περάσει μια μικρή μ’ ένα καλάθι κι ένα σκούφο σ’ αυτό το χρώμα –του έδειξε κάτι αγριοκέρασα– μην τυχόν και της μιλήσεις. Είναι επικίνδυνο πλάσμα! Αυτό το κοριτσάκι έχει μεγάλη σχέση με το θλιβερό τέλος του προπροπάππου σου».

Θεραπεία, Χοσέ Μαρία Μερίνο (Ισπανία)

«Ένα μικρό περιβόλι, να σκάβετε το χώμα, να ρίχνετε λίπασμα, να φυτεύετε, να ποτίζετε, να μαζεύετε τους καρπούς. Είναι κι αυτές δραστηριότητες που μπορεί να σας ωφελήσουν πολύ», τον συμβούλευσε ο γιατρός τη στιγμή που του παρέδιδε την αγωγή για το στρες.
  Την πρώτη χρονιά, έφαγε κάτι πεντανόστιμες ντομάτες. Τη δεύτερη χρονιά, όση ώρα ήταν στο Χρηματιστήριο σκεφτόταν τις κυριακάτικες ασχολίες του, τις φραουλιές, τα κολοκυθάκια με τα λουλούδια τους, τα κοκκινολάχανα, ανάλογα με την εποχή.
  Μια Κυριακή του Απριλίου, όμως, κοντοστάθηκε και ύστερα κάθισε ανάμεσα στα οργωμένα αυλάκια. Τη Δευτέρα είχε ήδη βγάλει ρίζες. Το αριστερό του χέρι παράγει πιπεριές και το δεξί του μελιτζάνες. Δεν χρειάζεται πολύ πότισμα.

Ο φιλόδοξος συλλέκτης, της Άνα Μαρία Σουά (Αργεντινή)

Ο φιλόδοξος άντρας βάζει σκοπό του να συλλέξει τα πάντα. Συγκεντρώνει στο σπίτι του, που έχει μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο, μια συλλογή από σπόρους, μια άλλη από αντικείμενα που έχει βρει στο δρόμο, μια τρίτη με νερό βρύσης (από διαφορετικές βρύσες, διαφορετικές ώρες της ημέρας). Συλλέγει πουλόβερ, διάσημες και κοινότοπες φράσεις, εισιτήρια λεωφορείου, σελίδες εφημερίδων διαλεγμένες αυστηρά στην τύχη. Συλλέγει οπές, ψωμιά, άδεια μπουκαλάκια αποσμητικών. Κάθε χρόνο είναι υποχρεωμένος να μετακομίζει σε μεγαλύτερο σπίτι· έπειτα, κάθε έξι μήνες. Στο τέλος αντιλαμβάνεται πως μόνο αν αποκηρύξει κάθε είδους ταξινόμηση θα μπορέσει να αποκτήσει την πιο πλήρη συλλογή, την απόλυτη συλλογή. Την επιδεικνύει σε όλο τον κόσμο.  

Ο   χιμπατζής, του Αλεχάντρο Ραμίρες (Κολομβία)

Ο χιμπατζής δραπέτευσε από το ζωολογικό κήπο και βρήκε καταφύγιο στο σπίτι μου.  Με το βλέμμα με παρακάλεσε να τον προστατέψω και να μην τον καταδώσω. Τον λυπήθηκα. Από εκείνη τη στιγμή, το ενοχλητικό ζώο έχει βαλθεί να μιμείται όλες μου τις κινήσεις. Έμαθε να συμπεριφέρεται σωστά στο τραπέζι, μαγειρεύει συμπαθητικά και οι συνήθειες υγιεινής του είναι αρκετά αξιοπρεπείς. Όμως χρειάστηκε να τον σταματήσω όταν προσπάθησε να πλαγιάσει με τη σύζυγό μου: θέλοντας να δείξει τη δυσαρέσκειά του, κάθισε και μας παρακολουθεί, καταγράφοντας τις εντυπώσεις του σε ένα σημειωματάριο.


To παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ροδίτικο λογοτεχνικό περιοδικό Νησίδες (τεύχος 14) τον Ιούνιο του 2016.


Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος συνομιλεί με τον Andrés Neuman

8ο Φεστιβάλ LΕΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τετάρτη 22.06.2016 / 19:00 - 21:00
Τόπος διεξαγωγής:  PUBLIC Τσιμισκή, Θεσσαλονίκη

Παρουσίαση του ισπανοαργεντινού συγγραφέα Αντρές Νέουμαν και των βιβλίων του Ο ταξιδιώτης του αιώνα, Βαρβαρισμοί και Κατά μόνας (Εκδόσεις Opera) από τον ίδιο τον συγγραφέα και τον μεταφραστή και Αναπληρωτή Καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.  


Υπό την αιγίδα των Πρεσβειών της Ισπανίας και της Αργεντινής
και την υποστήριξη των Εκδόσεων Opera, του Abanico και του PUBLIC.

Στα Ισπανικά με διαδοχική διερμηνεία στα Ελληνικά.




Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Rubén Rojas Yedra και Mariasun Landa σε συλλογική μετάφραση

Paralelismos

de Rubén Rojas Yedra

Elena se detuvo junto a la mesa del salón, que había dispuesto con esmero para cuatro comensales. Las diez en punto. Guardó silencio y prestó atención a los pasos que llegaban del techo: un nuevo viaje a la cocina; hacían falta más vasos y seguramente… algún cubierto. A su vuelta, alguien iba al baño. Elena se precipitó por el pasillo —al fondo, a la derecha—, se sentó en el váter y meó sin ganas. Esperó para tirar de la cisterna al unísono.
Durante la cena, se oyeron risas dobladas, descorche de botella —pup y pup— y un par de brindis que Elena imitó a dos manos. Cenó poco, sólo lo suyo, y no repitió porque tenía el hambre cambiada. Dos parejas arriba y a continuación una sobremesa de conversaciones cómplices que Elena escuchó con los ojos turbios y mudos. Sobre la mesa se repartía un juego de café y té completo de segunda mano. Sobre la mesa limpia, las tazas vacías.
Finalmente, los invitados se marcharon y la pareja del piso de arriba se quedó a solas. Entonces empezaron los besos, los jadeos, los toqueteos urgentes que se intuían en dirección al dormitorio. Elena sólo pudo restregarse en las paredes del pasillo, arrancarse la ropa, masturbarse —maquinal y exageradamente—, imitando el escándalo del somier, y después llorar: dos lágrimas que hizo coincidir con un orgasmo fingido.


Παραλληλισμοί

του Ρουμπέν Ρόχας Γέδρα

Η Ελένα κοντοστάθηκε στο τραπέζι του σαλονιού που είχε στρώσει με φροντίδα για τέσσερις συνδαιτυμόνες. Δέκα η ώρα. Σιωπηλή αφουγκράστηκε τα βήματα που έρχονταν από τον πάνω όροφο: άλλο ένα πηγαινέλα στην κουζίνα· χρειάζονταν περισσότερα ποτήρια και ίσως... κανένα μαχαιροπήρουνο. Καθώς γύριζε, κάποιος πήγαινε στο μπάνιο. Η Ελένα έτρεξε στο διάδρομο –στο βάθος, δεξιά–, κάθισε στη λεκάνη και σφίχτηκε να κατουρήσει. Περίμενε να τραβήξει το καζανάκι συγχρονισμένα.
Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ακούγονταν ψεύτικα γέλια, το άνοιγμα ενός μπουκαλιού –ποπ και ποπ– και  καναδυό τσουγκρίσματα που η Ελένα μιμήθηκε με τα δύο της χέρια. Έφαγε λίγο, μόνο το δικό της, και δεν συνέχισε γιατί της είχε κοπεί η όρεξη. Δύο ζευγάρια επάνω και στη συνέχεια πονηρές κουβεντούλες γύρω από το τραπέζι∙ η Ελένα άκουγε με μάτια θολά και βουβά. Στο τραπέζι ένα πλήρες σερβίτσιο καφέ και τσαγιού, μεταχειρισμένο. Πάνω στο καθαρό τραπέζι, τα φλιτζάνια άδεια.
Τελικά, οι καλεσμένοι έφυγαν και το ζευγάρι του πάνω ορόφου έμεινε μόνο του. Τότε άρχισαν τα φιλιά, οι κοφτές ανάσες, τα επιτακτικά χαϊδολογήματα που έμοιαζε να πηγαίνουν προς την κρεβατοκάμαρα. Η Ελένα πρόλαβε μόνο να τριφτεί στους τοίχους του διαδρόμου, να πετάξει τα ρούχα της, να αυνανιστεί –μηχανικά και υπερβολικά–, μιμούμενη το τρίξιμο του σομιέ και κατόπιν έκλαψε: δύο δάκρυα που φρόντισε να συμπέσουν μ’ έναν προσποιητό οργασμό.

Το παρόν μικροδιήγημα συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο La locura de los peces [Η τρέλα των ψαριών] (Alumbre, Κάδιθ, 2015). Ο Rubén Rojas Yedra ζει στην Μαδρίτη αλλά γεννήθηκε στο Χερέθ δε λα Φροντέρα το 1982. Έχει πτυχίο δημοσιογραφίας και μεταπτυχιακό στην ισπανική λογοτεχνία.

 
Diván

de Mariasun Landa

La hormiga neurótica del hormiguero acudió durante bastante tiempo al sicoanalista. Se quejó de su destino, culpó a sus progenitores de ser como era y a todos los dioses de la tierra por no haber sido una mariposa. Cuando el sicoanalista le dijo que la solución a su neurosis era aceptar la vida tal y como era, se sintió íntimamente estafada. Y con razón. El sicoanalista, de noche y a escondidas, seguía intentando volar como una libélula. Eso sí, sin sentimiento de culpabilidad.

Ντιβάνι

της Μαριάσουν Λάντα

Το νευρωτικό μυρμήγκι της μυρμηγκοφωλιάς επισκεπτόταν για πολύ καιρό τον ψυχαναλυτή του. Παραπονιόταν για τη μοίρα του, κατηγορούσε τους προγόνους του που ήταν όπως ήταν, κι όλους τους θεούς της γης, που δεν είχε γεννηθεί πεταλούδα. Όταν ο ψυχαναλυτής τού είπε πως η λύση για τη νεύρωσή του ήταν να αποδεχθεί τη ζωή έτσι όπως είναι, εκείνο ένιωσε εντελώς εξαπατημένο. Και με το δίκιο του. Ο ψυχαναλυτής, τη νύχτα και στα κρυφά, συνέχιζε την προσπάθεια να πετάξει σαν λιβελούλα, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής ωστόσο.

Το παρόν μικροδιήγημα συμπεριλαμβάνεται στο Diccionario de hormigas [Μυρμηγκολεξικό] (Pamiela, Παμπλόνα, 2014). Η Mariasun Landa γεννήθηκε στη Ρεντερία της Γκιπούθκουα το 1949. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Παρίσι και στη Βαλένθια. Γράφει παιδικά διηγήματα στη βασκική γλώσσα. Το 2003 πήρε το Εθνικό Βραβείο της παιδικής λογοτεχνίας της Ισπανίας με το Krokodiloa ohe azpian [Ένας κροκόδειλος κάτω από το κρεβάτι].


Η συλλογική μετάφραση είναι προϊόν του εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ισπανικά στα ελληνικά που διοργάνωσε ο Αναπληρωτής Καθηγητής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ σε συνεργασία με την Ισπανοελληνική Ένωση Γλώσσας και Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης από 11 Μαΐου έως 2 Ιουνίου 2016. Συμμετείχαν οι σπουδαστές Λίλιαν Δενδρινού, Pedro Díez, Ζαχαρούλα Καμπούρη, Ρένια Μητάτου, Αναστασία Παυλίδου, Ανθή Πιτσούδη, Έφη Τζαφέρη, Μαρία Τσαχουρίδου.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Guión piloto de cinta aislante, de Simeón Tsakiris

Érase una vez una playa verdaderamente solitaria. allí salieron a dar su primer paseo los recién nacidos de una familia costera de aves. a veces delante guiando, a veces atrás empujando, a veces flanqueando, el papá y la mamá de la familia iban cambiando el ritmo de su marcha. se habían alejado de su nido en la roca verde, cuando el coche aparcó en la cima del sendero que une el asfalto con la playa de arena. los humanos y su parafernalia empezaban ya a dejar sus primeras pisadas  en la arena, cuando la familia de las aves optó por asustarse y volver corriendo hacia su roca verde. pero hacia la misma roca verde y su sombra habían puesto rumbo también los pies de los humanos.
            los recién nacidos, reventados, no podían seguir el ritmo de papá y de mamá. el papá  leyó  el guión, no le gustó y lo cambió. dejó a mamá empujando a los pequeños, abrió de par en par una de sus alas, digamos la izquierda, fingió que cojeaba de la pata derecha y así se precipitó sobre los grandes pies que se acercaban. dio unas vueltas haciendo unas zalamerías, interpretó un poco de tragedia, sonsacó un poco de compasión e hizo otras cosas más, asegurándose de que hasta el último recién nacido había entrado  en su nido. entonces abrió la otra ala y los humanos se quedaron agilipollados. estos últimos, habiéndose recuperado rápidamente del espectáculo, se acomodaron y se tumbaron diciendo “¡ay!” y “¡qué tranquilidad tan agradable!” y “aquí, siento que voy a despojarme de toda la ciudad y la voy a enterrar muy, pero que muy profundamente” y cosas por el estilo.
          pero el especial de dos páginas de prensa gratuita sobre aquella playa verdaderamente solitaria lo habían leído otros. muchos.

Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 14 de junio de 2015

Simeón Tsakiris nació en Salónica en 1976. Licenciado en Periodismo y Comunicación por la Universidad Aristóteles de Salónica y en Arte Dramático por la Escuela de Teatro Estatal del Norte de Grecia, ha trabajado como periodista, actor y bailarín. Ha trabajado con Dimitris Papaioanu en las obras “Medea”, “2”, “Pouthena” (En ninguna parte) y “Mesa” (Dentro). Sus obras han sido publicadas en las revistas (De)kata y Endefktirio.  En el 2009 circuló su primer libro Ta Jartikidia (Τὰ χαρ­τοι­κί­δια)  de la editorial  Endefktirio.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron las estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgopoulou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Karagiannidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimitra, Papaioannou Eustratía. 

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

La literatura "mola". Traducción literaria y enseñanza de idiomas

XXIV JORNADAS DE DIDÁCTICA PARA PROFESORES DE ELE EN GRECIA, 2016

Organizan ASPE, en colaboración con el Instituto Cervantes y la Consejería de Educación de la Embajada de España 

Taller de traducción literaria

Atenas, viernes, 10 de junio de 2016, de 17.30h a 19.00
Lugar de celebración: Instituto Cervantes de Atenas, C/Mitropóleos 23

Título: La literatura "mola". Traducción literaria y enseñanza de idiomas
Ponente: Konstantinos Paleologos, Profesor Titular en Traductología Aplicada en la Universidad Aristóteles de Salónica y traductor
Resumen: En el taller de traducción literaria "La literatura mola" partiremos de la traducción, inicialmente individual y a continuación en grupo de un minirrelato griego al español para averiguar “actuando” las múltiples aplicaciones que puede tener dicha actividad en una clase de enseñanza de una lengua extranjera.

Los asistentes al taller La literatura “mola”. Traducción literaria y enseñanza de idiomas deberán traducir al español el siguiente relato y enviarlo al correo electrónico kkpp@hol.gr hasta el 7 de junio.

Εκδικητής, της Γαλήνης Σαουλίδου


Ακούς πρώτα τα πέταλα του αλόγου στην άσφαλτο, κοιτάζεις απ’ το παράθυρο, απίστευτο, ο Δον Κιχώτης, ο ήρωας των παιδικών σου χρόνων, στέκεται εκεί, στο πεζοδρόμιο και περιμένει να του ανοίξεις. Σκουπίζεις γρήγορα τα δάκρυα, κατεβαίνεις με τις παντόφλες, ήρθες την κατάλληλη στιγμή, γενναίε ιππότη, δεν αντέχω άλλο, ο διευθυντής μου με κάνει κάθε μέρα σκουπίδι, τα ξέρω όλα ευγενέστατη δέσποινα, ας μη χάνουμε καιρό. Να ’μαστε κιόλας στο γραφείο του, ποιος είστε, κύριε; οι Απόκριες αργούν ακόμα, τα λόγια στην περίπτωσή σου περιττεύουν καταραμένο κάθαρμα, το σπαθί του ιππότη κατεβαίνει με δύναμη, χαρτιά αιωρούνται και διασκορπίζονται στο πάτωμα, ο διευθυντής πέφτει αιμόφυρτος απ’ την καρέκλα, πλήρωσε και με το παραπάνω την απαίσια συμπεριφορά του, αγκαλιάζεις τον ιππότη γεμάτη ευγνωμοσύνη, ανεβαίνετε κι οι δύο στον Ροσινάντη, δεν καλπάζει, πετάει, τα πόδια του ίσα που αγγίζουν τις κεραίες των πολυκατοικιών, άδικα στενοχωριόσουν, η λύση ήταν τελικά τόσο απλή.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Jorge F. Hernández, εργαστήριο συλλογικής λογοτεχνικής μετάφρασης

 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

O Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Νίκος Πρατσίνης καλούν παλαιούς και νυν φοιτητές τους να δηλώσουν συμμετοχή στο εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης ενός χρονογραφήματος και ενός μικροδιηγήματος του μεξικανού συγγραφέα Jorge F. Hernández, που θα λάβει χώρα, παρουσία του συγγραφέα, στο Κέντρο Ισπανικών, Πορτογαλικών και Καταλανικών Σπουδών ΑΒΑΝΙCO, Κολοκοτρώνη 12, την Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016, από τις 16.00-18.30.
Ο συγγραφέας θα βρίσκεται στην Αθήνα προσκεκλημένος του 8ου Φεστιβάλ ΛΕΑ και του Abanico, με την στήριξη της Πρεσβείας του Μεξικού στην Ελλάδα.
Οι ενδιαφερόμενοι/ες μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή μέχρι την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας, καθότι, για πρακτικούς λόγους, στο εργαστήριο θα συμμετάσχουν μέχρι 12 άτομα.
Η δήλωση συμμετοχής γίνεται με mail στο info@abanico.gr ή τηλεφωνικώς (2103251214 & 210.3251215) ή στο Αbanico σε ωράριο μαθημάτων.

Σας περιμένουμε,

Κων/νος Παλαιολόγος, Νίκος Πρατσίνης, Leonora Moreleόn


Ακολουθούν τα προς μετάφραση κείμενα:

1.
Tienes un departamento amueblado con austeridad y un cuerpo soñado. Tienes una voz que destila tu sensualidad y el sillón más cómodo del mundo en el rincón de tu sala. Cerca de la ventana estará siempre esa jarra –que alguna vez sirvió vino—habitada casi todos los días por esas flores moradas que no sé cómo se llaman.
Tienes las piernas con las que sueño al caminar todos los días a la oficina y he intentado recrear tu cintura con el juego que acostumbro jugar con mis almohadas. Tienes un rostro perfecto que podría tomar vida propia en la fotografía que tienes enmarcada en el pasillo, justo al lado de la puerta del baño.
Tienes todo lo que siempre había deseado encontrar en una mujer. Tenemos toda la vida por delante. Tienes entonces, una cita, aunque yo solamente tenga la posibilidad de inventarte.

2.
Elogio del quiosco
Debo una gratitud de cuatro décadas a diversos quiosqueros en ambos lados del Atlántico. La mutua complicidad que establece el lector paseante con el bibliotecario de las esquinas ha determinado una forma de leer con el puntual resguardo de los periódicos que informan sobre todo lo que pasa, el apartado de libros que se venden por entregas para conformar la discreta biblioteca con la que uno se va haciendo del mundo e incluso la venta seriada de locomotoras en miniatura o soldaditos de plomo que alinean los estantes entrañables, donde no pocas cajas resguardan los recortes de periódicos memorables, encabezados históricos y sucesos invaluables que el propio quiosquero fardaba con tino desde el momento en que cuelga los ejemplares como ropa tendida en hilos o apilando los montículos de papel que poco a poco se van reduciendo conforme transcurre el día… y transcurren los años, ahora con la incertidumbre y preocupación que genera el desconocido futuro digital, donde poco a poco nos iremos quedando sin papel, pero no hay que perder los papeles.
Debo a los quiosqueros el adelanto de malas noticias como si al confiármelas antes de abrir la sábana de periódico amainaran el triste impacto que me causaría su lectura; debo las risas burlonas cuando las goleadas en contra amenazaban la estabilidad no sólo de mi equipo de fútbol sino el equilibrio del sistema nervioso central. En viejos tiempos de destape, fueron los quiosqueros (como compañeros de parvulario) quienes recomendaban tal o cual portada con divas en papel, musas despechugadas en colores o calientes historias que empezaban con algún escandalillo de ocho columnas. Con quiosqueros he debatido de alta política y columnas que rebasaban el mero chisme para volverse fuente fidedigna del desánimo social o la esperanza impredecible de cualquier jueves. A los quiosqueros debo también golosinas y postales, cigarrillos de dos colores diferentes de tabaco, mapas para el ocio, crucigramas para el tedio… y los mudos testigos de no pocas veces en que me dejaron plantado, ramo de flores en mano, tarde lluvia en Princesa o mañana soleada en Insurgentes.
Llegará el día (tarde o temprano) en que las tabletas para periódicos digitales se abaraten tanto que podrán ser adquiridas en quioscos y quizá incluso desechadas al atardecer, pero además hay no pocas señas vitales que se seguirán vendiendo en esos santuarios de las esquinas que anhelo ya el día en que (tarde o temprano) me surtan mi dosis diaria de libro semanal, revista de aficiones cada vez más secretas, el periódico en papel y la recarga de información electrónica para mi tableta cibernética, con el impagable añadido del callado testimonio de que ya no me deja esperando la musa que acostumbro citar en el quiosco. Con o sin lluvia.


Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Συλλογική μετάφραση ενός παραμυθιού του Francisco Hinojosa

Η πιο κακιά κυρία του κόσμου

                                                                                                                                               Για τη Σοφία

Στα βόρεια της Τουραμπούλ ζούσε μια φορά και έναν καιρό μια κυρία που ήταν η πιο κακιά κυρία του κόσμου. Ήταν χοντρή σαν ιπποπόταμος, κάπνιζε πούρο και είχε δυο σουβλερούς και λαμπερούς κυνόδοντες.
        Επιπλέον, φορούσε μυτερές μπότες και είχε κάτι μακριά και κοφτερά νύχια, με τα οποία της άρεσε να γρατζουνάει τον κόσμο.
        Τα πέντε παιδιά της τα έδερνε όταν έπαιρναν κακούς βαθμούς στο σχολείο, αλλά και όταν έπαιρναν δεκάρια. Τα τιμωρούσε όταν φέρονταν καλά, αλλά και όταν φέρονταν άσχημα. Τους έριχνε λεμόνι στα μάτια και όταν έκαναν αταξίες, και όταν τη βοηθούσαν να σκουπίσει το σπίτι ή να πλύνει τα πιάτα μετά το φαγητό.
        Και επιπλέον, για πρωινό τούς έδινε να φάνε σκυλοτροφή. Όποιος δεν την έτρωγε έπρεπε να κάνει σχοινάκι εκατόν είκοσι φορές, πενήντα βαθιά καθίσματα και να κοιμηθεί στο κοτέτσι.
        Τα παιδιά της γειτονιάς το έβαζαν στα πόδια όταν την έβλεπαν να πλησιάζει. Το ίδιο και οι κύριοι και οι κυρίες και τα γεροντάκια και οι γριούλες και οι αστυνομικοί και οι μαγαζάτορες.
Μέχρι και οι γάτες, οι γλάροι και οι κατσαρίδες ήξεραν ότι η ζωή τους κινδύνευε κοντά στη μοχθηρή γυναίκα. Στα μυρμήγκια ούτε που τους πέρναγε από το μυαλό να κάνουν τη φωλιά τους κοντά στο σπίτι της γιατί ήξεραν ότι η κυρία θα τους έριχνε καυτό νερό.
        Ήταν μια κυρία κακιά, απαίσια, φρικαλέα, μοχθηρότατη. Η πιο κακιά από τις πιο κακές κυρίες του κόσμου. Η πιο μοχθηρή από τις μοχθηρές.
Ώσπου μια μέρα τα παιδιά της και όλοι στο χωριό δεν την άντεξαν άλλο και προτίμησαν να το σκάσουν από φόβο για τη ζωή τους.
        Από τότε οι πλατείες ήταν άδειες, τα σκυλιά δεν γάβγιζαν πια  στους δρόμους ούτε τα πουλάκια πετούσαν στον ουρανό ούτε οι μέλισσες γύρευαν λουλούδια. Ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του ανέμου και ο χτύπος από τις σταγόνες της βροχής στις στέγες των σπιτιών.
        Κι έτσι η κακιά γυναίκα έμεινε μόνη, μοναχούλα, δίχως κανέναν να ενοχλεί ή να γρατζουνάει.
        Το μοναδικό πλάσμα που εξακολουθούσε να ζει εκεί ήταν ένα ταχυδρομικό περιστέρι φυλακισμένο στο κλουβί κάποιου γειτονικού σπιτιού. Η φρικαλέα γυναίκα διασκέδαζε δίνοντάς του κάθε μέρα να τρώει ψίχουλα βουτηγμένα σε καυτερή σάλτσα και να πίνει νερό ανακατεμένο με ξύδι. Κάποιες φορές τού ξερίζωνε ένα φτερό και κάποιες άλλες του στραμπουλούσε τα δάχτυλα των ποδιών.
        Όταν το καημένο το περιστέρι κόντευε να πεθάνει, η κυρία, απελπισμένη που δεν θα είχε κάποιον να δέρνει, κατάλαβε ότι μόνο εκείνο μπορούσε να τη βοηθήσει για να φέρει ξανά πίσω τους χωριανούς.
        Αποφάσισε τότε να του δίνει τα ψίχουλα χωρίς καυτερή σάλτσα, το νερό σκέτο και, μερικές μέρες αργότερα, τόλμησε να το χαϊδέψει. Όταν βεβαιώθηκε ότι το περιστέρι ήταν πια φίλος της και ότι θα πήγαινε ένα μήνυμά της στα παιδιά της και στους άλλους χωριανούς, το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι, το έβαλε στο ράμφος του πουλιού και το άφησε να πετάξει.
        Λίγες μέρες αργότερα, οι παλιοί κάτοικοι του χωριού επέστρεψαν αφού η πιο κακιά από όλες τις κυρίες του κόσμου στο μήνυμά της τους ζητούσε συγγνώμη:

Θέλω να με συγχωρέσετε. Το ξανασκέφτηκα και πιστεύω ότι ήμουν κακός άνθρωπος. Δεν θα είμαι ξανά όπως παλιά. Για να με πιστέψετε θα αφήσω να με πατήσουν και να με γρατζουνήσουν όσοι από εσάς θέλετε.

Μετά από λίγο καιρό ο κόσμος γύρισε στο χωριό, επέστρεψε στα σπίτια του και με χαρά μεγάλη γρατζούνησε και πάτησε την τρομακτική γυναίκα.
Μέχρι που μια νύχτα, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, εκείνη βάλθηκε να χτίσει ένα τείχος γύρω από το χωριό, ώστε να μην μπορεί κανείς πια να ξεφύγει. Άντε ψάξε να βρεις πώς το έκανε, το μόνο σίγουρο είναι ότι ένα ψηλό τείχος φυλάκισε την επόμενη μέρα όλο μα όλο το χωριό.
Και από τότε ξανάγινε η πιο κακιά, η πιο κακιά κακιά, η πιο κακιασμένη από όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Έριχνε χαστούκια στα παιδιά της, δάγκωνε τα αφτιά των μαραγκών, έσβηνε το πούρο της στους αφαλούς των ταξιτζήδων, βάραγε τα παιδιά στο κεφάλι, έδινε κλωτσιές στις γριούλες, έμπηγε τα δάχτυλά της στα μάτια των στρατηγών και χτυπούσε με το χάρακα τα χέρια των αστυνομικών.
Έπειτα έριχνε σάπιο κρέας στα σκυλιά, γρατζουνούσε με τα μακριά της νύχια τις προβοσκίδες των ελεφάντων, έστριβε τους λαιμούς των καμηλοπαρδάλεων και έτρωγε ζωντανές τις ανυπεράσπιστες ταραντούλες. Ακόμα και τα λιοντάρια έκαναν σα γατάκια όταν την έβλεπαν, γιατί τους τραβούσε τόσο δυνατά τη χαίτη, που τα άφηνε δίχως τρίχα και με δάκρυα στα μάτια.
Και τι να πούμε για τα λουλούδια: μέσα σε μερικές ώρες δεν υπήρχε ούτε ένα που να έχει πέταλα.
Μια ωραία μέρα, όμως, την ώρα που η κυρία απολάμβανε το μεσημεριανό της ύπνο, μαζεύτηκε όλο το χωριό στην κεντρική πλατεία. Ο αρχιπυροσβέστης είπε:
        «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση».
        «Έχεις δίκιο», τον σιγοντάρισε ο φαρμακοποιός. «Πρέπει να ρίξουμε το τείχος και να τρέξουμε όσο βαστούν τα πόδια μας».
        «Και γιατί», ρώτησε ένα παιδί, «δεν την πείθουμε να σταματήσει μια και καλή να μας ενοχλεί;»
        «Χα, χα, χα», όλοι ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, που τα έπνιξαν αμέσως από φόβο μήπως την ξυπνήσουν.
        «Όχι», παρενέβη ο πιο ηλικιωμένος του χωριού. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να την ξεγελάσουμε».
        «Να την ξεγελάσουμε;», ρώτησε έκπληκτος ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου πάγου. «Πώς μπορούμε να την ξεγελάσουμε;»
        «Πολύ εύκολα», διαβεβαίωσε ο γεροντάκος. «Όταν θα μας δέρνει, εμείς θα της λέμε ευχαριστώ. Αν μας δαγκώνει τα αφτιά, θα της ζητάμε να το ξανακάνει. Αν μας γρατζουνάει, θα της λέμε πως αυτό είναι ό,τι πιο απολαυστικό έχουμε νιώσει στη ζωή μας. Πώς σας φαίνεται;»
«Ωωωωω!», αναφώνησαν όλοι γουρλώνοντας τα μάτια.
«Δεν είναι και κακή ιδέα», πρόσθεσε ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου στόλου από καμήλες στο χωριό.
Και έτσι το συμφώνησαν.
        Η κυρία ξύπνησε έξω φρενών από το μεσημεριανό της ύπνο. Είχε τρομερή όρεξη να τσιμπήσει ένα παιδί. Το πρώτο που βρήκε, τον μεγάλο της γιο, τον άρπαξε από το μάγουλο και δεν έλεγε να τον αφήσει μέχρι που πέρασε ένα μισάωρο. Ο γιος, υπομένοντας τον πόνο, της είπε:
«Ευχαριστώ, μανούλα, μπορείς να μου δώσεις άλλη μια τσιμπιά; Έλα, σε παρακαλώ, μόνο μία…»
Η κυρία, ξαφνιασμένη στην αρχή, του είπε όχι, δεν την άξιζε τέτοια επιβράβευση.
        Κατόπιν κίνησε για τη γειτόνισσα. Μόλις την είδε της έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στο καλάμι με τη μύτη της μπότας της. Αν και πέθανε στον πόνο, η γειτόνισσα δάγκωσε τα χείλη της, συγκράτησε τα δάκρυα και είπε στην κακούργα:
«Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ πολύ. Θα μπορούσα να σας ζητήσω μια χάρη;»
«Χάρη; Τι χάρη και ξεχάρη;», φώναξε η μοχθηρή γυναίκα.
«Δώστε μου και μια κλωτσιά στον πισινό. Είναι υπέροχη η αίσθηση. Κανείς ποτέ δεν με είχε δείρει τόσο όμορφα όσο εσείς. Χτυπάτε τόσο δυνατά…»
«Όχι, όχι και πάλι όχι! Ποια νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες;»
«Ούτε μια ξυλιά στον πισινό;», ικέτεψε η γειτόνισσα με ύφος, πραγματικά, πολύ θλιμμένο.
Βλέποντας ότι συνέβαιναν πολύ περίεργα πράγματα, η κακιά γυναίκα πήγε και βρήκε τον τσαγκάρη και του τράβηξε τα μαλλιά τόσο δυνατά που της έμειναν τούφες στο χέρι.
«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία, θα το εκτιμούσα αν μου βγάζατε και τα υπόλοιπα μαλλιά. Δε φαντάζεστε πόσο λαχταράω να μείνω φαλακρός. Και μου τα βγάζετε με τόση λεπτότητα... Πιστέψτε με, ούτε ο καλύτερος κομμωτής του κόσμου δεν θα το έκανε τόσο καλά».
Και το ίδιο έκανε η πιο κακιά κυρία του κόσμου με όλους μα όλους τους χωριανούς, μέχρι που βράδιασε και την έπιασε νύστα.
Όσο εκείνη κοιμόταν, ο κόσμος συγκεντρώθηκε ξανά.
«Πιστεύω», είπε ο πιο ηλικιωμένος, «ότι το σχέδιό μας λειτουργεί. Τώρα πρέπει να συνεχίσουμε να την ξεγελάμε. Όταν της έρθει να κάνει κάτι καλό, αν είναι να της έρθει, θα διαμαρτυρηθούμε σαν να μας πονάει και σαν να είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κανείς».
Το χαμόγελο άνθισε σε όλα τα χείλη και όλοι μαζί αποκρίθηκαν:
«Σύμφωνοι!»
Το επόμενο πρωί, η πιο κακιά κυρία του κόσμου σηκώθηκε με πολύ κακή διάθεση. Πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει στα παιδιά της τη σκυλοτροφή. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να συγκρατηθεί όταν ανακάλυψε ότι το κουτί ήταν άδειο.
«Γκρρρ!!!», γκρίνιαξε. «Θα πρέπει να τους δώσω για πρωινό δημητριακά με γάλα και μέλι».
        Τα παιδιά μόλις είδαν τι τους είχε σερβίρει, άρχισαν να διαμαρτύρονται.
        «Μαμά, τι είναι αυτή η αηδία;»
        «Δημητριακά με μέλι, χαζό παιδί».
        «Εγώ δεν θέλω».
        «Ούτε εγώ», είπε ο μικρότερος με ένα δάκρυ στα μάτια.
        «Προτιμώ τη σκυλοτροφή».               
        «Κι εγώ το ίδιο», ούρλιαξαν μαζί όλα τ’ άλλα.
        Η μαμά τους τα υποχρέωσε όλα να φάνε αυτό που τους είχε σερβίρει. Και εκείνα, φυσικά, πήραν τέτοια έκφραση αηδίας που ήταν σαν να έτρωγαν σκορπιούς στιφάδο.
Αφού άφησε τα παιδιά της στο σχολείο, συνάντησε τυχαία στο δρόμο το σιδερά, ο οποίος της είπε:
«Με συγχωρείτε, κυρία. Θα μπορούσατε να μου κάνετε τη χάρη να μου ρίξετε ένα χτύπημα καράτε στην πλάτη;»
«Όχι, βέβαια! Ποιος νομίζετε ότι είστε για να μου ζητάτε χάρες, ε;»
Ήταν τόσο τσαντισμένη και τόσο σαστισμένη η κυρία με όλα όσα συνέβαιναν γύρω της που, χωρίς να το καταλάβει, έδωσε ένα κέρμα στο ζητιάνο του χωριού. Εκείνος έγινε έξαλλος και την επέπληξε:
«Τι σας συμβαίνει, κυρία μου; Πάρτε από δω τα ψωρολεφτά σας. Μη με προσβάλλετε με την ελεημοσύνη σας».
Χαρούμενη στη σκέψη πως αυτό δεν άρεσε στο ζητιάνο, έβγαλε από την τσάντα της όλα τα χαρτονομίσματα και όλα τα κέρματα που είχε και τα έριξε στο καπέλο του.
Το ίδιο έγινε με όλους μα όλους τους χωριανούς.
Ο τελευταίος που συνάντησε ήταν ο πιο ηλικιωμένος, ο οποίος της είπε:
«Πολύ κακή σας ημέρα, κυρία. Έχετε αντιληφθεί πως ένας άγγελος που έπεσε από τον ουρανό έχτισε στο χωριό μας ένα υπέροχο τείχος; Είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι και περήφανοι που έχουμε ένα τόσο ωραίο τείχος».
Έξαλλη από θυμό, βγάζοντας σάλια από το στόμα και αφρούς από τα ρουθούνια, έτρεξε στο τείχος και, σε λιγότερο από μία ώρα, το είχε γκρεμίσει εντελώς.
Από τότε όλοι έζησαν ευτυχισμένοι, γιατί η πιο κακιά κυρία συνέχιζε να κάνει τα πιο καλά κακά πράγματα του κόσμου, την ώρα που το χωριό διασκέδαζε με την ψυχή του ξεγελώντας την.

Φρανσίσκο Ινοχόσα


Η συλλογική μετάφραση του παραμυθιού του Francisco Hinojosa είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που έλαβε χώρα, παρουσία του συγγραφέα, στο Abanico στις 22 Μαρτίου 2016. Το εργαστήριο συντόνισαν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης και συμμετείχαν οι Γεώργιος Αμολοχίτης, Ελένη Βότση, Αναστασία Γιαλατζή, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Αρμόδιος Διαμαντής, Εύη Κύρλεση, Σπύρος Λαζάρου, Eduardo Lucena, Σταυρούλα Ντίντα, Μαρία Στρατηγάκου, Ναταλί Φύτρου και η αμερικανίδα συγγραφέας Tanya Huntington.



Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Πολύ κακό για το τίποτα, του Χούλιο Γιαμαθάρες

Όταν πήρε την μπάλα στα χέρια του, ο Τζούκιτς θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει η γυναίκα του εκείνο το απόγευμα· ήταν λες και το είχε προαισθανθεί. Μην τυχόν, του είχε πει η Τσέκα, και πας και χτυπήσεις κανένα πέναλτι.
            Όπως κάθε Κυριακή, η Τσέκα ήταν πιο ανήσυχη από εκείνον. Για να πούμε την αλήθεια, εκείνος δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία του ή, τουλάχιστον, όχι ιδιαίτερα πολύ (κυρίως αν τον σύγκρινες με κάποιους από τους συμπαίκτες του)· εκείνη ήταν που ταραζόταν για λογαριασμό του, ορισμένες φορές μάλιστα αρκετές μέρες πριν από τον αγώνα. Αλλά, εκείνη τη μέρα, η ομάδα του, η Ντεπορτίβο δε Λα Κορούνια, στην οποία έπαιζε για τρίτη συνεχή χρονιά μετά την αποχώρησή του από το γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο, βρισκόταν αντιμέτωπη με το πιο σημαντικό παιχνίδι της ιστορίας της: έπαιζε κορώνα-γράμματα ένα πρωτάθλημα που, κατά τη διάρκεια όλης της αγωνιστικής περιόδου, φαινόταν να το έχει στο τσεπάκι της. Είχαν φτάσει να προηγούνται μέχρι και με έξι βαθμούς της Μπαρτσελόνα, της ομάδας που τους καταδίωκε από πιο κοντά, ένα πλεονέκτημα που, όμως, είχαν αρχίσει να το χάνουν σταδιακά τα τελευταία παιχνίδια, αναμφίβολα εξαιτίας της πίεσης, με αποτέλεσμα οι δύο ομάδες να φτάσουν, στην τελευταία αγωνιστική, ισόβαθμες στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα. Βέβαια της Ντέπορ της αρκούσε να κερδίσει: σε περίπτωση ισοβαθμίας, θα της έδινε τον τίτλο –τον πρώτο στην ιστορία της– η καλύτερη διαφορά τερμάτων που είχε. Γι’ αυτό, εκείνη την εβδομάδα, οι παίκτες της Ντεπορτίβο, του Τζούκιτς συμπεριλαμβανομένου, την είχαν ζήσει μέσα σε μεγάλη ένταση και, γι’ αυτό, εκείνο το απόγευμα, όταν η γυναίκα του τού τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο, όπου είχε καταλύσει η ομάδα, για να του ευχηθεί καλή τύχη, όπως κάθε φορά που είχε αγώνα, του είπε πολύ ανήσυχη: μην τυχόν και πας και χτυπήσεις κανένα πέναλτι.
            Όταν η Τσέκα του είπε αυτή τη φράση, ο Τζούκιτς –το θυμόταν τώρα– είχε βάλει τα γέλια. Του είχε φανεί τόσο χαριτωμένη η τρυφερή προειδοποίηση της ανέκαθεν φοβιτσιάρας Τσέκα, που πάντα τον νοιαζόταν, ώστε έβαλε τα γέλια όπως έκανε όταν ήταν μικρός, εκεί στο Στίταρ (πόσο μακρινό του φαινόταν τώρα!) κάθε φορά που η μητέρα του τού έλεγε να μην βαράει δυνατά σουτ γιατί μπορούσε να τραυματίσει τον τερματοφύλακα. Όταν η Τσέκα τού μίλησε για το πέναλτι, εκείνου δεν του είχε περάσει καν από το μυαλό αυτή η πιθανότητα, και, επιπλέον, ο Τζούκιτς ήξερε πως, ακόμα και αν δινόταν κάποιο υπέρ τους (πράγμα αρκετά απίθανο αν σκεφτεί κανείς τι παιζόταν στο συγκεκριμένο παιχνίδι), εκείνος που θα αναλάμβανε την εκτέλεσή του θα ήταν ο Ντονάτο. Ο Τζούκιτς θα το έκανε μόνο στην περίπτωση, αρκετά απίθανη και αυτή, που ο Ντονάτο θα αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα ή δεν θα βρισκόταν στον αγωνιστικό χώρο (μέχρι το προηγούμενο παιχνίδι, όταν ο Μπεμπέτο έχασε τη δεύτερη εσχάτη των ποινών μέσα σε ένα μήνα, δεν ήταν παρά ο τρίτος εκτελεστής στην ιεραρχία, μετά τους δύο Βραζιλιάνους).
            Ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε όταν, ένα λεπτό πριν τη λήξη του αγώνα και με το σκορ στο μηδέν-μηδέν, ο διαιτητής σφύριξε πέναλτι. Δύο λεπτά νωρίτερα είχε τελειώσει ο αγώνας στη Βαρκελώνη, με νίκη της Μπαρτσελόνα, η οποία, όπως είχαν τα πράγματα εκείνη τη στιγμή, έπαιρνε το πρωτάθλημα. Στο Ριαθόρ, εντωμεταξύ, το παιχνίδι κυλούσε δίχως η πολύ νευρική Ντεπορτίβο να μπορεί να παραβιάσει την εστία της Βαλένθια· βλέποντας δε κανείς το πόσο μοχθούσαν και έτρεχαν οι παίχτες της τελευταίας –οι οποίοι δεν έπαιζαν τίποτα σε εκείνον τον αγώνα–, καταλάβαινε ότι κάποιος τους είχε τάξει πριμ και έτσι λίγο ακόμα και θα επιβεβαιώνονταν τα κακά προαισθήματα της παραμονής του αγώνα, θα επαληθεύονταν οι προβλέψεις των πιο πεσιμιστών: ότι, δηλαδή, η Ντεπορτίβο δεν είχε στόφα πρωταθλητή, ότι στο τέλος θα τη λύγιζε η πίεση, ότι η Λα Κορούνια και όλη η Γαλικία θα έπαιρναν τη μεγαλύτερη απογοήτευση της αθλητικής τους ιστορίας κ.λπ. Η Μπαρτσελόνα ήταν πλέον πρωταθλήτρια. Απέμενε μοναχά ένα λεπτό –συν τις καθυστερήσεις– για να γίνει το θαύμα.
            Και έγινε. Συντελέστηκε το θαύμα όταν δεν το περίμενε πλέον κανείς, ούτε στον αγωνιστικό χώρο, ούτε στις κερκίδες· στον αγωνιστικό χώρο γιατί οι ποδοσφαιριστές της Ντεπορτίβο, αν και συνέχιζαν να το προσπαθούν, δεν είχαν δυνάμεις να τρέξουν (ο Μπεμπέτο, για παράδειγμα, περιφερόταν ετοιμόρροπος στο χορτάρι με κράμπες και στα δύο πόδια), και στις κερκίδες γιατί οι φίλαθλοι, που ήταν τόσο θορυβώδεις στο ξεκίνημα και τόσο πεπεισμένοι για τη νίκη, είχαν σωπάσει και συνέχιζαν ανήμποροι να παρακολουθούν από τις θέσεις τους την τραγωδία που πλανιόταν πάνω από το γήπεδο. Αλλά, ξαφνικά, ένας από τους επιθετικούς της Ντεπορτίβο, ίσως ο Φραν, ίσως ο Μπεμπέτο (λόγω της έντασης της στιγμής και της θέσης του στο γήπεδο, ο Τζούκιτς δεν μπόρεσε καν να δει ποιος ήταν), έκανε ένα αποφασιστικό μπάσιμο στην περιοχή της Βαλένθια, ντρίπλαρε έναν αμυντικό, εκείνος του έβαλε τρικλοποδιά και τότε, προς γενική κατάπληξη όλων όσοι παρακολουθούσαν εναγωνίως τον αγώνα από κάθε γωνιά της Ισπανίας και της Γιουγκοσλαβίας (οι Γιουγκοσλάβοι εξαιτίας του), ο διαιτητής σφύριξε πέναλτι.
            Το γήπεδο κόντεψε να γκρεμιστεί. Οι κερκίδες του Ριαθόρ, που μέχρι τότε στέκονταν βουβές, ξέσπασαν σε τόσο δυνατές ζητωκραυγές που όμοιές τους ο Τζούκιτς δεν είχε ξανακούσει ποτέ πριν· πράγμα περίεργο αν ληφθεί υπόψη ότι οι οπαδοί του ποδοσφαίρου στη Γιουγκοσλαβία δεν είναι και οι πιο ήρεμοι του κόσμου. Μακριά, στην περιοχή της Βαλένθια, οι ποδοσφαιριστές της φιλοξενούμενης ομάδας είχαν περικυκλώσει τον διαιτητή διαμαρτυρόμενοι για το πέναλτι –το οποίο, παρεμπιπτόντως, ήταν πεντακάθαρο–, αλλά ο Τζούκιτς άκουγε μοναχά τις ουρανομήκεις ζητωκραυγές που δονούσαν το γήπεδο. Πέναλτι. Ήταν γεγονός. Ο διαιτητής το είχε σφυρίξει. Μερικοί παίκτες της Ντεπορτίβο έπιαναν το κεφάλι τους, μην μπορώντας να πιστέψουν το τι είχε συμβεί. Άλλοι, όπως ο Λιάνιο, ο τερματοφύλακας, έκαναν το σταυρό τους. Αν και φαινόταν αδύνατο, τελικά είχε γίνει το θαύμα.
            Ή μάλλον καλύτερα: ήταν κοντά στο να γίνει. Ο διαιτητής είχε σφυρίξει το πέναλτι, αλλά κάποιος έπρεπε να το βάλει. Και άντε να βρεις τέτοια ώρα τον μάγκα που θα το εκτελούσε. Εκείνη ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Τζούκιτς σαν κάτι να διαισθάνθηκε, η στιγμή που αντιλήφθηκε ότι ο Ντονάτο δεν βρισκόταν πλέον στον αγωνιστικό χώρο. Τον είχε αντικαταστήσει ο Αρσένιο, δεκαπέντε λεπτά πριν, με τον Αλφρέδο, παίζοντας έτσι το τελευταίο του χαρτί στην επίθεση. Όταν έκανε ο προπονητής την αλλαγή, ο Τζούκιτς ούτε που το πήρε χαμπάρι· ήταν προσηλωμένος, όπως και οι συμπαίκτες του, στη δύσκολη αποστολή να αλλάξουν τη ροή του αγώνα –ενός αγώνα που τους ξεγλιστρούσε μέσα από τα χέρια– αλλά τώρα αντιλαμβανόταν τι σήμαινε αυτό: πως ήταν αυτός, αυτός και κανένας άλλος, ο παίκτης που η μοίρα είχε ορίσει για να εκτελέσει το πέναλτι. Μάλιστα οι συμπαίκτες του τον αναζητούσαν ήδη με το βλέμμα, ενώ από τον πάγκο όλοι τους: ο Αρσένιο, ο γιατρός, ο φυσιοθεραπευτής, ακόμη και οι αναπληρωματικοί –ανάμεσά τους διέκρινε τον Ντονάτο– του έκαναν υστερικές χειρονομίες, προτρέποντάς τον να κατευθυνθεί προς την αντίπαλη περιοχή. Ο Τζούκιτς, ξαφνικά, ένοιωσε ότι όλο το γήπεδο στηριζόταν πάνω του.
            Παρ’ όλα αυτά, αντέδρασε αντρίκεια. Αν και σίγουρα δεν είχε ζήσει άλλο γεγονός τόσο σημαντικό, η αλήθεια είναι πως στην αθλητική του σταδιοδρομία είχε ήδη βιώσει στιγμές πολύ δύσκολες. Όπως όταν έκανε το ντεμπούτο του στην Πρώτη Εθνική (εκεί στην πατρίδα του, με τη Ραντ Βελιγραδίου) ή όπως όταν, με την Ντεπορτίβο, κατόρθωσαν να πετύχουν την άνοδο στην Πριμέρα Ντιβισιόν, την πρώτη χρονιά μάλιστα που έπαιξε στη χώρα, σ’ έναν αγωνιώδη τελευταίο αγώνα που είχε μέχρι και πυρκαγιά στις κερκίδες. Όλα αυτά δίχως να συνυπολογίσουμε τις δυσκολίες που είχε συναντήσει στην άλλη του ζωή, την κανονική: τη μέρα που αποφάσισε να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο, εγκαταλείποντας τη δουλειά που έκανε τότε, σε αντίθεση με την επιθυμία του πατέρα του ο οποίος στην ουσία τον έδιωξε από το σπίτι, το γάμο του με την Τσέκα –την οποία είχε γνωρίσει εκείνη την εποχή–, τη γέννηση των δύο του γιων (των πλασμάτων που αγαπούσε περισσότερο στη ζωή του) ή το θάνατο του αδελφού του Μίροσλαβ σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
            Καθώς διέσχιζε τον αγωνιστικό χώρο υπό τις κραυγές του πλήθους και τα λόγια εμψύχωσης των συμπαιχτών του, οι οποίοι του έδιναν διαφορετικές, και σε κάποιες περιπτώσεις αντικρουόμενες, συμβουλές (Ψηλά! Χαμηλά! Δυνατά! Πλασαριστά! Πάμε, Γιούκα!), ο Γιούκα, όπως τον φώναζαν όλοι στη Λα Κορούνια, ίσως γιατί ήταν πιο εύκολο, έφερε στη μνήμη του το μακρύ δρόμο που είχε διατρέξει μέχρι εκείνη τη στιγμή, από τότε που έπαιζε στα λιβάδια του Στίταρ με τα άλλα αγόρια του χωριού (όλοι τους πιο ψηλοί από εκείνον) μέχρι που πήρε μεταγραφή στην Ντεπορτίβο, επιδιώκοντας να κερδίσει χρήματα και να ξεφύγει από τον πόλεμο που σάρωνε την πατρίδα του. Κάπου στη μέση, μέσα στην άχλη του χρόνου και της απόστασης, βρίσκονταν οι μπάλες που του τρυπούσε ο πατέρας του για να τον υποχρεώνει να μελετάει αντί να κάθεται όλη μέρα να παίζει ποδόσφαιρο (μπάλες που εκείνος αντικαθιστούσε αμέσως με τα χρήματα που αποταμίευε)· το ποδήλατο που, παρ’ όλα αυτά, του είχε κατασκευάσει ο πατέρας του, έμπορος παλιοσίδερων στο επάγγελμα, χρησιμοποιώντας κομμάτια από παλιά ποδήλατα, ώστε να μπορεί να πηγαίνει να προπονείται κάθε μέρα στο Σάμπατς, την πρωτεύουσα της περιοχής, όταν πήρε μεταγραφή στο πρώτο σωματείο της πόλης –τη Μάτσβα, ομάδα δεύτερης εθνικής–· η πρώτη του απογοήτευση όταν απέτυχε στη Μάτσβα και εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο· η μετέπειτα δουλειά του, ως χειριστής εκσκαφέα, στο σιδηροδρομικό σταθμό, δουλειά που ενάλλασσε τα απογεύματα με τις προπονήσεις στη Ζελέσνιτσαρ, την άλλη ομάδα του Σάμπατς, ομάδα στην οποία τον πήγε ο Μιλίνκοβιτς, ένας ποδοσφαιριστής από το χωριό του που είχε παίξει στην πρώτη κατηγορία, και ο οποίος είχε ζητήσει ως αντάλλαγμα μια δουλειά σαν του Γιούκα· ο θρίαμβός του στη Ζελέσνιτσαρ και η επιστροφή του στη Μάτσβα –αυτή τη φορά ως επαγγελματίας– ή, στο τέλος, το πρώτο σοβαρό ποσό που κέρδισε παίζοντας ποδόσφαιρο όταν, δύο χρόνια αργότερα, τον αγόρασε η Ραντ Βελιγραδίου: δυόμισι εκατομμύρια πεσέτες με τα οποία αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο και επίπλωσε το σπίτι που ο αδελφός του, ο Μίλοσαβ, του είχε φτιάξει στο Στίταρ. Ο Τζούκιτς θυμόταν ακόμα ορισμένες φορές –τώρα πια με χαμόγελο– το ταξίδι επιστροφής με το τρένο από το Σάμπατς και τη συζήτησή τους με την Τσέκα, με την οποία μόλις είχαν παντρευτεί, για το αν θα είχαν χρόνο σε όλη τους τη ζωή να ξοδέψουν όλα τα χρήματα που μόλις τους είχαν πληρώσει.
            Η αλήθεια είναι πως η καριέρα του δεν ήταν από τις εύκολες. Αντίθετα με άλλους, από τότε που μπήκε στο ποδόσφαιρο, όλα τα είχε καταφέρει με πολύ αγώνα· κανείς δεν του είχε χαρίσει τίποτα. Αν και, παρ’ όλα αυτά –σκεφτόταν τώρα ο Τζούκιτς καθώς πλησίαζε την αντίπαλη περιοχή– είχε πάντα την τύχη μαζί του στις σημαντικές στιγμές. Ήταν λες και του φώτιζε το δρόμο ένα αστέρι. Γιατί αν δεν ήταν έτσι, πώς εξηγιόταν το γεγονός ότι είχε πάρει πάντα τις σωστές αποφάσεις                 στις σημαντικές στιγμές, εκείνες που καθορίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου ή το ότι, στις δυσκολίες, όταν όλα πήγαιναν άσχημα, κάτι ή κάποιος τον έσπρωχνε να συνεχίσει το δρόμο του; Του συνέβη όταν ο Μιλίνκοβιτς τον πήγε να παίξει στη Ζελέσνιτσαρ (όταν ο ίδιος είχε πλέον αποφασίσει να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο) ή όταν ο Χουάν Μπαγέστα, ο βοηθός του Αρσένιο στην Ντεπορτίβο, πήγε να τον βρει σπίτι του. Σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, βοήθησε και η τύχη. Ο Μπαγέστα, όπως έμαθε αργότερα, είχε ταξιδέψει μέχρι το Βελιγράδι για να κατασκοπεύσει τον Ερυθρό Αστέρα και την Παρτίζαν (η Ντεπορτίβο αναζητούσε λίμπερο), αλλά, καθότι βαριόταν να περιφέρεται στην πόλη, πήγε να παρακολουθήσει έναν αγώνα της Ραντ, που έπαιζε συνήθως το βράδυ του Σαββάτου ώστε να μην συμπίπτουν τα παιχνίδια της με εκείνα των άλλων δύο ομάδων. Εκείνη τη μέρα ο Τζούκιτς έκανε ένα από τα καλύτερά του παιχνίδια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: είχε την καλή τύχη να κάνει το ντεμπούτο του ως λίμπερο (μέχρι τότε αγωνιζόταν πάντα ως αμυντικός μέσος) αντικαθιστώντας το βασικό λίμπερο, που ήταν ντεφορμέ. Ο Μπαγέστα εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που όχι μόνο ξέχασε τον Ερυθρό Αστέρα και την Παρτίζαν, οι οποίες ήταν οι δύο ομάδες που είχε πάει να δει, αλλά έμεινε άλλες δύο εβδομάδες στο Βελιγράδι για να παρακολουθήσει τον Τζούκιτς, ο οποίος, από την πλευρά του, δεν γνώριζε καν ότι κάποιος τον κατασκόπευε. Το έμαθε μερικές μέρες αργότερα, όταν εμφανίστηκε σπίτι του ο Μπαγέστα για να διαπραγματευτεί τη μεταγραφή του στην Ντεπορτίβο δε Λα Κορούνια, μια πόλη και μια ομάδα που ο Τζούκιτς άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του· δεν ήξερε καν κατά πού πέφτει η Ισπανία στο χάρτη. Είναι γεγονός ότι στην αρχή απέρριψε την πρόταση (είχε δεχτεί ήδη άλλες από πιο σημαντικές ομάδες όπως η γαλλική Παρί Σεν Ζερμέν ή η βελγική Σταντάρ Λιέγης) και μάλιστα κρυβόταν όταν έβλεπε το αυτοκίνητο του ισπανού κατασκόπου παρκαρισμένο μπροστά στο σπίτι του, για να αποφύγει να μιλήσει μαζί του. Στο τέλος όμως, δέχτηκε: ήθελε να κερδίσει χρήματα και οι προσφορές των άλλων ομάδων δεν ήταν και πολύ συγκεκριμένες. Αν τότε, λοιπόν, –σκεφτόταν τώρα ο Τζούκιτς– του έδειξαν το σωστό δρόμο η μοίρα και το τυχερό του αστέρι (από τότε που ήρθε στην Ντεπορτίβο είχε μόνο επιτυχίες), γιατί να μην το έκαναν τώρα που βρισκόταν αντιμέτωπος πιθανόν με την πιο σημαντική στιγμή της αθλητικής του σταδιοδρομίας;
            Όταν του έδωσε την μπάλα ο διαιτητής (μάλιστα για μια στιγμή τον κοίταξε σαν να τον λυπόταν), ο Τζούκιτς ήταν ήδη αποφασισμένος να εκτελέσει εκείνο το πέναλτι. Άλλωστε, δεν είχε άλλη επιλογή. Μπορούσε, βεβαίως, ακόμα και τώρα, να κάνει πίσω (κάποιος άλλος στη θέση του ίσως να το είχε σκεφτεί) και να φορτώσει την ευθύνη σε κάποιο συμπαίκτη του, στον Μπεμπέτο, για παράδειγμα, που στο κάτω-κάτω ήταν η φίρμα της ομάδας και ο παίκτης που κέρδιζε τα περισσότερα χρήματα, αλλά ο Τζούκιτς δεν ήταν από εκείνους που δειλιάζουν. Από την εποχή που έπαιζε στη Σάμπατς, στα δεκαπέντε του, ήταν από εκείνους που δεν κρύβονται στα δύσκολα. Και, επιπλέον, οι συμπαίκτες του δεν θα του το συγχωρούσαν ποτέ. Όπως επίσης, σκέφτηκε, δεν θα τον συγχωρούσαν έτσι και το έχανε.
            Έπιασε την μπάλα και την πίεσε με τα χέρια του. Το έκανε πάντα σε τέτοιες περιστάσεις, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν της έλειπε αέρας. Βέβαια, αν σε κάποιον έλειπε αέρας αυτός δεν ήταν άλλος από τον ίδιο. Αισθανόταν να  πνίγεται. Δίπλα του, κάποιος συμπαίκτης του τού έδινε μια τελευταία συμβουλή («Χαμηλά, δίπλα στο δοκάρι! Πάμε, Γιούκα!…») και ο διαιτητής τού έλεγε αυτά που πάντοτε λένε οι διαιτητές σε αυτές τις περιπτώσεις: να μην έκανε καμία περίεργη ενέργεια, να μην έπαιρνε φόρα και σταματούσε στα μισά, να περίμενε το σφύριγμά του…, αλλά αυτός δεν άκουγε κανέναν. Δεν άκουγε πλέον ούτε τις κραυγές των θεατών που, καθώς πλησίαζε η αποφασιστική στιγμή, είχαν αρχίσει βαθμιαία να καταλαγιάζουν. Ο Τζούκιτς άκουγε πια μόνο τους χτύπους της καρδιάς του και το λαχανιασμένο βουητό της πνιγμένης ανάσας του. Ήταν η πρώτη ένδειξη που είχε ότι ήταν πιο ταραγμένος απ’ ό,τι συνήθως.
            Προσπάθησε να ηρεμήσει. Ανέπνευσε βαθιά αναζητώντας αέρα και τον ένιωσε να φρακάρει στο διάφραγμά του. Δεν μπορούσε να φτάσει στα πνευμόνια του· ήταν σαν να είχε μπλοκάρει. Ο Τζούκιτς το ξαναπροσπάθησε. Τοποθέτησε την μπάλα στο χόρτο, στο σημείο του πέναλτι, και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Απέναντί του, στη μέση της απόστασης που χώριζε τη βούλα του πέναλτι από το τέρμα, ο διαιτητής απηύθυνε τώρα τις απαιτούμενες προειδοποιήσεις στον τερματοφύλακα της Βαλένθια (ο Τζούκιτς τον πρόσεξε, για πρώτη φορά σε όλο το παιχνίδι· μέχρι τότε το μόνο που είχε παρατηρήσει ήταν ότι φορούσε μπλε φανέλα) και υπέθεσε, για να παρηγορηθεί, ότι ούτε σε εκείνον θα έφτανε ο αέρας στα πνευμόνια του, ότι θα ήταν τόσο νευρικός όσο και εκείνος. Η υπόθεση που έκανε δεν ήταν αρκετή για να τον ηρεμήσει, αλλά τουλάχιστον τον έκανε να σκεφτεί το πέναλτι. Μέχρι τότε, είχε ζυγίσει, μία προς μία όλες τις περιστάσεις εκείνης της στιγμής, αλλά δεν είχε σκεφτεί το πώς θα το εκτελούσε.
Μερικές φορές, στις προπονήσεις, θυμήθηκε τότε ο Τζούκιτς, τόσο ο ίδιος όσο και οι συμπαίκτες του είχαν φανταστεί αυτή την πιθανότητα ως ένα αστείο, ως μια ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά, την οποία διασκέδαζαν να πλάθουν στη φαντασία τους: τελευταίο λεπτό ενός αγώνα, ισοπαλία με ή χωρίς γκολ και ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι. Ποιος το εκτελεί; Και πώς; Ο Τζούκιτς και οι συμπαίκτες του (στην Ντεπορτίβο δε Λα Κορούνια και στις άλλες ομάδες στις οποίες είχε αγωνιστεί προηγουμένως) το είχαν φανταστεί πολλές φορές, πάντοτε ως μία πιθανότητα· τώρα όμως εκείνη η εικασία δεν ήταν πλέον μια πιθανότητα, ούτε ένα αστείο. Τώρα η φαντασίωση των προπονήσεων ήταν γεγονός και μάλιστα οι συνθήκες ήταν οι χειρότερες δυνατές: στο τελευταίο λεπτό του τελευταίου αγώνα τής σεζόν και με την τύχη του πρωταθλήματος να εξαρτάται από εκείνο το πέναλτι.
            Ο Τζούκιτς, σε ανάλογες περιπτώσεις –θυμήθηκε τότε επίσης– ήταν ο πρώτος που εκτελούσε τα πέναλτι. Του άρεσε να τα εκτελεί γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος που είχε για να θυμηθεί τον καιρό που έπαιζε στη Μάτσβα ή και πριν ακόμα: τα παιχνίδια που είχε παίξει με την ομάδα του χωριού του, όταν, λόγω του κοντού του αναστήματος, αγωνιζόταν ως επιθετικός. Είναι γεγονός πως μέχρι τα δεκαπέντε του ήταν τόσο μικροκαμωμένος που ο κόσμος πήγαινε να τον δει επειδή θαύμαζε τον πιτσιρικά που τρέλαινε τους αντιπάλους, αν και κάποιοι είχαν το διπλάσιο μπόι απ’ εκείνον. Στα δεκαπέντε του, όμως, όταν ήδη έπαιζε στη Μάτσβα, ο Τζούκιτς άρχισε να ψηλώνει (μόνο μέσα σε ένα χρόνο πήρε 20 πόντους) και οι προπονητές άρχισαν να τον τοποθετούν όλο και πιο πίσω, πρώτα στο κέντρο του γηπέδου και μετά πλέον στην άμυνα, για να εκμεταλλευτούν το ύψος του και τη δύναμή του απέναντι στους αντίπαλους επιθετικούς. Όμως εκείνος προτιμούσε πάντα να παίζει στην επίθεση. Του άρεσε να παίρνει την μπάλα, από τον τερματοφύλακα ή από κάποιον άλλο συμπαίκτη, που του την έδιναν για να κάνει παιχνίδι, και να διασχίζει όλο τον αγωνιστικό χώρο μέχρι το αντίπαλο τέρμα, αποφεύγοντας όλους όσους συναντούσε στο δρόμο του. Αυτό βέβαια, τις περισσότερες φορές, προκαλούσε την οργή των προπονητών του, οι οποίοι έβλεπαν με τρόμο τον κίνδυνο που διέτρεχε να χάσει την μπάλα και τα κενά που άφηνε πίσω του (ο Αρσένιο, μάλιστα, του είχε απαγορεύσει να περνάει το κέντρο του γηπέδου). Η φυσική του προδιάθεση όμως, τον έκανε να επαναλαμβάνει τις επελάσεις του, κάθε φορά που του παρουσιαζόταν μια νέα ευκαιρία. Γι’ αυτό του άρεσε να προωθείται όταν η ομάδα του κέρδιζε κόρνερ (σε αυτές τις περιπτώσεις είχε την έγκριση του προπονητή) και, για τον ίδιο λόγο, στις προπονήσεις, ήταν ο πρώτος στην εκτέλεση των πέναλτι. Τα εκτελούσε πάντα με γλυκό τρόπο, στην αριστερή ή τη δεξιά γωνία, ξεγελώντας τον τερματοφύλακα με το βλέμμα του.
            Αλλά τώρα ήταν διαφορετικό. Τώρα παιζόταν το μέλλον του πρωταθλήματος και της ομάδας του (για να μην μιλήσουμε για το δικό του) και δεν ήταν η στιγμή για να κάνει κορδελάκια. Ήταν καλύτερα να σουτάρει για να σκίσει τα δίχτυα, να ξεχάσει την τεχνική και τα λόγια της μητέρας του και να κλωτσήσει την μπάλα με όλη του τη δύναμη, για να σιγουρευτεί τουλάχιστον ότι κανείς δεν θα του έλεγε τίποτα. Γιατί έτσι και η μπάλα έμπαινε, κανείς δεν θα πρόσεχε αν ήταν καλά ή άσχημα εκτελεσμένο (το σημαντικό ήταν ότι είχε μπει) και αν δεν έμπαινε, δεν θα είχε πλέον καμία σημασία: η απογοήτευση θα ήταν τόσο μεγάλη που θα την θυμόταν όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αλλά, τουλάχιστον, δεν θα μπορούσε κανείς να του προσάψει ότι το φταίξιμο ήταν δικό του επειδή θέλησε να κάνει επίδειξη σε εκείνη τη φάση.
            Δεν είχε χρόνο για άλλες σκέψεις. Ξαφνικά, ο Τζούκιτς άκουσε το σφύριγμα του διαιτητή και αγχωμένος κατάλαβε ότι είχε φτάσει η αποφασιστική στιγμή. Απέναντί του, η μπλε κηλίδα του τερματοφύλακα κάλυπτε όλο το τέρμα (που μέχρι τότε του φαινόταν τεράστιο: πάντα συνέβαινε το ίδιο), ενώ δίπλα του δεν έβλεπε πλέον κανέναν. Μόνο άλλη μια κηλίδα –τη μαύρη κηλίδα του διαιτητή–, που στεκόταν στα δεξιά του, δίπλα στη γραμμή της περιοχής. Οι υπόλοιποι: οι παίκτες των δύο ομάδων, το κοινό, ακόμα και οι αστυνομικοί και οι φωτογράφοι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή συνωστίζονταν κατά εκατοντάδες πίσω από την εστία, είχαν εξαφανισθεί. Στο Ριαθόρ –και σε όλο τον κόσμο– είχαν απομείνει μόνο εκείνος, ο τερματοφύλακας και ο διαιτητής.
            Ο Τζούκιτς πήρε φόρα δίχως ακόμα να ξέρει πώς θα χτυπήσει το πέναλτι. Δεν μπορούσε να σκεφτεί πλέον· ήταν αργά για τα πάντα. Κλώτσησε την μπάλα δίχως να την κοιτάξει, σαν να κλωτσούσε τον αέρα (τον αέρα που του έλειπε) και για μερικά δευτερόλεπτα, που του φάνηκαν αιώνια, μακρόσυρτα, ατέρμονα, την έβλεπε να απομακρύνεται με κατεύθυνση προς το αντίπαλο τέρμα όπου η μπλε κηλίδα τού τερματοφύλακα είχε αρχίσει αργά να κινείται. Δεν είδε καν προς τα πού πήγε· δεν είδε πώς την μπλόκαρε. Το μόνο που είδε ήταν, ξαφνικά, όλο το γήπεδο να βρυχάται, αφού προηγουμένως έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα βουβό, και τον τερματοφύλακα της Βαλένθια, που είχε σηκωθεί ξανά, να τρέχει και να κάνει πηδηματάκια από τη χαρά του τη στιγμή που οι συμπαίκτες του έτρεχαν να τον αγκαλιάσουν. Είχε πιάσει το πέναλτι.
            Οι συμπαίκτες του Τζούκιτς άργησαν κάπως περισσότερο να κάνουν το ίδιο με εκείνον, αλλά αυτός ούτε που το κατάλαβε. Γονατισμένος στο χορτάρι, σαν ένας πεσμένος πυγμάχος, σκεφτόταν μόνο πώς να δραπετεύσει από εκεί, ενώ ταυτόχρονα έλεγε στον εαυτό του, όπως όταν είχε σκοτωθεί ο αδελφός του, αυτό που συνήθιζε να λέει ο πατέρας του για τη ζωή όταν εκείνη του φερόταν σκληρά: πολύ κακό για το τίποτα.


Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


Llamazares, Julio: ισπανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο χωριό Βεγκαμιάν στην επαρχία της Λεόν το 1955. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Το φεγγάρι των λύκων (μτφ. Μαρία Χατζηγιάννη), Η κίτρινη βροχή (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), η συλλογή διηγημάτων Στη μέση του πουθενά (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Νάντια Γιαννούλια, Δώρα Δημητρίου, Θεώνη Κάμπρα) και το δοκίμιο Η τέχνη του ψεύδεσθαι (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος).