Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ada Salas, Poemas / Άδα Σάλας, Ποιήματα


No duerme el animal que busca
su alimento. Huele
y está tan lejos todavía
el aire de su presa.
Y vagará en la noche.
Con la sola certeza de su hambre.
Ciego

porque una vez ya supo

de ese breve temblor
bajo su zarpa.



Δεν κοιμάται το ζώο που αναζητά
την τροφή του. Οσμίζεται
αλλά είναι πολύ μακριά ακόμα
ο αέρας του θηράματός του.
Και θα περιπλανηθεί μες τη νύχτα.
Έχοντας μόνο τη βεβαιότητα της πείνας του.
Τυφλό

γιατί κάποτε ένοιωσε

εκείνο το αδιόρατο τρέμουλο
κάτω από τα νύχια του.


~~~


Es una piedra y mira
el tránsito ligero de las nubes
la curva de las ramas
la imposible
geometría del pájaro.

Es una piedra y muda
mira

la secreta impostura de todo movimiento.


        (De Lugar de la derrota, 2003)



Είναι μια πέτρα και κοιτά
τα σύννεφα να περνούν ανάλαφρα
το κύρτωμα των κλαδιών
την ανέφικτη
γεωμετρία του πουλιού.

Είναι μια πέτρα που βουβή
κοιτά

τη μυστική απάτη της κάθε κίνησης.


(Από τη συλλογή Τόπος της ήττας, 2003)


~~~


Otros han transitado este desierto.
A tu derecha has visto
los despojos de un hombre
calcinado de sed. A tu izquierda
dejaste
a una mujer que aún
ardía en el delirio.
De muchos
escuchaste
palabras que alentaron
tu larga travesía.
De todos
aprendiste
que no hay rumbo posible.

Puede ser que las bestias acaben con tu cuerpo
o que el miedo te coma
y pretendas
volver
como si nunca hubieras emprendido el viaje.

El final será el mismo.

Así que no lamentes
la infinita distancia
el plomo inquebrantable que dibuja el silencio
y que nunca se acerca.

Si desfalleces
mira
a los ojos del buitre.

Habrás dejado
al menos
razón de tus cenizas.



Και άλλοι έχουν διαβεί αυτή την έρημο.
Στα δεξιά σου αντίκρισες
τα απομεινάρια ενός άντρα
απανθρακωμένου από τη δίψα. Στα αριστερά σου
άφησες
μια γυναίκα που ακόμα
φλεγόταν από παραφορά.
Από πολλούς
άκουσες
λόγια που σού ’διναν κουράγιο
στον ατέλειωτο δρόμο.
Από όλους
έμαθες
πως όλοι οι δρόμοι είναι αδύνατοι.

Είναι πιθανό τα θηρία να αφανίσουν το κορμί σου
ή να σε κατασπαράξει ο φόβος
και να θελήσεις
να επιστρέψεις
σαν να μην είχες ποτέ κινήσει γι’ αυτό το ταξίδι.

Το τέλος θα είναι το ίδιο.

Γι’ αυτό μην θρηνείς
για την ατέλειωτη απόσταση
για το άφθαρτο μολύβι που σχηματίζει η σιωπή
και που ποτέ δεν πλησιάζει.

Αν καταρρεύσεις
κοίτα
κατάματα τον γύπα. 

Θα έχεις αφήσει πίσω σου
τουλάχιστον
την ανάμνηση της στάχτης σου.


~~~


Muchos años temblé bajo las sábanas
y era aquélla la forma del silencio y del miedo
oh negra soledad. Han cambiado
las cosas. No hace ruido
la noche
y consuelo a mi hija
-aunque algo de muy lejos traiciona
mis palabras-. Pero no calla el curso
oscuro
del sentido. Alguien clavó
entonces
una aguja en su centro.


No duerme el corazón.



Πολλά χρόνια έτρεμα κάτω από τα σεντόνια
και ήταν εκείνο το σχήμα της σιωπής και του φόβου
ω μαύρη μοναξιά. Έχουν αλλάξει
τα πράγματα. Δεν κάνει θόρυβο
η νύχτα
και παρηγορώ την κόρη μου
–αν και κάτι από πολύ μακριά προδίδει
τις λέξεις μου–. Δεν σωπαίνει, όμως, η σκοτεινή
ροή
του νοήματος. Κάποιος κάρφωσε
τότε
μια βελόνα στο κέντρο του.

Δεν κοιμάται η καρδιά.


~~~


Estaba el anillo de la noche solemnemente puesto en mi dedo
                                                         
 Sophia de Melho Breyner


Yo entraba hasta la casa de la noche.
Me daba de beber
de su limpia placenta.
Con su lengua
curaba
la herida supurante
de la alucinación
el azul lejanísimo
que ardía
como piedra
en el centro del centro de detrás
de mis ojos.
Yo yacía a sus pies
y no era su trofeo.
No era madre ni diosa.
Era una soledad más sabia
que la mía
y en ella me deshice
tantas veces.

Se ha cerrado la noche.

Se ha cerrado la sombra
y vago

como una bestia exhausta

delante de las puertas de su reino.

                    (De Esto no es el silencio, 2008)



Ήταν το δαχτυλίδι της νύχτας με επισημότητα περασμένο στο δάχτυλό μου
Σοφία ντε Μέλο Μπρέινερ


Διέσχιζα εγώ το κατώφλι του σπιτιού της νύχτας.
Μου έδινε να πιω
από τον καθαρό της πλακούντα.
Με τη γλώσσα της
γιάτρευε
την πυώδη πληγή
της παραίσθησης
το απόμακρο γαλάζιο
που φλεγόταν
σαν πέτρα
στο κέντρο του κέντρου πίσω
από τα μάτια μου.
Εγώ κειτόμουν στα πόδια της
αλλά δεν ήμουν το τρόπαιό της.
Δεν ήταν ούτε μητέρα ούτε θεά.
Ήταν μια μοναξιά πιο σοφή
από τη δική μου
και μέσα της χάθηκα
τόσες φορές.

Έκλεισε η νύχτα.

Έκλεισε η σκιά
και περιπλανιέμαι

σαν εξαντλημένο θηρίο

μπροστά στις πόρτες του βασιλείου της.

(Από τη συλλογή Αυτό δεν είναι η σιωπή, 2008)


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ



Η Άδα Σάλας (Ada Salas) γεννήθηκε στο Κάθερες το 1965. Το 1987 κέρδισε το βραβείο «Juan Manuel Rojas» για την ποιητική της συλλογή Arte y memoria del inocente (έκδοση του Πανεπιστημίου της Εξτρεμαδούρα, 1988). Το 1988 πήρε το πτυχίο της στην Ισπανική Φιλολογία από το Πανεπιστήμιο της Εξτρεμαδούρα. Την περίοδο 1990-92 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Ανζέ (Γαλλία). Από το 1992 διαμένει στη Μαδρίτη, όπου εργάζεται ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το βιβλίο της Variaciones en blanco (Εκδόσεις Hiperión, 1994) απέσπασε το 9o Βραβείο ποίησης «Hiperión». Το 1997 εξέδωσε την ποιητική συλλογή La sed και το 2003 Lugar de la derrota (και οι δύο συλλογές από τις εκδόσεις Hiperión). Έχει εκδώσει ένα βιβλίο με στοχασμούς της περί της ποιητικής γραφής: Alguien aquí (Hiperión, 2005). Το βιβλίο της Esto no es el silencio κέρδισε το 15o Βραβείο «Ciudad de Córdoba-Ricardo Molina». Το 2009 οι εκδόσεις Hiperión εξέδωσαν, υπό τον τίτλο No duerme el animal, το σύνολο του ποιητικού της έργου από το 1987 έως το 2003. Τελευταίο της βιβλίο, Limbo y otros poemas (εκδόσεις Pre-Textos, 2013).



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Tomás Borrás σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Las dos enlutadas

de Tomás Borrás

La viuda ordenó a la doncella, al leer la tarjeta:
                –Que pase.
                Y para sí, murmuró:
                –Por fin voy a conocer a la amante de mi marido.
                Entró una mujer de negro y se inclinó ante la otra mujer de negro.
                –No está mal –juzgó la amante.
                –No está mal –díjose la viuda.
                Una y otra se sonrieron y se quedaron serias.
                –El motivo de mi visita es, como la indiqué, esa carta que el pobre... –se llevó el pañizuelo a los ojos.
                –A mí también me ha dejado una carta –la interrumpió, cuidadosa de sus privilegios, la legítima.
                –No ha sido accidente...
                –Eso creí al principio: que por un azar terrible perdía al hombre que yo adoraba.
                –Y yo, si no la molesta.
                –Mi dolor...
                –Nuestro dolor...
                –...fue tan agudo que creí morir y seguirle.
                –Sufrió usted mi misma crisis.
                –Le contemplaba en éxtasis. Hasta comprendía sus debilidades. Usted...
                –Yo supe soportar una situación difícil y humillante sólo por su amor.
                –Pensaba... o pensábamos, voy a ser justa, que era un hombre extraordinario.
                –Sí. Me figuré que era capaz de todos los heroísmos. Hasta del heroísmo de amar y sufrir con doble corazón.
                –Ésos eran mis sentimientos. Y toleraba.
                –En el fondo, producía respeto su vitalidad inmensa; su poderío de abarcar más que cualquier hombre de los vulgares, su genio para hacer posible y natural lo increíble.
                –Hasta la carta que me escribió antes de morir. Léala.
                –«Adelaida: me mato porque os amo a Loreto y a ti, y no puedo decidirme»... El texto de la otra carta es igual. Véalo.
                –«Loreto, no me puedo decidir entre Adelaida y tú. Perdóname...».
                –¡Qué tristeza!
                –¡Qué desengaño! El que creíamos un semidiós...
                –Eso hacen con nosotras los hombres.
                –Yo le hubiese perdonado una decisión. Sería lo hermoso en su caso. No me hubiera ofendido su abandono si le arrebataba una pasión más fuerte que la infamia.
                –Yo también hubiera comprendido y perdonado si me arroja de sí, aun después de engañarme, atraído por la obsesión de otro amor invencible.
                –Pero resulta...
                –...que tuvo miedo. Es espantoso.
                –¡Miedo!
                –No ha quedado bien con ninguna de las dos.
                –Es indisculpable la ofensa que nos ha hecho. La ofensa peor que la infidelidad: el desencanto.
                –Entregue su corazón, virginal y confiado, a un hombre para que ni siquiera aprecie lo que vale haciéndole sufrir. La sienta a usted muy bien el luto.
                –Como soy rubia... Pero no se preocupe. La temporada que viene me ha dicho el modisto que se va a llevar el azul. Y como usted es morena... Con unas joyas de zafiros...
                –Imperdonable esa falta de coraje en un hombre que en apariencia valía por dos. Las mujeres anhelamos el amor o el odio, no la estupidez.
                –A mí, se lo confieso, la carta me ha dejado helada, tranquila... Como si no le hubiera conocido. Un hombre que no fue capaz... Tiene usted razón.


,.,.,.,.,.,.,.,.,.,.,.,



Οι δύο πενθοφορούσες

του Τομάς Μποράς

Η χήρα πρόσταξε την υπηρέτρια, μόλις διάβασε την καρτ ντε βιζίτ:
                «Να περάσει».
                Και μουρμούρισε χαμηλόφωνα:
                «Επιτέλους θα γνωρίσω την ερωμένη του συζύγου μου».
                Εισήλθε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα και υποκλίθηκε μπροστά στην άλλη μαυροφορεμένη γυναίκα.
                «Καλή είναι», έκρινε η ερωμένη.
                «Καλή είναι», μονολόγησε η χήρα.
                Χαμογέλασε η μία στην άλλη και ύστερα πήραν το σοβαρό τους.
                «Η αιτία της επισκέψεώς μου είναι, όπως σας δήλωσα, αυτή η επιστολή που ο καημένος…», σφούγγισε με το μαντιλάκι της τα μάτια της.
                «Και σε εμένα άφησε μία επιστολή», τη διέκοψε, μην θέλοντας να εκχωρήσει τα προνόμιά της, η νόμιμη σύζυγος.
                «Δεν ήταν ατύχημα…»
                «Αυτό είχα πιστέψει στην αρχή: πως λόγω μιας τραγικής συγκυρίας έχασα τον άνδρα που λάτρευα».
                «Και εγώ το ίδιο, αν δεν σας ενοχλεί».
                «Ο πόνος μου…»
                «Ο πόνος μας…»
«…ήταν τόσο μεγάλος που πίστεψα πως θα πεθάνω και θα τον ακολουθήσω».
«Υποφέρατε αυτά που υπέφερα και εγώ».
«Τον θωρούσα πάντα εκστασιασμένη. Δικαιολογούσα όλες του τις αδυναμίες. Εσείς…»
«Εγώ μπόρεσα να αντέξω τη δύσκολη και ταπεινωτική αυτή κατάσταση μόνο και μόνο χάριν της αγάπης του».
«Σκεφτόμουν… ή, για να είμαι δίκαιη, σκεφτόμασταν πως ήταν ένας εξαίρετος άνδρας».
«Ναι. Τον είχα ικανό για κάθε είδους ηρωισμό, ακόμη και να αγαπήσει και να υποφέρει με διπλή καρδιά».
«Αυτά ήταν και τα δικά μου συναισθήματα. Και υπέμενα».
                «Κατά βάθος, ενέπνεε σεβασμό η ανεξάντλητη ζωτικότητά του· η δύναμη που είχε να τα βγάζει πέρα με περισσότερα πράγματα από οποιονδήποτε κοινό θνητό, ο χαρακτήρας του που έκανε να φαίνονται δυνατά και φυσιολογικά τα απίστευτα».
                «Μέχρι την επιστολή που μου έγραψε πριν πεθάνει. Διαβάστε την».
                «Αδελάιδα, αυτοκτονώ γιατί αγαπώ και τη Λορέτο και εσένα και δεν μπορώ να διαλέξω… Το κείμενο στην άλλη επιστολή λέει τα ίδια. Κοιτάξτε το».
                «Λορέτο, δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα στην Αδελάιδα και εσένα. Συγχώρεσέ με...»
                «Οποία θλίψη!»
                «Οποία απομυθοποίηση! Αυτός που θεωρούσαμε ημίθεο…»
                «Αυτά μας κάνουν οι άντρες».
                «Εγώ θα τον είχα συγχωρέσει έτσι και είχε πάρει μια απόφαση. Αυτό θα ήταν το ωραίο στην περίπτωσή του. Δεν θα με είχε προσβάλει αν με εγκατέλειπε επειδή παρασύρθηκε από ένα πάθος που ήταν πιο ισχυρό από την ανηθικότητα».
                «Και εγώ θα τον είχα καταλάβει και θα τον είχα συγχωρήσει αν απομακρυνόταν από εμένα, ακόμα και ύστερα από την απιστία του, δέσμιος ενός ανίκητου έρωτα που του είχε γίνει εμμονή».
                «Αλλά τελικά…»
                «…απλώς φοβήθηκε. Είναι τρομακτικό».
                «Φοβήθηκε!»
                «Δεν φέρθηκε καλά σε καμία από τις δυο μας».
                «Είναι ασυγχώρητη η προσβολή που μας έκανε. Μια προσβολή χειρότερη από την απιστία: η απογοήτευση».
                «Παράδωσε εσύ την παρθενική και ανυποψίαστη καρδιά σου σε έναν άνδρα και εκείνος ούτε που θα εκτιμήσει την αξία της, κάνοντάς σε να υποφέρεις. Σας ταιριάζουν πάρα πολύ τα μαύρα».
                «Επειδή είμαι ξανθιά… Αλλά μην ανησυχείτε. Την ερχόμενη σεζόν μού είπε ο μόδιστρός μου ότι θα είναι της μόδας το μπλε. Και έτσι μελαχρινή όπως είστε… Με μερικά κοσμήματα από ζαφείρι…»
                «Ασυγχώρητη αυτή η έλλειψη θάρρους από έναν άνδρα που φαινομενικά άξιζε για δύο. Οι γυναίκες επιθυμούμε διακαώς την αγάπη ή το μίσος, όχι τη βλακεία».
                «Εμένα, σας το εκμυστηρεύομαι, η επιστολή με άφησε παγωμένη, αδιάφορη… Σαν να μην τον είχα γνωρίσει. Ένας άνδρας που δεν στάθηκε ικανός… Έχετε δίκιο».       

Ο Τομάς Μποράς γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1891 όπου και απεβίωσε το 1976. Υπήρξε συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων καθώς και δημοσιογράφος. Χρημάτισε στέλεχος της φασιστικής Falange.


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Παρουσίαση: Ιστορίες Μπονζάι '14




Τὸ ­στο­λό­γιο ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κα­λεῖ τοὺς φί­λους του ­να­γνῶ­στες καὶ συγ­γρα­φεῖς στὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ πρώ­του τό­μου τῆς ­τή­σιας ἀν­θο­λο­γί­ας του «­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14» ποὺ θὰ γί­νει τὴν Πα­ρα­σκευ­ ­α­νου­α­ρί­ου 2015, στὶς 8:00 μμστὸ po­ems ’n cri­mes τῶν Ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι (60 μέ­τρα ­πὸ τὴν ­ξο­δο τοῦ με­τρὸ στὴν ­δὸ ­θη­νᾶςτηλ. 210-3228839). Μὲ εἰ­ση­γή­σεις-μπον­ζά­ι θὰ μι­λή­σουν οἱ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λουΒα­σί­λης Μα­νου­σά­κηςΚων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου. Ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ με­τα­φρα­στὲς ποὺ ἀν­θο­λο­γοῦν­ται θὰ δι­α­βά­σουν οἱ Γιά­ννης Πα­λα­βόςΓι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δηςΧρῖ­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κηςΜα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου, κ.ἄ. Συν­το­νί­ζει ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Feliz 5102

Linventor

Jordi Masó Rahola


La invenció de la màquina per invertir el temps s’atribueix a Ernst Müller (1941- 1867).


Ο εφευρέτης

του Ζόρντι Μασό Ραόλα

Η εφεύρεση της μηχανής της αναστροφής του χρόνου αποδίδεται στον Ερνστ Μίλερ (1941-1867).





Ο Ζόρντι Μασό Ραόλα γεννήθηκε στο Γκρανολιέρς της Ισπανίας το 1967. Έργα του: Els reptes de Vladimir, 2010 και Catáleg de monstres, 2012.