Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Aforismos de Andrés Neuman / Αφορισμοί του Αντρές Νέουμαν


Αforismos de Andrés Neuman



Somos testigos de lo que no vemos.


*

Al paciente le queda cada vez más tiempo.


*

Mirar es una antología.


*

Cada vez que nace un héroe, muere un ciudadano.


*

Permanecer indiferente es comprometedor.


*

La maldad no se elige: la llevamos dentro. Por eso oponerse a ella constituye un refinado acto de libertad.


*

Los valientes son cobardes furiosos.


*

La razón, ciertamente, naufraga. Pero sabe nadar.


*

También nos enamoran las ideas.


*

Amar es una obra de arte.


*


Darle sentido a lo inevitable: esa es la diferencia entre la depresión y el arte.


*

La imaginación completa la verdad.


*

La forma es un ser vivo.


*

El sentido no precede a la obra: es su conquista.


*

Desprotegida y grande: la sencillez.


*

Las ideas son los frutos exquisitos de las crisis.


*

Los opuestos no son contrarios.


*

No hay arte sin piedad.


*

En el arte, al final, nada queda librado al azar. Y eso el azar lo sabe.


*

El lector no tiene la culpa.


*

La palabra poética es y dice al mismo tiempo.


*

Hay más literatura en la vida de cualquier lector que en las lecturas de cualquier vida.


*

Corregir es el aprendizaje más terrible: ¿cómo es posible que, para escribir apenas un poco mejor, tengamos que entender que escribimos tan mal?


*

Un texto no parte de un punto de vista: lo alcanza poco a poco.


*

Sinceridad: elegir el personaje adecuado.


*

La relación de un autor con sus personajes es moralmente la misma que mantiene con su prójimo.


*

El cuento es un dardo. La novela, un radar.


*

Leer como si, dentro de un minuto, nos fueran a apagar la luz.


*

Todo resumen es una exageración.


*

Escribir nos merece la alegría.



Andrés Neuman, del libro El equilibrista


>.<>.<


Αφορισμοί του Αντρές Νέουμαν



Είμαστε μάρτυρες όσων δεν βλέπουμε.

●     


Στον καρτερικό απομένει κάθε φορά περισσότερος χρόνος.

●     


Το κοιτάζειν είναι μια ανθολογία.

●     

Κάθε φορά που γεννιέται ένας ήρωας, ένας πολίτης πεθαίνει.

●     

Το να παραμένεις αδιάφορος είναι δεσμευτικό.

●     

Την κακία δεν την επιλέγουμε: την κουβαλάμε μέσα μας. Γι' αυτό η εναντίωση σε αυτή συνιστά μια εκλεπτυσμένη πράξη ελευθερίας.

●     

Οι γενναίοι είναι μαινόμενοι άνανδροι.

●     

Η λογική αναμφίβολα ναυαγεί. Όμως, ξέρει να κολυμπάει.

●     

Και τις ιδέες ερωτευόμαστε.

●     

Το να αγαπάς είναι ένα έργο τέχνης.

●     

Να προσδίδεις νόημα στο αναπόφευκτο∙ αυτή είναι η διαφορά μεταξύ κατάθλιψης και τέχνης.



●     

Η φαντασία ολοκληρώνει την αλήθεια.

●     

Η μορφή είναι ένα ζωντανό ον.

●     

Το νόημα δεν προηγείται του έργου: είναι η κατάκτησή του.

●     

Απροστάτευτη και μεγάλη: η απλότητα.

●     

Οι ιδέες είναι οι εκλεκτοί καρποί της κρίσης.

●     

Οι αντίθετοι δεν είναι αντίπαλοι.

●     

Δεν υπάρχει τέχνη δίχως συμπόνια.

●     

Στην τέχνη τελικά, τίποτα δεν γλυτώνει από το τυχαίο. Και το τυχαίο αυτό το γνωρίζει.

●     

Ο αναγνώστης δεν φταίει.

●     

Ο ποιητικός λόγος είναι και λέει ταυτόχρονα.

●     

Υπάρχει περισσότερη λογοτεχνία στη ζωή οποιουδήποτε αναγνώστη απ’ όσο στις αναγνώσεις οποιασδήποτε ζωής.

●     

Η διόρθωση είναι το πιο φρικτό μάθημα: πώς είναι δυνατόν, για να γράψουμε ελάχιστα καλύτερα, να πρέπει να αντιληφθούμε ότι γράφουμε τόσο άσχημα;

●     

Ένα κείμενο δεν ξεκινά από μια οπτική: την κατακτά σιγά σιγά.

●     

Ειλικρίνεια: να επιλέγεις τον κατάλληλο χαρακτήρα.

●     

Η σχέση ενός συγγραφέα με τους χαρακτήρες του είναι ηθικά η ίδια που διατηρεί με τον πλησίον του.

●     

Το διήγημα είναι βέλος. Το μυθιστόρημα, ραντάρ.

●     

Να διαβάζεις σαν να πρόκειται σε ένα λεπτό να σου σβήσουν το φως.


●     

Κάθε περίληψη είναι υπερβολή.

●     

Το γράψιμο αξίζει τη χαρά μας.


Αντρές Νέουμαν (από το βιβλίο El equilibrista)


Η παρούσα ομαδική μετάφραση είναι προϊόν του Μαθήματος "Μεταφρασεολογία και Μετάφραση κειμένων Ισπανόφωνης Λογοτεχνίας στην ελληνική" που διδάσκει, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2019/20, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι φοιτήτριες και φοιτητές: Βάλια Εμμανουηλίδου, Σοφία Ζουρνατζή, Ελένη Ιορδανίδου, Παντελής Κουτσιανάς, Χάρης Μαυρίδης, Δέσποινα Πασσαλή, Ερίνα Ράπι, Σοφία Χατζησάββα, Nordin Halifi Morales, Natalia Velasco.



Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Βιβλιοκριτική του Άγη Αθανασιάδη για το Πέντε ώρες με τον Μάριο, του Miguel Delibes


Τρίτη, Δεκεμβρίου 03, 2019
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 03, 2019 |
"Πέντε ώρες με τον Μάριο"

Εάν θέλει κανείς να περιγράψει, σε τι αναφέρεται το εμβληματικό μυθιστόρημα της Ισπανικής λογοτεχνίας "ΠΕΝΤΕ ΩΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ" ("Cinco horas con Mario"), του Miguel Delibes (Βαγιαδολίδ 1920 - 2010), θα μπορούσε να συνοψίσει την ιστορία του, σε 3 αράδες, σε δύο προτάσεις το πολύ! Δεν είναι όμως η ιστορία που μετράει στο βιβλίο, είναι το μοναδικό ύφος της αφήγησης που συγκλονίζει τον αναγνώστη, και καθιέρωσε αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που επιτέλους μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ποταμός (σε μετάφραση και πρόλογο του Κωνστ. Παλαιολόγου, σελ. 375), 53 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση στην Ισπανία.


Γραμμένο μέσα στην περίοδο της Φρανκικής δικτατορίας, που κράτησε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, βυθίζοντας την χώρα στο σκοτάδι, το μυθιστόρημα του Ντελίμπες, είναι ουσιαστικά, ο μονόλογος μιας γυναίκας στο δωμάτιο που κείτεται η σωρός του συζύγου της. Ο Μάριο πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακή προσβολή, στα 49 του χρόνια, αφήνοντας χήρα την σύζυγό του Κάρμεν που είναι 44 χρονών και ορφανά τα πέντε τους παιδιά. Αφού φύγουν οι επισκέπτες που ήρθαν να συμπαρασταθούν στην χήρα, σοκαρισμένοι κι αυτοί από το γεγονός, και φεύγει κι η Βάλεν, καλύτερη φίλη της Κάρμεν, εκείνη κλειδώνεται μόνη στο δωμάτιο με τον νεκρό και σε έναν μονόλογο που θα κρατήσει πέντε ώρες θα βγάλει από μέσα της, όσα κράταγε επί 23 χρόνια που διήρκεσε η ένωσή τους.

«Οι μεν γονείς διαμοιράζουν στα παιδιά τους τα σπίτια και την άλλη περιουσία▪ εκ μέρους όμως του Κυρίου ταιριάζεται η καλή γυναίκα προς τον άνδρα, ως ανεκτίμητη γι’ αυτόν περιουσία, κι όσον αφορά εσένα, καλέ μου, υποθέτω πως θα’ σαι ικανοποιημένος, και δικαιολογημένα, γιατί, μεταξύ μας, η ζωή δεν σου φέρθηκε εδώ και τόσο άσχημα, έχεις αντίρρηση; Μια γυναίκα αποκλειστικά για σένα, που δεν τη λες και άσχημη και που με τέσσερις πεσέτες έκανε θαύματα, δεν τη βρίσκεις κι εύκολα, μην αυταπατάσαι. Και πάνω που αρχίζουν τα δύσκολα, τσακ, άντε γεια, όπως το πρώτο βράδυ, θυμάσαι; Φεύγεις και μ’ αφήνεις μόνη να σηκώσω όλο το βάρος. Δεν είναι ότι παραπονιέμαι, θέλω να το καταλάβεις καλά, άλλες τα περνάνε πολύ χειρότερα, κοίτα την Τράνσι, φαντάσου, με τρία κουτσούβελα, αλλά θυμώνω, η αλήθεια να λέγεται, που φεύγεις χωρίς να’ χεις πάρει είδηση τα άγχη μου▪ χωρίς ούτε ένα ευχαριστώ, λες κι όλα αυτά ήταν το σύνηθες και το αναμενόμενο.»

Μέσα από τον μονόλογο, της θλιμμένης, κι άλλοτε οργισμένης αλλά συνεχώς παραπονούμενης Κάρμεν, ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός γάμου δύο ανθρώπων, τελείως διαφορετικών μεταξύ τους. Ο Μάριο ήταν ένας καθηγητής πολύ σεβαστός στην πόλη, διανοούμενος και συγγραφέας ενός βιβλίου, που η Κάρμεν δεν κατάλαβε ποτέ, ένας δημοκρατικός άνθρωπος με πολιτικές ευαισθησίες, που δεν εκφραζόταν και παρέμενε διακριτικός και χωρίς να προκαλεί μέσα σε ένα κλίμα σκοταδισμού και καταπίεσης, αστυνομοκρατίας και θρησκευτικής τρομοκρατίας. Η Κάρμεν είναι μια τυπική μικροαστή νοικοκυρά, βαθειά θρησκευόμενη, πολύ συντηρητική στις πολιτικές της ιδέες, που εκφράζει τον κόσμο της καθημερινότητας και της υποταγής. Τώρα που δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος, είναι ελεύθερη επιτέλους να του μιλήσει για όλα, όσα κρατούσε μέσα της. Για την γνωριμία τους και την ζήλεια προς την αδερφή της που είχε μια περιστασιακή σεξουαλική σχέση με έναν Ιταλό κατά την διάρκεια του εμφυλίου, τα παράπονά της για την οικονομική "μιζέρια" (όπως θεωρεί) που βίωνε, το διαμέρισμα που είναι μικρό και θα μπορούσαν να ζήσουν σε μεγαλύτερο, για το αυτοκίνητο που ποτέ δεν αγόρασαν, για τις ιδέες του Μάριο που την έκαναν να ζει σε ένα διαρκή τρόμο, για το πως την κοιτάνε οι άνδρες στον δρόμο ενώ ο Μάριο αδιαφορούσε και άλλα πολλά.

«…εσύ ήθελες να’ σαι καλός και κατάφερες απλώς να’ σαι χαζός, όπως τ’ ακούς. «Η αλήθεια σου ανοίγει όλες τις πόρτες», τι μας λες…βλέπεις πως την πατήσαμε με τις θεωρίες σου, γιατί, όσο κι αν το ζαλίζεις, στη ζωή δεν μπορείς να τα πηγαίνεις καλά μ’ όλους, έτσι και πάρεις το μέρος των μεν, τσαντίζεις τους δε, αυτό είναι έτσι και δεν αλλάζει, αλλά αν τα πράγματα πρέπει να’ ναι έτσι γιατί έτσι ήταν πάντα, γιατί να μην πάρεις το μέρος εκείνων που μπορούν να σου το ανταποδώσουν; Εσύ όμως με τίποτα, δώστου με τους κουρελήδες και τους χωριάτες, λες και οι κουρελήδες και οι χωριάτες θα σου ‘ταν ποτές ευγνώμονες, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται, καλέ μου…»

Η Κάρμεν εκπλήσσεται που βρίσκει στην Βίβλο που έχει στο κομοδίνο του ο Μάριο (υποχρεωτικό βιβλίο για όλα τα σπίτια και ξενοδοχεία κάποτε), υπογραμμισμένες φράσεις. Από αυτές τις φράσεις, ξεκινάνε τα 27 κεφάλαια του βιβλίου, όσα και τα υπογραμμισμένα από τον Μάριο αποσπάσματα, από τα οποία ξεκινάει τον μονόλογό της κάθε φορά η Κάρμεν, ουσιαστικά απαντώντας σε αυτόν τον ιδιότυπο διάλογο λες κι ο Μάριο της διάβαζε τα αποσπάσματα, για να ξεστρατίσει στη συνέχεια και οι σκέψεις της να την πάνε αλλού, αποκαλύπτοντας δυο διαφορετικούς κόσμους που αναγκαστικά συμβίωναν, το δημοκρατικό και ανοιχτό μυαλό του Μάριο που πολεμούσε το σύστημα εκ των έσω, όπως μπορούσε, και τον συμβιβασμένο μικροαστικό και συντηρητικό κόσμο της Κάρμεν που έφερε τον Φράνκο στην εξουσία και τον τιμούσε ως Θεό.

Γραμμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός από την αρχή και το τέλος, που σε θεατρικό ρυθμό ανοίγουν και κλείνουν την αυλαία, το μυθιστόρημα του Ντελίμπες (το οποίο μεταφέρθηκε και στην θεατρική σκηνή), υπερβαίνει το εμφανές πολιτικό του μήνυμα, που ίσως είχε περισσότερο νόημα την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο και εμβαθύνει στο ψυχολογικό πλαίσιο. Ο μονόλογος της Κάρμεν, στο σαγηνευτικά γεμάτο λαϊκότητα, προφορικό ύφος που επιλέγει ο συγγραφέας, τονίζει όχι μόνο τις πολιτικές αντιθέσεις αλλά και τους διαφορετικούς χαρακτήρες, που παρότι ζούσαν μαζί, είχαν ουσιαστικά χωρίσει καθώς δεν επικοινωνούσαν σε κανένα τομέα.

«…Παραδέξου το επιτέλους, Μάριο, οι διανοούμενοι, με τις αλλόκοτες ιδέες τους, είναι που τα περιπλέκουν όλα, γιατί είναι όλοι τους μισότρελοι, γιατί νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα, αλλά το μόνο που ξέρουν είναι να γίνονται ενοχλητικοί, το μόνο, παρατήρησέ το να δεις, και να ξεσηκώνουν τους φτωχούς, κι όσοι δεν γίνονται στο τέλος κομμουνιστές γίνονται προτεστάντες ή τίποτα χειρότερο.»


Σε πρώτο επίπεδο, έχουμε τις δύο Ισπανίες που αλληλοσπαράσσονται, έναν οικιακό εμφύλιο χωρίς νεκρούς, αλλά σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε και τον εμφύλιο της συμβίωσης, χωρίς καλούς και κακούς, όπου και οι δύο πλευρές έχουν άδικο και δίκιο ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει στο βιβλίο, η ένταση και η βία του «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Ε.Άλμπι, αλλά αυτό που βγαίνει από την πραγματικά θλιμμένη Κάρμεν, είναι ο θυμός και η απογοήτευση γιατί ο Μάριο ποτέ δεν προσπάθησε να την φέρει πιο κοντά του, να την κατανοήσει, να την δει σαν γυναίκα – συνεχώς τονίζεται η σεξουαλική αδιαφορία του, ακόμα και την πρώτη νύχτα του γάμου -, σαν ισότιμη δίπλα του.

Η Ισπανία αλλάζει κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’60, ο Φράνκο επενδύει στον τουρισμό, οι ξένοι συρρέουν στις παραλίες, το καθεστώς δεν είναι το ίδιο αυστηρό και σκληρό που ήταν στις δεκαετίες ’40 και ’50, η Κάρμεν ήθελε να ζήσει αυτές τις αλλαγές, να πάει διακοπές, να κάνει βόλτες με αυτοκίνητο, κοιτάζοντας (και διαβάζοντας) τα πράγματα αρκετές δεκαετίες μετά, δεν μπορούμε να είμαστε αυστηροί απέναντί σε αυτή την γυναίκα, που άλλα πράγματα θέλησε και άλλα βρήκε.

Σπουδαίο μυθιστόρημα, το «Πέντε ώρες με τον Μάριο» (που «ευτύχησε» να μεταφραστεί από τον Κωνστ. Παλαιολόγο), με φοβερό ρυθμό, ενώ το χιούμορ εναλλάσσεται με την θλίψη και τον σπαραγμό. Εξωτερική και εσωτερική καταπίεση, η έλλειψη επικοινωνίας και κατανόησης, η ματαίωση των ελπίδων και η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων, ο πολιτικός φανατισμός και οι θρησκευτικές εμμονές, το πόσο καλά γνωρίζουμε αυτόν που έχουμε δίπλα μας, όλα αυτά περνάνε μέσα από αυτόν τον αφοπλιστικό μονόλογο που καθηλώνουν τον αναγνώστη, σε ένα βιβλίο (απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε βιβλιόφιλο), που γράφτηκε μια δύσκολη εποχή (και είναι θαύμα που πέρασε την Φρανκική λογοκρισία), που έγινε κλασσικό και το οποίο παραμένει ζωντανό, χωρίς να χάσει την δυναμική του, τόσες δεκαετίες μετά.

Βαθμολογία 87 / 100


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Disfunción, por Konstantinos Paleologos


Disfunción

O le prometió a K un regalo inestimable. La capacidad de que por arte de magia obtuviera el amor del ser que deseara. Cuando le entregó la varita que supuestamente le otorgaría dicho poder mágico, K tocó con ella a O en el hombro. 
      O entonces le confesó que a veces el regalo falla.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Σύντομες σημειώσεις περί καταλανικής λογοτεχνίας, Κάρλες Ρίμπα και μετάφρασης a cuatro manos


Με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά των Ελεγειών της Μπιερβίλλ (Εκδόσεις Ροές)

του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Εν αρχή ην το πλαίσιο: η ισπανική λογοτεχνία [ΠΡΟΣΟΧΗ: όχι η λογοτεχνία που γράφεται στα ισπανικά] η οποία αποτελεί ένα εθνικό λογοτεχνικό σύστημα εντός του οποίου παράγουν λογοτεχνία συγγραφείς που εκφράζονται στις επίσημες γλώσσες του ισπανικού κράτους (τα καστιλλιάνικα, τα καταλανικά, τα βασκικά και τα γαλικιανά), αλλά και σε άλλες μικρότερης εμβέλειας, όπως τα αστουριάνικα ή τα αραγωνέζικα.
Με τον όρο καταλανική λογοτεχνία γίνεται αναφορά στο σύνολο των κειμένων που έχουν γραφτεί στην καταλανική γλώσσα. Η γλώσσα αυτή, εκτός από την Καταλονία, ομιλείται, με κάποιες παραλλαγές, στην αυτοδιοικούμενη περιφέρεια της Βαλένθια, στις Βαλεαρίδες Νήσους και στη γαλλική επαρχία της Ρουσιγιόν (valencià, mallorqui και rossellones, αντίστοιχα).
Τα πρώτα δείγματα γραφής στην καταλανική γλώσσα ανάγονται στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 12ου αιώνα με το έργο Homilías de Organyà (Ομιλίας ντε Οργανιά), κείμενο θρησκευτικού περιεχομένου και αγνώστου συγγραφέα. Ο 13ος και ο 14ος είναι οι χρυσοί αιώνες της καταλανικής λογοτεχνίας αφού η ένωση του βασιλείου της Αραγονίας με την κομητεία της Βαρκελώνης θα δημιουργήσει την πιο σημαντική πολιτική και στρατιωτική δύναμη της ευρύτερης περιοχής. Το στέμμα της Αραγονίας, όπως θα ονομαστεί, θα υιοθετήσει τα καταλανικά ως κύρια γλώσσα επικοινωνίας και θα τη διαδώσει στη Μεσόγειο. Η οικονομική δύναμη και το γόητρο που απέκτησε το στέμμα απετέλεσαν σημαντικούς παράγοντες για την ανάπτυξη και την άνθιση των καταλανικών γραμμάτων. Τον 13ο αιώνα κυριαρχεί η μορφή του Ramon Llull (Ραμόν Λιούλ), φιλοσόφου, θεολόγου και μοναχού από τη Μαγιόρκα,  κυριότερα έργα του οποίου είναι τα Vida coetánea και Arte magna. Πρόκειται για εμβληματικό δημιουργό των καταλανικών γραμμάτων, το όνομα του οποίου έχει δοθεί στο ομώνυμο Ινστιτούτο, επίσημο φορέα της καταλανικής γλώσσας και πολιτισμού. O Bernat Metge (Μπερνάτ Μέτζα) από τη Βαρκελώνη υπήρξε ο συγγραφέας και ποιητής που, στα τέλη του 14ου αιώνα, εισήγαγε καινά δαιμόνια στην καταλανική λογοτεχνία με το ποίημα Lo somni (1399). Ο 15ος αιώνας σηματοδοτείται από τη λογοτεχνική δραστηριότητα του Αusías March (Αουζίας Μάρκ), ποιητή από τη Βαλένθια ο οποίος θα γράψει στα καταλανικά και θα επηρεάσει σημαντικά την ισπανική ποίηση της Αναγέννησης. Το 1490 θα εκδοθεί στη Βαλένθια, στην τοπική διάλεκτο, ένα από τα πιο σημαντικά έργα που έχουν γραφεί σε αυτή τη γλώσσα, το Tirant lo Blanch (Τιράν λο Μπλάνκ). Πρόκειται για ιπποτικό μυθιστόρημα, δημιούργημα του Joanot Martorell (Ζουανότ Μαρτουρέλ) το οποίο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς τόσο στον ισπανικό όσο και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό λογοτεχνικό χώρο.
Τον 15ο αιώνα, η ένωση του στέμματος της Αραγονίας με το βασίλειο της Καστίλης μέσω του γάμου (1469) των Καθολικών Βασιλέων, του Φερδινάνδου με της Ισαβέλλας, έφερε μια περιθωριοποίηση των καταλανικών ως γλώσσα λογοτεχνικής έκφρασης. Η προτίμηση προς τα καστιλιάνικα είχε ως άμεση συνέπεια τους επόμενους αιώνες τα καταλανικά γράμματα να γνωρίσουν μια περίοδο παρακμής που θα ξεκινήσει τον δέκατο έκτο αιώνα και θα διαρκέσει μέχρι και την Renaixença (Ρενασένσα), την αναγέννηση της καταλανικής κουλτούρας τον 19ο αιώνα.
Τότε, με ηγετικές φυσιογνωμίες τον Joan Maragall (Ζουάν Μαραγάλ), τον Jacint Verdaguer (Ζασίν Βερδαγκέ), τον Ángel Guimera (Άνζελ Γκιμερά) και τον Narcís Oller (Ναρσίς Ουλιέ) τα καταλανικά απέκτησαν ξανά τη δύναμη και την πνοή που είχαν χάσει κατά τους προηγούμενους αιώνες. Την ίδια περίοδο η καταλανική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε για τα Jocs Florals (Ζοκς Φλουράλς) — ρεσιτάλ λογοτεχνίας ρωμαϊκής προέλευσης προς τιμή της θεάς Φλώρας. Ο θεσμός αυτός απετέλεσε για τους νέους δημιουργούς ένα επιπλέον κίνητρο για ποιητική δημιουργία στην καταλανική γλώσσα. Η συγγραφή στα καταλανικά παρουσίασε ραγδαία άνθιση με ταυτόχρονη αφομοίωση ευρωπαϊκών επιρροών: ρομαντισμός, νατουραλισμός και άλλα λογοτεχνικά κινήματα.
Στα τέλη του 19ου αιώνα τα καταλανικά γράμματα ακολουθούν τις επιταγές του μοντερνισμού, και στις αρχές του 20ού αιώνα οι περισσότερες καταλανόφωνες περιοχές έρχονται σε επαφή με τα ευρωπαϊκά πρωτοποριακά κινήματα της εποχής (σουρεαλισμός, ντανταϊσμός, ουλτραϊσμός κ.λπ.).
Tο πραξικόπημα του Πρίμο ντε Ριβέρα (1923) αρχικά και ο εμφύλιος ισπανικός πόλεμος (1936-39) και η δικτατορία του Φράνκο (1939-75) στη συνέχεια αποδείχθηκαν ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη μιας λογοτεχνίας γραμμένης στα καταλανικά αφού για δεκαετίες η έκφραση σε γλώσσα διαφορετική από τα καστιλιάνικα (δηλαδή, τα καταλανικά, τα γαλικιανά και τα βασκικά) είχε απαγορευτεί. Παρά την απαγόρευση, όμως, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας δεν έπαψαν να κυκλοφορούν βιβλία γραμμένα στα καταλανικά, είτε παρανόμως από συγγραφείς που επέλεξαν να παραμείνουν στην Καταλονία, είτε από εκείνους, όπως ο Ρίμπα, που την εγκατέλειψαν για να αποφύγουν την καταπίεση του φρανκικού καθεστώτος και εξέδωσαν έργα τους στο εξωτερικό.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, λοιπόν, ήταν πολλοί οι λογοτέχνες που με τη δραστηριότητά τους γιγάντωσαν την καταλανόφωνη λογοτεχνία. Ο Carles Riba (Κάρλες Ρίμπα) (1893-1959), ο ποιητής και μεταφραστής που μας συγκεντρώνει εδώ απόψε,  ο Josep Maria de Sagarra (Ζουζέπ Μαρία ντε Σαγάρα) (1894-1961) ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, η Μercé Rodoreda (Μερσέ Ρουδουρέδα) (1908-1983) συγγραφέας με σημαντικά μυθιστορήματα (La plaça del Diamant, Mirall Trencat), ο Llorenç Villalonga (Λιουρένς Βιλιαλόνγκα) (1897-1980), οι ποιητές Joan Brossa (Ζουάν Μπρόσσα) (1919-1998) και Joan Vinyoli (Ζουάν Βινιόλι) (1914-1984), ο Salvador Espriu i Castelló (Σαλβαδό Εσπρίου ι Καστελιό) πεζογράφος, ποιητής και δραματουργός (1913-1985), ο Pere Calders (Πέρε Καλντές) (1912-1994) διηγηματογράφος, καθώς και ο φιλόσοφος Eugeni d’ Ors (Εουζένι ντ’ Ορς) (1881-1954) ο οποίος, λόγω της στενής του σχέσης με το φρανκικό καθεστώς, αποκήρυξε τα καταλανικά γράφοντας αποκλειστικά στα καστιλιάνικα από το 1939 και έπειτα.
Μετά το 1960, το πολιτιστικό «άνοιγμα» της φρανκοκρατούμενης Ισπανίας θα επιτρέψει τον επαναπατρισμό αρκετών συγγραφέων που είχαν εξοριστεί από το καθεστώς, ενώ η έλευση της δημοκρατίας το 1975 σήμανε το τέλος της λογοκρισίας, την ελευθερία στη διακίνηση των ιδεών και στην έκφραση και, φυσικά, την ανεμπόδιστη χρήση των καταλανικών στην καθημερινή ζωή. Ως συνέπεια όλων αυτών, η λογοτεχνία που γράφεται στην καταλανική γλώσσα αρχίζει ξανά να αποκτά σταδιακά το κύρος που είχε σε προηγούμενους αιώνες. Η άνθιση, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο, που γνώρισαν οι καταλανόφωνες αυτοδιοικούμενες περιφέρειες συνέβαλε στο να προβάλουν ακόμα περισσότερο τη γλώσσα και την ξεχωριστή τους παράδοση, καθώς η καταλανική γλώσσα διδάσκεται, ανεμπόδιστα πλέον, στα σχολεία. Σημαντικοί δημιουργοί αυτής της περιόδου είναι ο ποιητής Miquel Martí i Pol (Μικέλ Μαρτί ι Πολ) (1929-2003), ο πεζογράφος Terenci Moix (Τερένσι Μός) (1942-2003) και ο ποιητής Pere Gimferrer (Πέρε Ζιμφερρέ) (1945) κ.ά.
Ενδεικτικό της δυναμικής της καταλανικής λογοτεχνίας κατά της τελευταίες δεκαετίες –Sergi Pàmies (Σέρζι Πάμιες), Jaume Cabré (Ζάουμε Καμπρέ), Quim Monzó (Κιμ Μονζό) και πολλοί/ές άλλοι/ες, για να μην αναφερθούμε στην εκτεταμένη θεατρική παραγωγή– είναι το γεγονός ότι ήταν η τιμώμενη λογοτεχνία στη Διεθνή  Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το 2007.
Ύστερα από το γενικό πλαίσιο, λίγα λόγια τώρα για τον Carles Riba που το έργο και τη μνήμη του τιμούμε σήμερα: γεννήθηκε και πέθανε στη Βαρκελώνη (1893-1959). Κλασικός φιλόλογος κατά βάση, με σπουδές στη Γερμανία, εργάσθηκε στην έδρα των αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ως λεξικογράφος στο Γενικό Λεξικό της Καταλανικής, ως λογοτεχνικός κριτικός, και ως μεταφραστής. Παράλληλα, διακρίθηκε ως ποιητής ήδη από το πρώτο του έργο, με τον τίτλο Estances (Στροφές, 1919) και δεν έπαψε ποτέ να γράφει ποίηση. Υπήρξε εξαιρετικός μεταφραστής στα καταλανικά από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα λατινικά, τα εβραϊκά, τα αρχαία και τα νέα ελληνικά. Ως μεταφραστής «σύστησε» στους ομόγλωσσούς τους μεγάλες μορφές από τον δυτικό κανόνα: Κάφκα, Χαίλντεριν, Πόε, Ρίλκε κ.ά., πάντα συγγραφείς που θαύμαζε και αγαπούσε. Σε ό,τι αφορά τα αρχαία ελληνικά, είναι γνωστός από τις μεταφράσεις έργων του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Πλουτάρχου, του Ξενοφώντα και, κυρίως, από την εμβληματική μετάφρασή του της ομηρικής Οδύσσειας, σε μια ποιητικότατη αλλά και πολύ πιστή απόδοση, άθλο που θα επαναλάμβανε αργότερα μεταφράζοντας Καβάφη.
Σημαίνων καταλανιστής συντάχθηκε ανοιχτά με τη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία και, μετά την ήττα της στον Ισπανικό Εμφύλιο, αναγκάσθηκε, όπως προείπαμε, να αυτοεξοριστεί στη Γαλλία κατά τα πρώτα χρόνια (1939-1943) της φρανκικής δικτατορίας.
Το 1927 ο Κάρλες Ρίμπα, με τη σύζυγό του Κλεμεντίνα Αρδερίου, επίσης ποιήτρια, είχε πραγματοποιήσει ένα όνειρο ζωής: δύο μήνες ταξίδι στην Ελλάδα. Ένα ταξίδι καθοριστικό για το έργο του. Χάρη στην αλληλογραφία του, γνωρίζουμε πως το ζεύγος επισκέφθηκε πολλά μέρη: Αθήνα, Ελευσίνα, Σούνιο, Δελφούς, Μυκήνες, Ναύπλιο, Σπάρτη, Πύργο, Ολυμπία, Σαντορίνη, Ιθάκη κ.λπ. Νέος ακόμη, και αθεράπευτα αρχαιόπληκτος, δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τη σύγχρονη Ελλάδα και τον πολιτισμό της· ακόμη και το τοπίο το έβλεπε κάπως ως θεατρικό σκηνικό για τα όσα είχε διαβάσει και θαυμάσει στους Έλληνες κλασικούς. Τους κατοίκους της χώρας, στη μία και μοναδική φορά που τους μνημονεύει στην αλληλογραφία του, τους περιγράφει ως «ελληνάκους, εξαθλιωμένους, να τρέχουν από δω κι από κει, αδαείς, γελοία εθνικιστές».
Κλείνοντας, επιτρέψτε μου μία σκέψη που τριβελίζει στο μυαλό μου όλες αυτές τις ημέρες που ασχολούμαι με τις Ελεγείες της Μπιερβίλλ και ένα σχόλιο για τους μεταφραστές. Πρώτα η σκέψη που αφορά τους, κατά κάποιο τρόπο, παράλληλους βίους του Ρίμπα και του Καζαντζάκη. Ο Εουζέμπι Αγιένσα μας πληροφορεί ότι ο Ρίμπα γνώρισε τον Καζαντζάκη μετά από παρότρυνση της σημαντικότατης ισπανίστριας μεταφράστριας, Ιουλίας Ιατρίδη. Διάβασε την Ασκητική και ανέπτυξε έναν άτυπο διάλογο με τον κρητικό συγγραφέα. Οι δύο άντρες έζησαν περίπου την ίδια εποχή και ο μεν Ρίμπα ένιωσε τη δυνατή έλξη που προαναφέραμε για την Ελλάδα, ο δε Καζαντζάκης αντίστροφα για την Ισπανία: θυμίζουμε ότι η στενή σχέση του Καζαντζάκη (1883-1957) με την Ισπανία, ξεκινά το 1926 (ένα χρόνο πριν το ταξίδι του Ρίμπα στην Ελλάδα) [έως το 1950, πραγματοποίησε άλλα τρία ταξίδια στην Ιβηρική Χερσόνησο, στην οποία παρέμεινε συνολικά για περίπου ένα χρόνο]. Προϊόν εκείνων των ταξιδιών, αν και λιγότερο γνωστές στο αναγνωστικό κοινό, είναι οι μεταφράσεις έργων ισπανών ποιητών των αρχών του 20ού αιώνα (Σαλίνας, Λόρκα, Αλμπέρτι, Αλτολαγκίρε κ.ά.), ενώ, κατά αντιστοιχία, ο Ρίμπα, πέρα των κλασικών, μεταφράζει Καβάφη στα καταλανικά, εισάγοντας τον ποιητή στην Ιβηρική χερσόνησο.
Και το σύντομο σχόλιο για τους μεταφραστές, Νίκο Πρατσίνη και Εουζέμπι Αγιένσα, και την ανεκτίμητη δουλειά τους: «Η μετάφραση ήταν όντως δύσκολη, μια ακροβασία πάντα, συνεχώς κοντά στο πρωτότυπο, προκειμένου να μην αλλοιωθούν τα φιλοσοφικά νοήματα, αλλά και με μια συνεχή προσπάθεια για να διατηρηθεί, όσο ήταν εφικτό, η μουσικότητα του καταλανικού πρωτοτύπου –έστω και αν ήταν, εκ των πραγμάτων, ανέφικτη η μεταφορά της ιδιότυπα ελεγειακής μορφής του έργου στη γλώσσα μας», δηλώνουν οι μεταφραστές. Με τον Νίκο Πρατσίνη έχουμε εργαστεί σε δεκάδες ομαδικές/συλλογικές μεταφράσεις και έχουμε γράψει άρθρα για τα πλεονεκτήματα αυτής της πρακτικής. Τέτοιου είδους ομαδικές μεταφράσεις, είτε έπειτα από συνεργασία επαγγελματιών μεταφραστών, όπως είναι η περίπτωση, είτε στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας, επιτρέπουν τη βέλτιστη χρήση των πλεονεκτημάτων και του πλούτου της σύνθεσης ερμηνειών που προκύπτουν από τις πολλαπλές αναγνώσεις του λογοτεχνικού κειμένου τις οποίες πραγματοποιούν τα μέλη της μεταφραστικής ομάδας. Εν κατακλείδι, η συλλογική μετάφραση είναι ενδεδειγμένη για τη μετάφραση λογοτεχνικών (και κυρίως ποιητικών) έργων καθώς, από τη φύση της, εξυπηρετεί και αναδεικνύει την εγγενή πολυφωνία τους.


Ομιλία στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου στην Ελληνοανερικανική Ένωση, στις 04/12/2019