Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Βιβλιοκριτική/Συνομιλία της Μαρίας Κολεύρη για/με το Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

 

Μια παράδοξη συνομιλία σε μια παράδοξη γωνία

ΧΑΡΤΗΣ 92 {ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026}

της Μαρίας Κολεύρη

 

Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, «Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία», εκδ. Σαιξπηρικόν 2026


Στην πο­ρεία του ανα­γνω­στι­κού μου βί­ου συ­νη­θί­ζω, προς ιδί­αν τέρ­ψη, σκέ­ψη και συμ­μόρ­φω­ση, να ανοί­γω κου­βε­ντού­λα με τους χα­ρα­κτή­ρες των βι­βλί­ων, να εντο­πί­ζω βιω­μα­τι­κά στοι­χεία στα γε­γο­νό­τα της αφή­γη­σης και ενί­ο­τε, να ανταλ­λάσ­σω από­ψεις με τον συγ­γρα­φέα και τις ιδέ­ες του. Εντού­τοις, στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου με τί­τλο Στουρ­νά­ρη και Ηπεί­ρου γω­νία, το οποίο εκ­δό­θη­κε την πε­ρα­σμέ­νη άνοι­ξη και το οποίο πε­ρι­λαμ­βά­νει εί­κο­σι εφτά μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα και ένα μο­νό­πρα­κτο, ο άτυ­πος αυ­τός διά­λο­γος με το συγ­γρα­φι­κό σύ­μπαν, μάλ­λον, υπερ­βαί­νει τα εσκαμ­μέ­να˙ και θα προ­σπα­θή­σω να εξη­γή­σω τι εν­νοώ.

Πριν από λί­γο και­ρό έχα­σα την ενε­νη­ντά­χρο­νη μη­τέ­ρα μου. Έκτο­τε, στο δρό­μο συ­να­ντώ διά­φο­ρους "φί­λους" της που με ρω­τούν «Τι κά­νει η κυ­ρία Κων­στα­ντί­να; Έχω μέ­ρες να την δω» (εν τω με­τα­ξύ, η μα­μά μου ήταν του­λά­χι­στον τρία χρό­νια κα­θη­λω­μέ­νη στο κρε­βά­τι ή στον κα­να­πέ στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση). «Να, ξέ­ρε­τε, πέ­θα­νε» ψελ­λί­ζω, συ­νή­θως, δι­στα­κτι­κά για­τί οι "φί­λοι" εί­ναι ηλι­κιω­μέ­νοι άν­θρω­ποι και πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Ακο­λου­θούν τα συ­νή­θη τυ­πι­κά «αχ, τι κρί­μα», «τα θερ­μά μας συλ­λυ­πη­τή­ρια», «ζωή σε λό­γου σας», «να ζή­σεις κο­ρί­τσι μου να τη θυ­μά­σαι» κλπ. Η συ­ζή­τη­ση κλεί­νει, σχε­δόν πά­ντο­τε, με την ερώ­τη­ση «Και από τί πέ­θα­νε;». Εί­ναι εκεί­νη η στιγ­μή που θέ­λω να απα­ντή­σω (αλ­λά η κα­λή ανα­τρο­φή μου -στα τσα­κί­δια να πά­ει- δεν μου το επι­τρέ­πει) «Από ατύ­χη­μα, έκα­νε μα­λα­κί­ες με το μη­χα­νά­κι!!!», θε­ω­ρώ­ντας ότι μια τό­σο πα­ρά­δο­ξη ει­κό­να θα τους έκα­νε να αντι­λη­φθούν (ή έστω να υπο­πτευ­θούν) την, εν προ­κει­μέ­νω, αφέ­λεια της ερώ­τη­σης. «Που την εί­δες την πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στην ει­κό­να, κυ­ρία μου;» δια­μαρ­τύ­ρε­ται ο Πα­λαιο­λό­γος, που αρ­χί­ζει να σκά­ει μύ­τη από την πα­ρά­δο­ξη γω­νία του. «Δες, λό­γου χά­ριν, την κυ­ρία Με­ρό­πη που οδη­γεί μη­χα­νά­κι στα ογδό­ντα της, χω­ρίς κρά­νος, φυ­σι­κά, για­τί δεν γου­στά­ρει να την σφίγ­γει τί­πο­τα, που ακού­ει στη δια­πα­σών Μάι­λι Σάι­ρους από το τραν­ζι­στο­ρά­κι που έχει στε­ρε­ω­μέ­νο με μο­νω­τι­κή ται­νία στον αρι­στε­ρό κα­θρέ­φτη και που συ­νη­θί­ζει να κα­βα­λά­ει το πε­ζο­δρό­μιο της κε­ντρι­κής πλα­τεί­ας, προ­κει­μέ­νου να δια­βά­σει από κο­ντά και να απο­λαύ­σει απρο­κά­λυ­πτα, τα κη­δειό­χαρ­τα».

«Απλή σύμ­πτω­ση σκέ­ψε­ων», λέω, και συ­νε­χί­ζο­ντας την ανά­γνω­ση του βι­βλί­ου και το σκά­λι­σμα των ανα­μνή­σε­ων, θυ­μή­θη­κα πως όταν ήμουν μι­κρή πη­γαί­να­με, συ­χνά, με τη μη­τέ­ρα μου στο Μι­νιόν, συ­νή­θως Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι, για να πά­ρου­με φα­γη­τό. Αρ­νί στη σού­βλα για εκεί­νη, από το οβε­λι­στή­ριο που ήταν ακρι­βώς από κά­τω, και για μέ­να (που σι­χαι­νό­μουν το κρέ­ας γε­νι­κώς και το αρ­νί ει­δι­κώς) πα­στί­τσιο από το εστια­τό­ριο στον τε­λευ­ταίο όρο­φο του Μι­νιόν (και το πα­στί­τσιο το σι­χαι­νό­μουν από τό­τε, αλ­λά αυ­τό κα­τά­φε­ρα να το πω φω­να­χτά πο­λύ αρ­γό­τε­ρα). Ένα από αυ­τά τα Σάβ­βα­τα, λοι­πόν, κα­θώς ανε­βαί­να­με με τις κυ­λιό­με­νες, έπε­σε το μά­τι μου σε ένα ζευ­γά­ρι λευ­κά μπο­τά­κια από λου­στρί­νι, με φερ­μουάρ στο πλάι και χο­ντρή λα­στι­χέ­νια σό­λα. Ακό­μα τα θυ­μά­μαι εκεί­να τα μπο­τά­κια (τι σου εί­ναι το απω­θη­μέ­νο, όμως!). Η μη­τέ­ρα μου αρ­νή­θη­κε να μου τα πά­ρει κι εγώ έκλαι­γα σε όλη την δια­δρο­μή της επι­στρο­φής με το τρέ­νο. Έκλαι­γα και αφού φτά­σα­με στο σπί­τι. Έκλαι­γα μέ­χρι να πέ­σω για ύπνο. Έκλαι­γα και την επό­με­νη ημέ­ρα (και στα­μα­τώ εδώ διό­τι με τα συ­νε­χή "έκλαι­γα" δια­τρέ­χω τον κίν­δυ­νο να απο­κα­λυ­φθούν οι αφη­γη­μα­τι­κές μου αδυ­να­μί­ες). Τε­λι­κά, μου υπο­σχέ­θη­κε ότι την επό­με­νη φο­ρά που θα πη­γαί­να­με να πά­ρου­με φα­γη­τό, θα αγο­ρά­ζα­με και τα μπο­τά­κια. Θα ήταν το δώ­ρο μου για τα Χρι­στού­γεν­να που πλη­σί­α­ζαν. Για κά­ποιον ανε­ξή­γη­το λό­γο, δεν την πί­στε­ψα και δι­καιώ­θη­κα λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα όταν μου εί­πε ότι το Μι­νιόν κά­η­κε. «Πο­τέ δεν εί­ναι αρ­γά» μουρ­μου­ρά­ει, κά­που απ’ το βά­θος, ο Πα­λαιο­λό­γος. «Που ξέ­ρεις; Ίσως, λί­γο πριν με­λαγ­χο­λή­σεις για τα εξή­ντα που έρ­χο­νται, να επι­στρέ­ψεις ξάφ­νου στην παι­δι­κή σου ηλι­κία και κά­ποιοι να σου αγο­ρά­ζουν, επι­τέ­λους, εκεί­να τα λου­στρί­νια από το Μι­νιόν». «Δε μπο­ρεί», σκέ­φτο­μαι, «κι αυ­τό σύμ­πτω­ση θα ’ναι, πα­ρό­τι σύμ­πτω­ση που επα­να­λαμ­βά­νε­ται παύ­ει να εί­ναι σύμ­πτω­ση»˙ θε­ω­ρία που επα­λη­θεύ­ε­ται με­ρι­κές σε­λί­δες πα­ρα­κά­τω.

Όταν ήμουν στο λύ­κειο, λοι­πόν, περ­νού­σα την πρώ­τη (αλ­λά όχι την χει­ρό­τε­ρη) κα­τα­θλι­πτι­κή μου πε­ρί­ο­δο. Προ­κει­μέ­νου να απο­φύ­γω την πλή­ρη κα­τάρ­ρευ­ση, και κυ­ρί­ως για να μην πά­ρει τί­πο­τα χα­μπά­ρι η κυ­ρά Κων­στα­ντί­να, έκα­να (σε εβδο­μα­διαία βά­ση, μά­λι­στα) κο­πά­να από το σχο­λείο μου στην Αχαρ­νών (aka ακαρ­νόν) στα Κά­τω Πα­τή­σια και πή­γαι­να με τα πό­δια στην Πα­τη­σί­ων για να χα­ζέ­ψω με τις ώρες τις βι­τρί­νες, να αγο­ρά­σω φτη­νές εκ­δό­σεις βι­βλί­ων από τους πλα­νό­διους με τα κα­ρο­τσά­κια και, ενί­ο­τε, εάν η κο­πά­να γι­νό­ταν στην απο­γευ­μα­τι­νή βάρ­δια, για να πιώ έναν κα­φέ στη Φω­κί­ω­νος Νέ­γρη. Εκεί­νη την επο­χή, επί­σης, ο σύ­ντρο­φος ενός συμ­μα­θη­τή μου, ο οποί­ος ήταν ήδη φοι­τη­τής στην Κα­λών Τε­χνών και μα­νιώ­δης ανα­γνώ­στης (άρα­γε λέ­γε­ται αυ­τό, ή εί­ναι μό­νο "μα­νιώ­δης κα­πνι­στής";), μου δά­νει­σε Το Παυ­σί­πο­νο του Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου, η ανώ­νυ­μη ηρω­ί­δα, την πα­ρα­μο­νή της πρω­το­χρο­νιάς του 1980, φο­ρά τη μα­κριά διά­φα­νη νυ­χτι­κιά της και αυ­το­κτο­νεί πέ­φτο­ντας από τη βε­ρά­ντα του σπι­τιού της. Δε­δο­μέ­νων και των συν­θη­κών, η σκη­νή αυ­τή με εί­χε στοι­χειώ­σει. Την ζου­σα, την οπτι­κο­ποιού­σα σε εκεί­νες τις βόλ­τες. Σή­κω­να το κε­φά­λι μου και έβλε­πα μπρο­στά μου την ηρω­ί­δα να βου­τά στο κε­νό από το μπαλ­κό­νι κά­ποιας από τις πο­λυ­κα­τοι­κί­ες που συ­νω­θού­νταν στα στε­νά της πε­ριο­χής. Άκου­γα τους μου­σα­μά­δες που ανέ­μι­ζαν από τις προ­σό­ψεις των νε­ο­α­να­γει­ρό­με­νων ή ανα­και­νι­ζό­με­νων οι­κο­δο­μών, και νό­μι­ζα ότι ακούω το πα­ρά­πο­νο του νυ­χτι­κού της που εί­χε ξε­μεί­νει πια­σμέ­νο στα κά­γκε­λα για να θυ­μί­ζει και κυ­ρί­ως να θυ­μά­ται την ιδιο­κτή­τριά του. Κά­θε χτύ­πος του μου­σα­μά στον αέ­ρα, και ένα "αντίο", ένα τε­λευ­ταίο "σ αγα­πώ" (με ή χω­ρίς από­στρο­φο) του νυ­χτι­κού προς την γυ­ναί­κα που, μέ­χρι πρό­τι­νος, κοι­μό­ταν στην αγκα­λιά του. «Τι εν­νο­είς "νό­μι­ζα";» πα­ρεμ­βαί­νει, απρο­κά­λυ­πτα αυ­τή τη φο­ρά, ο Πα­λαιο­λό­γος. «Ρί­ξε μια προ­σε­κτι­κή μα­τιά στα μπαλ­κό­νια του αθη­ναϊ­κού το­πί­ου, και θα δεις ότι τα απλω­μέ­να ρού­χα (όντως) νο­σταλ­γούν τους αυ­τό­χει­ρες που τα κρέ­μα­σαν επι­με­λώς στο σκοι­νί, λί­γο πριν βου­τή­ξουν στο κε­νό».

Και κά­που εκεί, απο­φα­σί­ζω να κλεί­σω το βι­βλίο φο­βού­με­νη ότι η κα­τά­στα­ση θα γί­νει ακό­μα χει­ρό­τε­ρη. Και κά­που εκεί, συ­νει­δη­το­ποιώ ότι η Πα­τη­σιών με την Αχαρ­νών σχη­μα­τί­ζουν ένα πα­ρό­μοιο, εξί­σου ανοι­χτό πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δο, όπως εκεί­νο που σχη­μα­τί­ζουν η Στουρ­νά­ρη και η Ηπεί­ρου. Και κά­που εκεί, τα δύο πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δα τε­ντώ­νουν τις πλευ­ρές τους μέ­χρι η Στουρ­νά­ρη να συ­να­ντή­σει την Πα­τη­σί­ων και η Ηπεί­ρου να συ­να­ντή­σει την Αχαρ­νών. Και κά­πως έτσι, κά­ποια πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δα παύ­ουν να μοιά­ζουν (τό­σο) ξέ­φρα­γα και κά­ποιες γω­νί­ες της ζω­ής μας παύ­ουν να φα­ντά­ζουν (τό­σο) ανέ­φι­κτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου