Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Σνιφάροντας γραμμές λογοτεχνίας: η κοκαΐνη που μπαινοβγαίνει στα βιβλία

 

Σνιφάροντας γραμμές λογοτεχνίας: η κοκαΐνη που μπαινοβγαίνει στα βιβλία

 

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αυτό το ναρκωτικό έχει διατηρήσει μια σταθερή σχέση με τον πολιτισμό. Η σημερινή του παρουσία στη λογοτεχνία φανερώνει ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της εποχής: τoν εθισμό στο εγώ μας σε έναν κόσμο τοξικοεξαρτημένο.

Ναδάλ Σουάου - 25 Οκτωβρίου 2025 - El País

Είναι αξέχαστες οι τέσσερεις πρώτες σελίδες του Zero, zero, zero [Μηδέν, μηδέν, μηδέν] του χρονικού του Ρομπέρτο Σαβιάνο (Εκδόσεις Anagrama, 2014) για τον τρόπο με τον οποίο η κοκαΐνη κυβερνά την παγκόσμια οικονομία από την πλευρά του εγκλήματος και αποικίζει σχεδόν όλους τους τομείς της ανθρώπινης εμπειρίας. Σε αυτές ο Σαβιάνο αναφέρει μια μακροσκελέστατη λίστα, σχεδόν μια ψαλμωδία, ανθρώπων που μπορεί να καταναλώνουν κόκα και να βρίσκονται στο περιβάλλον μας: ένας καθηγητής, ο αγαπημένος σου συγγραφέας, ο γείτονας, η προϊσταμένη του τμήματος, ο ογκολόγος σου, κάποιος από την οικογένεια, πραγματικά ο οποιοσδήποτε, για να καταλήξει: «Αν πιστεύεις πως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορεί να σνιφάρει κοκαΐνη, είτε αδυνατείς να το δεις είτε λες ψέματα. Ή απλώς, αυτός που την καταναλώνει είσαι εσύ».

Είναι τέσσερεις αξέχαστες σελίδες γιατί λένε την αλήθεια.

Μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτή την αλήθεια εφαρμόζοντας διαφορετικές ματιές, οικονομική, θεραπευτική, πολιτική…, για να καταλάβουμε πώς επηρεάζει η κοκαΐνη τη λήψη αποφάσεων στις ασήμαντες προσωπικές μας ζωές ή στα προεδρικά γραφεία, ποιες ευφορίες και ποιες πληγές μεγεθύνει το ναρκωτικό, ποιες αυτοκρατορίες συντηρεί, πόσα κεφάλια κόβονται στο όνομά του κάθε χρόνο. Κι ύστερα υπάρχει και η ματιά του πολιτισμού, η κοκαΐνη που μπαινοβγαίνει στα βιβλία, πρωταγωνιστώντας σε αυτά, διακοσμώντας τα, όχι μόνο διεγείροντας αλλά και εξαντλώντας και παραμορφώνοντας τους εγκεφάλους των συγγραφέων που τα γράφουν και των αναγνωστών που τα διαβάζουν. Για αυτό μιλούν οι ακόλουθες γραμμές.

Μια κουλτούρα της κοκαΐνης

Εδώ και πολύ καιρό, πριν ακόμη από τον Μπρετ Ίστον Έλις και το μυθιστόρημά του American Psycho [Αμερικανική Ψύχωση] τη δεκαετία του ’90, η ιεροτελεστία που συνδέεται με το σνιφάρισμα κοκαΐνης αποτελεί μια εξαιρετική οπτική σύνθεση του αχαλίνωτου καπιταλισμού: μια ουσία με φαρμακολογική όψη, απλωμένη πάνω σε μια επιφάνεια σε μορφή γραμμών με τη βοήθεια μιας πιστωτικής κάρτας, την οποία εισπνέουμε μέσω ενός χαρτονομίσματος σε σχήμα κυλίνδρου. Ακροβατώντας ανάμεσα στο mainstream και την υψηλή λογοτεχνία (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), το μυθιστόρημα του Έλις, που κυκλοφόρησε το 1991, έχει παραμείνει στον χρόνο ως το πιο δημοφιλές πορτρέτο ενός σκληρού και υλιστικού τρόπου να υπάρχει κανείς στον κόσμο, εκείνου της άρχουσας τάξης του κερδοσκοπικού καπιταλισμού. Στις σελίδες του, η βία παίρνει πράγματι τη μορφή του σπλάτερ, παίρνει όμως και τη μορφή των ασήμαντων συζητήσεων, της αλόγιστης σπατάλης ειδών πολυτελείας (ρούχων, ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, αυτοκίνητων) και, εν τέλει, της απομόνωσης. Τον πρωταγωνιστή του, Πάτρικ Μπέιτμαν, όλοι οι φίλοι τον αποκαλούν «καλό παιδί». Μετά παίρνει ένα γραμμάριο, κοιτάζεται στον καθρέφτη και δολοφονεί σε πολυτελή διαμερίσματα. Στο American Psycho, η κοκαΐνη αποτελεί πόλο έλξης και αποστροφής ισομερώς κατανεμημένων (αν και πιθανώς το καλύτερο μυθιστόρημα εκείνης της γενιάς για το θέμα να είναι το Bright Lights, Big City [Φώτα ολόφωτα, πόλη μεγάλη], του Τζέι Μακίνερνι, που κυκλοφόρησε το 1984, και μακάρι ο τωρινός εκδοτικός του οίκος, Libros de Asteroide, να αποφάσιζε να ξαναπάρει τα δικαιώματα).

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η νιφάδα έχει μετατραπεί σε ένα θέμα για το οποίο μιλάμε πολύ πιο ανοιχτά και κανονικοποιημένα. Αν τα ανέκδοτα για την κοκαΐνη φαίνονται αστεία μόνο στους εθισμένους σε αυτή (χεχεχε, ο πρίγκιπας Χάρι έχωνε στη μύτη του τη γιαγιά του όταν έφτιαχνε ένα ρολό με ένα χαρτονόμισμα των πενήντα λιρών, χεχε), τελικά αποδεικνύεται ότι σε αυτή τη χώρα τα βρίσκει αστεία πάρα πολύς κόσμος, όταν κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα εις βάρος ενός πολιτικού που μοιάζει να είναι υπό την επήρεια ή όταν ένας καλλιτέχνης πασπαλίζει με αυτά το prime time της δημόσιας τηλεόρασης. Είναι αλήθεια ότι σχεδόν όλος ο κόσμος φοβάται μήπως ακουστεί υπερβολικά επιπόλαιος μιλώντας για το θέμα και, ω τι έκπληξη, σχεδόν όλος ο κόσμος έχει επίσης και τον αντίθετο φόβο, μήπως δηλαδή ακουστεί υπερβολικά ηθικολόγος και ξενέρωτος ή ίσως περίεργος… Το θέμα όμως είναι πως η κοκαΐνη έχει ενσωματωθεί στη δημόσια συζήτηση με χλιδή και μεγαλοπρέπεια, συχνά ως φετίχ για να γελάσουμε ή να έρθουμε πιο κοντά στα πάρτι, κι άλλες φορές ως μέρος μια ιστορίας λύτρωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβάσει κανείς το Una rayita? [Μια γραμμούλα;] του Νταβίδ Λόπεθ Κανάλες  (Εκδόσεις Anagrama, 2025), ένα σύντομο βιβλίο που εξηγεί καλά το πώς η κοκαΐνη από ναρκωτικό της ελίτ κατέληξε να εκδημοκρατιστεί, αντιπροσωπεύοντας μια μοναδική περίπτωση στην ιστορία εξέλιξης των τιμών παγκοσμίως: στην Ισπανία ένα γραμμάριο κοστίζει 60 ευρώ εδώ και τέσσερεις δεκαετίες. Ο Λόπεθ Κανάλες βάζει στο τραπέζι δύο σχετικές συζητήσεις: πρώτον, το αν η θεραπεία ενάντια στον εθισμό θα έπρεπε να περνάει από τη ριζική αποχή ή εναλλακτικά από τη μείωση των κινδύνων. Δεύτερον, αυτή της πιθανής νομιμοποίησης. Παρότι φαίνεται να κλίνει υπέρ της νομιμοποίησης, ο συγγραφέας δεν είναι απόλυτος στη θέση του και περιορίζεται στο να υπερασπιστεί το πόσο σημαντικό είναι να ανοίξει το ζήτημα, υπενθυμίζοντάς μας ότι η παρούσα κατάσταση συνεπάγεται τεράστιες δαπάνες, μια συνεχή ήττα απέναντι στη διακίνηση ναρκωτικών και μηδενικό έλεγχο όσον αφορά τις υγειονομικές προδιαγραφές (θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, με αρκετή δυσπιστία, για το αν κάποιος Ισπανός έχει άραγε ποτέ δοκιμάσει καθαρή κοκαΐνη στην Ισπανία). Ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν κρίνουμε από την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του ανθρώπινου είδους στο διάβα της ιστορίας, πιθανώς η κοκαΐνη θα συνεχίσει να βρίσκεται ανάμεσά μας για πολύ καιρό ακόμη και οι απαγορευτικές πολιτικές θα μπορέσουν να την περιορίσουν μεν, όχι όμως να την εξαλείψουν.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η κοκαΐνη έχει κρατήσει μια προνομιούχα σχέση με τον πολιτισμό. Για να αναφέρω απλώς μερικές από τις πιο γνωστές ή ακόμα και κοινότοπες περιπτώσεις, έκαναν χρήση της ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και ο Σέρλοκ Χόλμς, ο Σίγμουντ Φρόιντ την πήρε, τη συνταγογράφησε και τη μελέτησε σε αρκετά έργα του που πρωτομεταφράστηκαν στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Anagrama (πριν λίγο καιρό, ο εκδοτικός οίκος Letraherido απέκτησε τα δικαιώματα ενός εξ αυτών, του Uber Coca [Χειρόγραφο Κοκαΐνης]), κι ο Γερμανός ποιητής Γκότφριντ Μπεν, μια από τις πιο μακάβριες φωνές της περιόδου του μεσοπολέμου, απευθύνθηκε ευθέως στην ουσία για να την ευχαριστήσει «που τόσο γλυκά και με τόση λαχτάρα την κατάρρευση του Εγώ μού προσφέρεις». Κι ακόμα ένα παράδειγμα: οι εφιάλτες του πρώιμου Στίβεν Κίνγκ (που, όπως θυμόταν η Λάουρα Φερνάντεθ πριν λίγο καιρό στην Babelia, το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας El País, εκείνα τα χρόνια ήταν ένας συγγραφέας απλώς αλάνθαστος) θα ήταν διαφορετικοί αν δεν είχε τον υπερβολικό εθισμό του.

Τον 20ό αιώνα, η λογοτεχνία δίνει τη δυνατότητα στην πάχνη να διανύσει τον δρόμο που την έβγαλε από μια περιθωριακή θέση για να τη βάλει στον κυριλέ κόσμο, και που τελικά την έκανε να είναι παρούσα σε κάθε κοινωνική εκδήλωση, από γάμους και βαφτίσια μέχρι θείες κοινωνίες. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να προσεγγίσει το μυθιστόρημα Roman s kokainom [Mια ιστορία με κοκαΐνη] που εξέδωσε ο αλλοπρόσαλλος Μ. Ακγέεφ το 1934, για να ανακαλύψει τον μικροαστικό κόσμο παιγνίων και πορνείας μέσα στον οποίο κυκλοφόρησε για δεκαετίες. Ή το Londres [Λονδίνο], ένα από τα αδημοσίευτα κείμενα του Σελίν που ανακαλύφθηκαν το καλοκαίρι του 2021 και που η μετάφραση του αποτελεί μια από τις πιο εξέχουσες εκδόσεις στην Ισπανία το 2025 για οποιονδήποτε αναγνώστη προσέχει τα σημαντικά βιβλία. Πρόκειται για ένα έργο που προκαλεί γλυκιές και λαχταριστές ναυτίες από πριονίδι μέσα σε ένα προλεταριακό μπαρ, όπου νταβατζήδες και πόρνες παίρνουν κοκαΐνη σαν τρελαμένα ζωάκια για να αντέξουν τη ζωή και να καθυστερήσουν για μια μέρα ακόμη τις προδοσίες και τις φρικαλεότητες που αναπόφευκτα θα κάνουν ο ένας στον άλλον.

Έπειτα, κυρίως τη δεκαετία του ’80, ήρθαν οι γιάπηδες, η πολυτέλεια, αυτό το ηθικό περιβάλλον που απεικονίζει ο Μάρτιν Σκορσέζε στο The Wolf of Wall Street [ο Λύκος της Wall Street] και που στην Ισπανία είχε την πιο δημοφιλή στιγμή του με το Historias del Kronen [Ιστορίες του Κρόνεν] του Χοσέ Άνχελ Μάνιας, όψιμα το 1994. Σίγουρα είναι μια  συνεισφορά σαφώς μικρότερη αν τη συγκρίνουμε με το Cocaine Nights [Νύχτες κοκαΐνης], ένα μυθιστόρημα που έγραψε ένας από τους εξυπνότερους ανθρώπους που έζησαν στα τέλη του αιώνα, ο Τζ. Γκ. Μπάλλαρντ, στις σελίδες του οποίου η κοκαΐνη και το μεσογειακό τουριστικό τοπίο συμμαχούν για να προβλέψουν μια ψυχοπαθητική και ανικανοποίητη κοινωνία σχεδιασμένη εξ’ υπαρχής: τη δική μας, φυσικά.

Το 2007, ο μεξικανός Χουλιάν Χέρμπερτ εξέδωσε το Cocaína (Manual de usurario) [Κοκαΐνη (Εγχειρίδιο χρήσης)], μια συλλογή διηγημάτων που εξακολουθεί να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες που έχουν γραφτεί ποτέ στα ισπανικά σε αυτό το είδος: πρόκειται για κείμενα έξυπνα και διφορούμενα, που διέπονται από τον κυνισμό, με τον οποίο προσποιούνται συνήθως οι εθισμένοι −οι οποίοι ακροβατούν στο χείλος του γκρεμού που πολλές φορές καιροφυλακτεί πίσω από αυτόν τον κυνισμό∙ κείμενα συμμέτοχα στον κάθιδρο ενθουσιασμό και τα ανοιγοκλείνοντα σαν  καστανιέτες σαγόνια που χαρακτηρίζουν τους χρήστες σε στιγμές έκστασης. Ξάφνου, δεν είχε νόημα να προσποιούμαστε άλλο.

Από εκεί, σταδιακά, καταλήξαμε στη σημερινή εποχή, όπου οι ουσίες εμφανίζονται συχνά ως στοιχείο της καθημερινότητας στις αφηγήσεις τριαντάρηδων συγγραφέων, όπως η Άισα ντε λα Κρουθ ή η Ροθίο Κόλινς, με την κοκαΐνη να συνυπάρχει με το σπιντ και άλλα συνθετικά ναρκωτικά, τα οποία πλέον δεν αποτελούν ούτε πρόκληση ούτε ιδιαίτερο θέμα συζήτησης, αλλά απλώς ένα ακόμα σύμπτωμα άγχους ή ανάγκης φυγής. Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε το οικείο τελετουργικό των επισκέψεων στις τουαλέτες του μαγαζιού στους στίχους του Arnau [Αρνάου], του αφηγηματικού ποιήματος στα καταλανικά του Αντριά Τάργκα (άλλου τριαντάρη), του οποίου η φωνή είναι αρκετά ξεκάθαρη ώστε να πει άλλη μια αλήθεια: «Αυτό που μας πούλησαν δεν είναι κοκαΐνη / είναι το κρανίο του Γιόρικ θρυμματισμένο» (η πρόχειρη μετάφραση είναι δική μου). Ωστόσο, ο Ντανιέλ Χιμένεθ έδωσε πράγματι τον τίτλο Cocaína [Κοκαΐνη] στο πρώτο του μυθιστόρημα το 2016, το οποίο αναφέρεται στην αβεβαιότητα και την απογοήτευση μετά την κρίση. Εν ολίγοις, η κοκαΐνη βρίσκεται παντού κι είναι γνωστή μέχρι και η περίπτωση κάποιου δοκιμιογράφου που συμπεριέλαβε τον ντίλερ του ανάμεσα στους ανθρώπους που ευχαρίστησε στο τελευταίο του βιβλίο.

Ο εθισμός ως καύσιμο του καπιταλισμού

Πέρα όμως από αυτή τη βιβλιοθήκη έκτακτης ανάγκης που σας πρότεινα, ίσως να πρέπει να καταστήσω σαφές πως η κοκαΐνη είναι μόνο ένα μέρος ή μια μετωνυμία μιας ευρύτερης οπτικής: ο κόσμος είναι τοξικοεξαρτημένος. Κι αυτό συμβαίνει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Όταν λέω «κόσμος» εννοώ τον σύγχρονο άνθρωπο, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Στο The Age of Adiction [Η εποχή του εθισμού] (Εκδόσεις Yonki Books, 2025), ο ιστορικός Ντέιβιντ Τ. Κάρτραϊτ ταυτίζει την πρόοδο του πολιτισμού με την αύξηση των απολαύσεων (είτε αυτές είναι θείες είτε επίγειες, από τη μουσική ως το μεθύσι), οι οποίες ανέκαθεν αποτελούσαν αντικείμενο επιθυμίας για το ανθρώπινο είδος, αλλά και με τη μετατροπή αυτών των απολαύσεων σε ανάγκη και, στις χειρότερες περιπτώσεις, σε εθισμό. Για τον Κάρτραϊτ, το οικονομικό σύστημα που ονομάζουμε «καπιταλισμό» (που, στην πραγματικότητα, μάλλον είναι μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα κοινής λογικής στην οποία έχουμε συναινέσει όλοι και την ακολουθούμε/μας επιβάλλεται μέσα στο πέρασμα αιώνων, κρατών και δομικών μεταλλάξεων) έχει ανάγκη να προάγει τη δημιουργία αγοραστών που υποτροπιάζουν, είναι ψυχαναγκαστικοί κι επιστρέφουν ξανά και ξανά στα ίδια προϊόντα. Για αυτό και χρησιμοποιεί το επίθετο «μεταιχμιακός»: βιομηχανίες, κυβερνήσεις και μαφίες χειραγωγούν το νευρικό σύστημα των δυνητικών πελατών, το μέρος του εγκεφάλου που διαχειρίζεται τα συναισθήματα και τις άμεσες αντιδράσεις.

«Το διαδίκτυο υπερτροφοδότησε τον μεταιχμιακό καπιταλισμό», γράφει ο δοκιμιογράφος, «σίγουρα όμως δεν τον επινόησε». Αυτό είναι αλήθεια, αλλά η τελειοποίηση της συνταγής χάρη στα κοινωνικά δίκτυα, αυτή τη «γνωστική κοκαΐνη», όπως τα αποκαλεί ο Γιόχαν Χάρι στο Stolen Focus [Η αξία της προσοχής] (Εκδόσεις Península 2023), προσμετράται ανάμεσα στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας.  Είναι ένα πρόβλημα που προκαλείται συνειδητά από τις τεχνολογικές εταιρείες, αποτελεί τη ρίζα της ακραίας κοινωνικοπολιτικής πόλωσης και επηρεάζει σημαντικά την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε το μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάγνωση του Κάρτραϊτ συμβάλλει στην ενίσχυση μιας διαίσθησης: ο σύγχρονος κόσμος δεν ζει μόνο τοξικοεξαρτημένος, αλλά καθοδηγείται κι από μια βαθιά λογική εθισμού και ταυτίζεται με την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά του εθισμένου και τους κύκλους ανόδου και πτώσης που κυριαρχούν στη φάση του craving, με αυτή την ακατάσχετη επιθυμία που κυριεύει εντελώς τον εγκέφαλό του και στην οποία δεν μπορεί να αντισταθεί.

Δεν πρόκειται μόνο για το πόσα νόμιμα ή παράνομα ναρκωτικά καταναλώνονται σε μια χώρα όπως η Ισπανία, παρόλο που σίγουρα είναι πάρα πολλά, ούτε για το αν ο Έλον Μασκ ή άλλοι διεθνείς ηγέτες έχουν περίπου ομολογήσει ότι κάνουν χρήση αμφεταμινών ή κεταμίνης. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι το βαθύ υπόβαθρο των σχέσεων που έχουμε με το περιβάλλον μας, την πληροφορία και τους ανθρώπους που αγαπάμε διέπεται από μια ψυχαναγκαστική δυναμική. Σίγουρα ο  Οϊάν  Ιτουρμπίντε, ο Ισπανός εκδότης του Κάρτραϊτ, θα συμφωνεί μαζί μου: δεν είναι τυχαίο πως πριν τρία χρόνια δημιούργησε το εμπορικό σήμα Yonki Books, το οποίο εξειδικεύεται σε βιβλία που μελετούν διαφορετικές πτυχές του θέματος. Και μόνο η ύπαρξη του εκδοτικού οίκου είναι ένα εντυπωσιακό πολιτισμικό σύμπτωμα. Σε ένα άλλο βιβλίο του ίδιου εμπορικού σήματος, το Never Enough [Ποτέ αρκετό] (2025), η νευροεπιστήμονας και θεραπευθείσα τοξικομανής Τζούντιθ Γκρίσελ αναφέρεται στις ζωές των εθισμένων με όρους που θα ήταν εξίσου κατάλληλοι για να εξηγήσουν τους πολιτισμικούς κύκλους των τελευταίων τριάντα ετών (με τα πηγαινέλα τους από τον πολυερωτισμό στην πνευματικότητα και από την επανάσταση στον συντηρητισμό, χωρίς τελικά να δημιουργήσουν τίποτα στέρεο) ή τις πολλές ώρες που περνάμε κάνοντας scrolling στα υπνοδωμάτιά μας τα ξημερώματα: «Ζοφερά κελιά της επανάληψης».

Εθισμός στο σεξ, στη δουλειά, στο κινητό, στη διαζεπάμη, στον τζόγο, στις οργισμένες ιδεολογίες… Οι μορφές του προβλήματος είναι πολλαπλές, κάποιες όμως έχουν μεγαλύτερη μεταφορική δύναμη από άλλες, και μεταξύ των παράνομων υπάρχουν δύο που χαίρουν ιδιαίτερου κύρους. Η μαριχουάνα είναι το ναρκωτικό της αποανάπτυξης, της επιβράδυνσης, των ψηφοφόρων των Podemos. Η κοκαΐνη, η χρήση της οποίας σε διαφορετικούς τομείς έχει φτάσει σε εντυπωσιακά επίπεδα, παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του επιταχυντισμού και της νεοφιλελεύθερης φιλοδοξίας. Ναρκωτικά της αριστεράς και ναρκωτικά της δεξιάς, θα λέγαμε χαριτολογώντας. Για άλλη μια φορά, δεν αναφερόμαστε σε αυτούς που τα καταναλώνουν, αλλά στο συμβολικό τους περιτύλιγμα, στις κουλτούρες που συνδέουμε με αυτά. Γιατί το κάθε ναρκωτικό δημιουργεί τη δική του κουλτούρα, το popper και το mdma ή το έκσταση είναι για να περνά κανείς καλά, ενώ το κρύσταλλο και η ηρωίνη προκαλούν αυτοκτονικές τάσεις.

Ωστόσο, αυτή η αυξανόμενη κανονικοποίηση (στο Cinco lorzas metafísicas [Πέντε μεταφυσικά παχάκια], η Μαρία Βον Τουθέδα αναφέρει πως το να σνιφάρει κανείς θεωρείται μια σχεδόν αβλαβής δραστηριότητα σε κύκλους πολυχρηστών), σημαίνει διάφορα πράγματα: ότι η κοκαΐνη κινείται πολύ περισσότερο, ότι πλέον δεν τη φοβόμαστε, κι ότι η ανατρεπτική, για την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, στιγμή της πέρασε.

Η λύτρωση και οι εχθροί της

Αυτό θα εξηγούσε γιατί, περισσότερο κι από την κοκαΐνη, αυτό που έχει γίνει μια πραγματική κοινοτυπία είναι το αφήγημα της αντιμετώπισης του εθισμού. Ο σκοπός μοιάζει να είναι να μην μείνει κανένας διάσημος που να μην μας πει για την απεξάρτηση του, μια νέα τάση που μερικές φορές είναι παρηγορητική (όπως θυμάται ο Ιτουρμπίντε στα εβδομαδιαία ενημερωτικά δελτία του, το στίγμα του πρεζάκια εξακολουθεί να υπάρχει, για αυτό και το να ακούμε αξιοσέβαστες φωνές που δίνουν μια θεραπευτική στροφή στην κανονικοποίηση είναι καλό και αναγκαίο), αλλά που άλλες φορές υποδηλώνει μια νέα ιλιγγιώδη άνοδο της δημόσιας εξομολόγησης και της δημόσιας ανάμειξης και έκφρασης γνώμης επί τέτοιων ζητημάτων, οι οποίες προβάλλονται ως μια αδιαμφισβήτητη πηγή κύρους και διαφήμισης εαυτού όσων τις χρησιμοποιούν.

Παρόλα αυτά ας έχουμε υπόψιν μας πως όποιος και να περάσει από θεραπεία ενάντια στον εθισμό θα ανακαλύψει σύντομα πως το κλειδί για να  συνέλθει βρίσκεται στην επαναφορά στις ρυθμίσεις της ίδιας του της ταυτότητας, την οποία στους εθισμένους τείνει να την έχει εποικίσει  η κοκαΐνη πάντoτε έτοιμη να αναμιχθεί με την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Η κοκαΐνη εντείνει προς στιγμήν το αίσθημα της ταυτότητας, με τίμημα όμως να τη διαλύσει. Το Εγώ περνά από την ντοπαμινεργική επέκταση στην υπαρξιακή ρήξη μέσω μιας χημικής ψευδαίσθησης συνοχής που σε βάθος χρόνου δεν είναι βιώσιμη.

Φυσικά, η αρχική επίδραση της κοκαΐνης προκαλεί ευφορία, είναι δελεαστική, όλα μοιάζουν υπέροχα. Πώς αλλιώς θα είχε επιτυχία; Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει κανέναν που να έχει γίνει καλύτερος άνθρωπος χάρη σε αυτή, και μακροπρόθεσμα συμβάλλει στη δημιουργία ενός τερατώδους εγωισμού που οι ψυχίατροι γνωρίζουν καλά και που ο Χοακίν Σαμπίνα συνόψισε σε έναν στίχο του «19 ημέρες και 500 νύχτες»: «Άνθρωποι άψυχοι που γίνονται άνιωθοι με την κοκαΐνη». Δεν είναι παράξενο που ο Ρόμπερτ Λουίς Στίβενσον έγραψε το Strange Case of Dr. Jekyll and Mr. Hyde [Δόκτωρ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ] «φτιαγμένος» από κοκαΐνη και, στην πραγματικότητα, ο ηθικός διχασμός του πρωταγωνιστή μοιάζει πολύ με τις αγωνίες που σιγά σιγά κυριεύουν τον εθισμένο. Παρόλο που ο Στίβενσον δεν έγραψε ένα «μυθιστόρημα για την κοκαΐνη», πράγματι το συνέλαβε μέσα στο πολιτισμικό και ιατρικό κλίμα της βικτωριανής εποχής, που τα διεγερτικά βρίσκονταν σε έξαρση και η ηθική ήταν διχασμένη ανάμεσα στο καθήκον και την απόλαυση.

Η ιστορία του Τζέκιλ και του Χάιντ περιλαμβάνει πάνω από όλα ένα ερώτημα για τη φύση του Εγώ, για την προσωπική ταυτότητα και για την ευθύνη που έχουμε για τις πράξεις μας. Όποιος έχει βιώσει την εμπειρία τού να καθίσει σε έναν θεραπευτικό κύκλο αυτοβοήθειας, περιτριγυρισμένος από εθισμένους, θα ξέρει πως οι ασθενείς αντιμετωπίζουν ένα συναρπαστικό δίλημμα: αυτό του να αποφασίσουν ποιοι είναι, ποιες πράξεις τους καθορίζουν, ποιες όχι, και το να έρθουν αντιμέτωποι με τα κενά, τις ανασφάλειες, τους φόβους ή τις αδυναμίες που κάλυπτε η άσπρη σκόνη. Σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο υπερτροφίας του εγώ, το να συνεπάγονται οι απαντήσεις απαραιτήτως την παραδοχή ορίων, το να επιβάλλουν τον όρο να παραδεχθούμε ότι δεν είμαστε τόσο σπουδαίοι, ούτε μπορούμε να τα κάνουμε όλα, ούτε μπορούμε να έχουμε όλα όσα θα θέλαμε, είναι το πραγματικό μάθημα, απέναντι στο οποίο αντιστέκεται η ψυχαναγκαστική κατανάλωση κοκαΐνης και, πέραν αυτής, οποιαδήποτε μορφή εθιστικής συμπεριφοράς, η εξουσία, τα κοινωνικά δίκτυα, η δόξα, η απιστία. Ίσως η πραγματικά εθιστική ουσία του παρόντος για το ανθρώπινο είδος να είναι το Εγώ.


H μετάφραση του άρθρου του Nadal Suau για την εφημερίδα El País, μεταφράστηκε, το καλοκαίρι του 2026, από την Αθηνά Πομώνη, σε επιμέλεια Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο της Διπλωματικής Εργασίας τής πρώτης για το ΠΜΣ "Διερμηνεία και Μετάφραση" της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου