Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ωδή στον Πλάτκο, του Rafael Alberti

 Ωδή στον Πλάτκο

 

του Ραφαέλ Αλμπέρτι

 

Ούτε η θάλασσα,

που αντίκρυ σου κυμάτιζε άγρια δίχως να μπορεί να σε υπερασπιστεί.

Ούτε η βροχή. Ούτε ο άνεμος, που ήταν αυτός που πιο δυνατά βρυχιόταν.

Ούτε η θάλασσα, ούτε ο άνεμος, Πλάτκο,

ξανθέ ματοβαμμένε Πλάτκο,

τερματοφύλακα μες στη σκόνη,

αλεξικέραυνο.

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς.

Κυανόλευκες φανέλες, στον αέρα.

Βασιλικές φανέλες, ενάντιες, εναντίον σου,

να πετούν και να σε σέρνουν.

Πλάτκο, Πλάτκο αλαργινέ,

ξανθέ Πλάτκο σακατεμένε,

φλεγόμενε τίγρη στο χορτάρι μιας άλλης χώρας.

Εσύ, κλειδί, Πλάτκο, σπασμένο το κλειδί σου,

χρυσαφένιο κλειδί πεσμένο μπροστά στη χρυσαφένια πύλη!

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά, Πλάτκο.

Έστρεψε την πλάτη του στον ουρανό.

Μπλε και μπορντό φανέλες ανεμίζουν,

ξέψυχες δίχως αέρα.

Η θάλασσα, απέστρεψε το βλέμμα,

πλάγιασε και λέξη δεν έβγαλε.

Αιμορραγώντας από τις κουμπότρυπες,

αιμορραγώντας για σένα, Πλάτκο,

για σένα, αίμα μαγυάρικο,

δίχως το αίμα σου, την ορμή σου, την απόκρουσή σου, το άλμα σου,

φοβήθηκαν τα εμβλήματα.

Όχι, κανείς, Πλάτκο, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά.

Ήταν η επιστροφή της θάλασσας.

Ήταν δέκα γρήγορες σημαίες

που ξέφρενες έβγαζαν φωτιές.

Ήταν η επιστροφή του ανέμου.

Η επιστροφή στην καρδιά της ελπίδας.

Ήταν η επιστροφή σου.

Ηρωικό μπλε και μπορντό,

κουμάντο ο αέρας στις φλέβες.

Φτερούγες, φτερούγες γαλάζιες και άσπρες,

σπασμένες φτερούγες, τσακισμένες, δίχως πούπουλα,

διάσπαρτες στο χορτάρι.

Κι ο αέρας απέκτησε πόδια,

κορμί, χέρια, κεφάλι.

Κι όλα για σένα, Πλάτκο,

ξανθέ Πλάτκο της Ουγγαρίας!

Και προς τιμή σου, για την επάνοδό σου,

γιατί επανέφερες τον χαμένο σφυγμό της μάχης,

στην εστία που ’χε κόντρα τον άνεμο άνοιξε ένα ρήγμα.

κανείς, κανείς δεν το ξεχνά.

Ο ουρανός, η θάλασσα, η βροχή το θυμούνται.

Τα εμβλήματα.

Τα χρυσά εμβλήματα, λουλούδια στις κουμπότρυπες,

κλειστά, ανοιχτά για σένα.

Όχι, κανείς, κανείς, κανείς,

κανείς δεν ξεχνά, Πλάτκο.

Ούτε το τέλος: την αποχώρησή σου,

ξανθέ ματοβαμμένε αρκούδε,

λιπόθυμη σημαία, περιφορά πάνω σε ώμους σ’ όλο το γήπεδο.

Ω, Πλάτκο, Πλάτκο, Πλάτκο,

εσύ, τόσο μακριά από την Ουγγαρία!

Ποια θάλασσα θα μπορούσε να μην κλάψει για σένα;

Κανείς, κανείς δεν ξεχνά,

όχι, κανείς, κανείς, κανείς.

 

 Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος


>.<>.<


O τραυματισμός του Πλάτκο στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας το 1928.


 

Ο Ραφαέλ Αλμπέρτι [Rafael Alberti] (Ελ Πουέρτο δε Σάντα Μαρία, 1902-1999) είναι κορυφαίος ισπανός ποιητής του 20ού αιώνα. Μέλος της Γενιάς του ’27 (Λόρκα, Θερνούδα κ.ά.). Έζησε για πολλές δεκαετίες εξόριστος, επί δικτατορίας του Φράνκο,  λόγω των κομμουνιστικών του φρονημάτων. Του έχουν απονεμηθεί, μεταξύ άλλων βραβείων, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1924) και το Βραβείο Θερβάντες (1983). Έγραψε δεκάδες ποιητικές συλλογές και 7 θεατρικά έργα. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μια επιλογή ποιημάτων του, μεταφρασμένη από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη. Η «Ωδή στον Πλάτκο» («Oda a Platko», στα ισπανικά) είναι ένα ποίημα που εξυμνεί την ηρωική εμφάνιση του ούγγρου τερματοφύλακα Φραντς Πλάτκο (ο οποίος είχε δεχτεί, μάλιστα, χτύπημα στο κεφάλι κι επέστρεψε στον αγώνα με το κεφάλι μπανταρισμένο, αφού τότε δεν επιτρέπονταν αλλαγές) στον Τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας, στις 20 Μαΐου 1928, στο El Sardinero στην παραθαλάσσια πόλη του Σανταντέρ. Αντιμέτωπες η Μπαρτσελόνα, η ομάδα του Πλάτκο, με τις χαρακτηριστικές μπλε και μπορντό εμφανίσεις, και η βασκική Ρεάλ Σοθιεδάδ [Βασιλικός Σύλλογος, δηλαδή], με μπλε και άσπρες ρίγες. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος 1-1. Επαναλήφθηκε στις 22 Μαΐου, στο ίδιο γήπεδο, με το ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, παίχτηκε και τρίτο παιχνίδι, στις 29 Ιουνίου, στο ίδιο γήπεδο. Νικήτρια, και κυπελλούχος, με 3-1, η Μπάρτσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα δύο τελευταία παιχνίδια τερματοφύλακας της καταλανικής ομάδας ήταν ο Ραμόν Λιορένς. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Voz de Cantabria (27 Μαΐου 1928).  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου