Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Προδημοσίευση: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Álvaro Enrigue, Muerte súbita

ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΣ

Ο Ζαν Ρομπό είχε να φέρει σε πέρας τη χειρότερη σκατοδουλειά του κόσμου το πρωί της 19ης Μαΐου του 1536: να κόψει με τη μία, πέρα για πέρα, το λαιμό της Αν Μπολέυν, μαρκησίας του Πένμπροκ και βασίλισσας της Αγγλίας, μιας κοπέλας τόσο όμορφης που είχε κάνει τον Πορθμό του Καλαί να μοιάζει με ωκεανό. Ο επονείδιστος Λόρδος Καγκελάριος Τόμας Κρόμγουελ είχε διατάξει να τον φέρουν από τη Γαλλία αποκλειστικά γι’ αυτό. Του ζήτησε, με μια λακωνική επιστολή, να έχει μαζί του το τολεδάνικο σπαθί –με κόψη θαυματουργά λεπτή– γιατί επρόκειτο να προβεί σε μια λεπτότατη εκτέλεση.
          Ο Ρομπό δεν ήταν μήτε αγαπητός μήτε απαραίτητος. Ωραίος και ανήθικος, περιπλανιόταν με κρύα διάθεση στο στενό κύκλο ιδιαίτερα εξειδικευμένων εργαζομένων που φύονταν στις αναγεννησιακές Αυλές, προστατευμένοι από τα στραβά μάτια που έκαναν πρέσβεις, υπουργοί, γραμματείς και μεγάλοι θαλαμηπόλοι των βασιλέων. Η επιφυλακτικότητά του, η ομορφιά και η έλλειψη ενδοιασμών τον καθιστούσαν ενδεδειγμένη λύση για να αναλαμβάνει συγκεκριμένες δουλειές που όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν σχολίαζε, δουλειές σκοτεινές δίχως τις οποίες δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει πολιτική. Φρόντιζε το ντύσιμό του με αισθητική ανέλπιστη από κάποιον που επαγγελλόταν τον άγγελο-δολοφόνο: φορούσε ακριβά δαχτυλίδια, εφαρμοστά μπροκάρ παντελόνια με εντυπωσιακά σχέδια, πουκάμισα από βασιλικό μπλε βελούδο που δεν άρμοζαν σε έναν, κατά κυριολεξία, πουτάνας γιο. Είχε καστανά μακριά μαλλιά με ανοιχτόχρωμες μπούκλες και κρεμούσε πάνω τους, με τσιγγάνικη ανεμελιά, τα φτηνιάρικα κοσμήματα που άρπαζε από τις γυναίκες του, υποταγμένες από τα διάφορα άρματα με τα οποία τον είχε προικίσει ο Θεός. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν σιωπηλός επειδή ήταν έξυπνος ή επειδή ήταν ηλίθιος: τα σκούρα μπλε μάτια του, πεσμένα λίγο στην άκρη, δεν εξέφραζαν ποτέ συμπόνια, αλλά και κανενός είδους έχθρα. Επιπλέον ο Ρομπό ήταν Γάλλος: για εκείνον, το να σκοτώσει τη βασίλισσα της Αγγλίας, περισσότερο από έγκλημα ή άθλος, ήταν καθήκον. Ο Κρόμγουελ ζήτησε να πάει στο Λονδίνο γιατί του φάνηκε πως αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό τον καθιστούσε ιδιαιτέρως φυσιολογικό για την εκτέλεση της εν λόγω δουλειάς.
          Δεν ήταν ο βασιλιάς Ερρίκος Η´ εκείνος που διέταξε να θανατωθεί η σύζυγός του από τολεδάνικο σπαθί και όχι από ποταπό τσεκούρι, σαν και εκείνο που είχε διαλύσει τη σπονδυλική στήλη του αδελφού του ― ο οποίος είχε κατηγορηθεί για σύναψη σχέσεων με τη βασίλισσα, ένα αδίκημα που του απέφερε τον αριθμό ρεκόρ των τριών θανατικών καταδικών: για προσβολή του βασιλέως, για μοιχεία και για ακολασία. Απλώς, κανείς δεν μπορούσε να αντέξει, ούτε καν ο επονείδιστος Τόμας Κρόμγουελ, τέτοιος λαιμός να κοπεί από την τραχιά κόψη ενός μπαλτά.
          Το πρωινό της 19ης Μαΐου του 1536 η Αν Μπολέυν παρακολούθησε τη θεία λειτουργία και εξομολογήθηκε. Πριν παραδοθεί στον κοντόσταβλο του Πύργου του Λονδίνου ώστε το σώμα της να διαμελιστεί στα δύο, ζήτησε να ήταν οι κυρίες της των τιμών, και κανείς άλλος, εκείνες που θα είχαν το προνόμιο να της κόψουν τις σαρκώδεις κόκκινες πλεξούδες και να της ξυρίσουν τα υπόλοιπα μαλλιά. Η πλειονότητα των προσωπογραφιών που έχουν φτάσει μέχρι τις ημέρες μας, συμπεριλαμβανομένου του μοναδικού αντιγράφου της μόνης που είναι βέβαιο ότι έγινε όσο ήταν εν ζωή –και που φυλάσσεται στη συλλογή Τυδώρ στο κάστρο του Χέβερ–, την απεικονίζουν με πλούσια κυματιστά μαλλιά.
          Φαίνεται πως η βασιλική κρεβατοκάμαρα έτρεπε σε φυγή τις ερωτικές ορέξεις του βασιλιά Ερρίκου, τόσο ικανός στις εξωσυζυγικές περιπέτειες, αλλά πολύ λίγο συνεπής με τις αναπαραγωγικές υποχρεώσεις της βασιλικής του αξιοπρέπειας. Αν κάποιος το γνώριζε αυτό, δεν ήταν άλλη από τη μαρκησία του Πένμπροκ, που είχε συλλάβει μόνο μια φορά παιδί δικό του, στην εξοχή και όταν ακόμα εκείνος ήταν παντρεμένος με την προηγούμενη βασίλισσα. Είχαν αποκτήσει ένα κοριτσάκι τόσο όμορφο όσο η μητέρα του, για το οποίο ο μονάρχης επεδείκνυε την εκκωφαντική τρυφερότητα των ανθρωποκτόνων. Η Αν Μπολέυν προχώρησε τότε προς το ικρίωμα, έχοντας συνείδηση της στατιστικής πιθανότητας να ανέβει κάποια στιγμή στο θρόνο η κόρη της Ελισάβετ, όπως και τελικά συνέβη. Παραδόθηκε στο μαρτύριο επιδεικνύοντας σκόπιμη χαρά. Οι τελευταίες λέξεις της, τις οποίες πρόφερε μπροστά στους μάρτυρες του θανάτου της, ήταν οι εξής: «Ζητώ από τον Θεό να προστατεύει τον βασιλιά και να του επιτρέψει να κυβερνήσει για πολλά χρόνια την Αγγλία, γιατί ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει ένας πρίγκιπας τόσο ευγενικός και τόσο φιλεύσπλαχνος».
          Ποιο είναι άραγε το στοιχείο εκείνο της γυμνότητας –τόσο απαράλλαχτα ίδιας, θεωρητικά, σε όλες τις περιπτώσεις– που μας διεγείρει; Ολόγυμνους, θα έπρεπε να μας αναστατώνουν μόνο τα τέρατα· και όμως, αυτό που μας κάνει να χάνουμε τα λογικά μας είναι κάτι που μοιάζει με πατρόν. Οι κυρίες των τιμών που συνόδευαν την Μπολέυν μέχρι το μαρτύριο είχαν αφαιρέσει το γιακά του φορέματός της πριν πάνε μαζί της μέχρι το ικρίωμα. Δεν ένιωσαν, όταν της αφαίρεσαν το βέλο και την καλύπτρα της κεφαλής, ότι μείωναν στο ελάχιστο την ομορφιά της: με ξυρισμένο το κεφάλι ήταν τόσο όμορφη όσο και όταν είχε μαλλιά.
          Η γαλαζωπή λάμψη του λαιμού της που έτρεμε εν αναμονή της εκτέλεσης, προκάλεσε μια συναισθηματική φόρτιση στον Ρομπό. Σύμφωνα με την αφήγηση κάποιου από τους μάρτυρες της εκτέλεσης, ο μισθοφόρος είχε την καλοσύνη να προσπαθήσει να ξεγελάσει την ντάμα που κείτονταν μπροστά του γυμνή από την ωμοπλάτη μέχρι την κορυφή της κεφαλής. Έχοντας τη λεπίδα ορθωμένη, έτοιμη να πέσει αδυσώπητη στο λαιμό της βασίλισσας, ρώτησε κάπως σαν αφηρημένος: Έχει δει κανείς το σπαθί μου; Η γυναίκα τίναξε τους ώμους της, μπορεί και ανακουφισμένη που ένα τυχαίο γεγονός μπορεί και να της έσωζε τη ζωή. Έκλεισε τα μάτια. Οι σπόνδυλοι, οι χόνδροι, οι σπογγώδεις ιστοί της τραχείας και του φάρυγγα παρήγαγαν, τη στιγμή που διαμελίζονταν, το κομψό πλατάγισμα του φελλού όταν απελευθερώνεται από ένα μπουκάλι κρασί.
          Ο Ζαν Ρομπό δεν δέχτηκε το πουγκί με τα ασημένια νομίσματα που του πρόσφερε ο Τόμας Κρόμγουελ όταν τελείωσε τη δουλειά. Απευθυνόμενος σε όλο το πλήθος, αλλά κοιτάζοντας κατάματα τον άντρα που είχε συνωμοτήσει, μέχρι να τη ρίξει από το θρόνο, ενάντια στη βασίλισσα, είπε ότι είχε δεχτεί να κάνει αυτό που μόλις είχε κάνει για να γλυτώσει τη δεσποσύνη της από τη φρίκη τού να πεθάνει από το λεπίδι ενός δήμιου. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση προς τους αξιωματούχους και ιερείς που παραβρέθηκαν στον αποκεφαλισμό και έφυγε αμέσως από εκεί, καλπάζοντας για το Ντόβερ. Από πολύ νωρίς ο κοντόσταβλος είχε τοποθετήσει στο δισάκι του αλόγου του τις τροφαντές πλεξούδες της βασίλισσας της Αγγλίας.
          Του άρεσε να παίζει τένις και η εν λόγω πληρωμή τού φάνηκε αρκετή: τα μαλλιά των εκτελεσμένων στα ικριώματα είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και εκείνοι που κατασκεύαζαν μπαλάκια στο Παρίσι ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν εξωφρενικές τιμές προκειμένου να τα αποκτήσουν. Πολύ περισσότερα αν ήταν γυναικεία, ακόμη περισσότερα αν ήταν κόκκινα, και απείρως περισσότερα αν ανήκαν σε μία εν ενεργεία βασίλισσα. 

          Οι πλεξούδες της Αν Μπολέυν παρήγαγαν συνολικά τέσσερα μπαλάκια τένις τα οποία υπήρξαν, με μεγάλη διαφορά, τα πιο πολυτελή αθλητικά είδη της Αναγέννησης.   

To μυθιστόρημα του μεξικανού συγγραφέα Άλβαρο Ενρίγκε Muerte súbita (Βραβείο Herralde, 2013) κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, την άνοιξη του 2018, σε μετάφραση 
Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.    


Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Μια εισαγωγή στους Πολιτισμικούς Ενδείκτες, της Ασπασίας Καμπύλη

Η έννοια του πολιτισμικού ενδείκτη

Ο καθορισμός των πολιτισμικών ενδεικτών παρουσιάζει ποικίλες δυσκολίες, δεδομένου ότι τα πάντα είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως πολιτισμική παραγωγή σε μια γλώσσα, αρχής γενομένης από την ίδια τη γλώσσα. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή στο θέμα που επιχειρεί ο Mayoral Asensio (1999: 67-78) η μελέτη της μετάφρασης των πολιτισμικών διαφορών ανάγεται στον Andrei Fiodorov και τη Σοβιετική ή Σλαβική Σχολή, με έναυσμα την ανάγκη μετάφρασης των διάφορων μειοψηφικών εθνικών γλωσσών και με σαφή πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα, για να συνεχιστεί με τον Otto Kade, της επονομαζόμενης Σχολής της Λειψίας, και την τεράστια επίδρασή του στο περιβάλλον των σοσιαλιστικών χωρών. Ένα θέμα που θα απασχολήσει έκτοτε τις σχετικές μελέτες είναι η διαφοροποίηση ανάμεσα στο σημαινόμενο και το σημαίνον, ενώ διάφοροι όροι θα προταθούν για την απόδοσή τους. Έτσι ως προς το σημαινόμενο συναντούμε τους όρους: referencias culturales, culturemas, realias, presuposiciones, referentes culturales específicos και divergencias metalingüísticas. Ενώ όσον αφορά το σημαίνον που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ συναντούμε τους όρους: segmentos marcados culturalmente, referencias culturales, palabras-realias, nombres de referentes culturales específicos, indicadores culturales, palabras culturales και léxico vinculado a una cultura (ibid: 73). Στην παρούσα εργασία υιοθετούμε τον όρο πολιτισμικός ενδείκτης που εισάγεται στη ελληνική βιβλιογραφία από τον Γραμμενίδη (2009: 107) για να προσδιορίσει τα κειμενικά στοιχεία τα οποία υπό τη μορφή αναφορών σε θέματα ή αντικείμενα αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες ενός πολιτισμού.

Γενικά, ως πολιτισμικοί ενδείκτες θεωρούνται τα στοιχεία μιας γλώσσας που συνδέονται άμεσα με το πιο αυθαίρετο τμήμα της, όπως οι επιχώριοι θεσμοί, τα ανθρωπωνύμια, τα τοπωνύμια, τα ονόματα εφημερίδων και περιοδικών, τα έργα τέχνης κ.λπ. (Franco Aixelá, 1996: 57). Επιπλέον, τα γλωσσικά στοιχεία που συνδέονται με τις ιδιαίτερες εκφράσεις ενός συγκεκριμένου πολιτισμού πολύ συχνά οδηγούν σε μεταφραστικές δυσκολίες. Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι αρνητικές συνδηλώσεις που συνοδεύουν την Παρασκευή στον αγγλοσαξονικό πολιτισμό, συνδηλώσεις που αντιστοίχως φορτίζουν αρνητικά την Τρίτη στο ισπανικό πολιτισμικό περιβάλλον (Franco Aixelá, 2000: 61), ή για να περιοριστούμε στα προβλήματα μεταφρασιμότητας που προκύπτουν ανάμεσα στο ζεύγος των γλωσσών ισπανικά - ελληνικά, ας αναλογιστούμε τη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο έλληνας μεταφραστής στην απόδοση των ισπανικών όρων που συνδέονται με ιδιαίτερες εκφάνσεις του ισπανικού πολιτισμού, όπως είναι η ταυρομαχία ή το φλαμένκο, ή ο ισπανός μεταφραστής στην απόδοση όρων που σχετίζονται με το ρεμπέτικο και την αντίστοιχη ελληνική κουλτούρα (Pratsinis, 2000: 57). Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν μάλιστα πως η μεταφορά των πολιτισμικών στοιχείων από έναν πολιτισμό σε έναν άλλο είναι σχεδόν αδύνατη (Fernández & Guerra, 2012:1), ενώ άλλοι (Pym, 1998: 191) ορίζουν ως πολιτισμικό ενδείκτη οτιδήποτε αντιστέκεται κατά τη μεταφορά από μια γλώσσα σε άλλη.
Πέρα, όμως, από τις δυσκολίες που ανακύπτουν κατά την διαδικασία απόδοσης συγκεκριμένων όρων οι οποίοι ανήκουν αποκλειστικά στην πολιτισμική κληρονομιά κάθε χώρας, ακόμα ίσως μεγαλύτερη είναι η δυσκολία που αντιμετωπίζει ο μεταφραστής όταν έρχεται αντιμέτωπος με κάποιες πολιτισμικές συνήθειες ή συνδηλώσεις, η κυριολεκτική μετάφραση των οποίων θα διαστρέβλωνε τη σημασία τους (Newmark στο Γραμμενίδης, 2009: 109). Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την ισπανική λέξη «sobremesa» και τις συνδηλώσεις της ή την ελληνική συνήθεια να «ανεβάζουμε» ή να «κατεβάζουμε» τα ρούχα ανάλογα με την εποχή.
Ακόμα πιο περίπλοκα είναι τα θέματα που συνδέονται με τις ποικίλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και της ανά χώρα ή ανά εποχή πρόσληψής τους ή τα θέματα που αφορούν την παγκοσμιοποιημένη εκδοχή του δυτικού πολιτισμού. Είναι σαφές, λοιπόν, πως το σύνολο των πολιτισμικών ενδεικτών που διαθέτει μια συγκεκριμένη κοινωνία δεν αποτελεί μια κλειστή ομάδα, αλλά αντιθέτως διαρκώς προστίθενται νέοι πολιτισμικοί ενδείκτες ως ανταπόκριση της εν λόγω κοινωνίας σε ποικίλα ερεθίσματα (Luque Nadal, 2009: 95). Για παράδειγμα, προϊόντα που είναι ταυτισμένα με το δυτικό τρόπο ζωής μπορεί να έχουν διαφορετικές συνδηλώσεις σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς ή στον ίδιο πολιτισμό αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Τέλος, στοιχεία τα οποία φαινομενικά δεν αποτελούν πολιτισμικούς ενδείκτες μπορεί να προκαλέσουν μεταφραστικά προβλήματα σε συγκεκριμένο συγκείμενο. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα ακόμα εύγλωττο παράδειγμα (Brewer στο Herrero, 1998: 314), σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Ευρώπη, η σκηνή όπου ο δράστης, προκειμένου να μην αφήσει αποτυπώματα, ανοίγει με τον αγκώνα του την πόρτα, θα συνιστούσε μεταφραστικό πρόβλημα στις Ηνωμένες πολιτείες όπου όλες οι πόρτες έχουν στρογγυλά πόμολα και όχι χερούλια.
Είναι φανερό λοιπόν, πως είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ως πολιτισμικά φορτισμένο οποιοδήποτε γλωσσικό στοιχείο, όχι μόνο ανάλογα με το αντικείμενο αναφοράς του αλλά και ανάλογα με το αν παρουσιάζει προβλήματα αδιαφάνειας ή αποδοχής από τον μέσο αναγνώστη (Γραμμενίδης, 2009: 109). Κατά συνέπεια, ως πολιτισμικός ενδείκτης θεωρείται κάθε στοιχείο γλωσσικό ή μεταγλωσσικό το οποίο, λόγω του συγκεκριμένου πολιτισμικού βάρους που το χαρακτηρίζει, ενεργοποιεί ένα μεταφραστικό πρόβλημα όταν έρχονται σε επαφή δύο συγκεκριμένοι πολιτισμοί (Molina, 2006: 79).

Κατηγορίες πολιτισμικών ενδεικτών

Η προσπάθεια να κατηγοριοποιηθούν οι πολιτισμικοί ενδείκτες έχει οδηγήσει σε διάφορες προτάσεις: ο Franco Aixelá, (1996: 59), ακολουθεί μια αρχετυπική διαφοροποίηση ανάμεσα σε κύρια ονόματα και κοινές εκφράσεις. Η Nord (2014: 97-108) τους κατατάσσει με βάση την αντίστοιχη γλωσσική λειτουργία (πληροφοριακή, εκφραστική, κλητική ή φατική). Ο Newmark, (2001: 95), τους ταξινομεί στις εξής κατηγορίες: Οικολογία: χλωρίδα, πανίδα, στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος κ.λπ. Υλικός πολιτισμός: τροφή, γαστρονομία, ενδυμασία, κατοικία και πόλεις, μέσα μεταφοράς, μονάδες μέτρησης. Κοινωνική οργάνωση: εργασία και αναψυχή, θεσμοί, οργανισμοί, πρακτικές, διαδικασίες και έννοιες που έχουν σχέση με την πολιτική, τη θρησκεία, την τέχνη, χειρονομίες και συνήθειες. Η Molina (2006: 79-85), ακολουθώντας μια κατηγοριοποίηση ανάλογη με του Newmark, διακρίνει τις εξής κατηγορίες πολιτισμικών ενδεικτών: Φυσικό περιβάλλον: χλωρίδα και πανίδα, ατμοσφαιρικά φαινόμενα, κλίμα, τοπία (φυσικά ή τεχνητά), τοπωνύμια. Πολιτισμική κληρονομιά: πρόσωπα (πραγματικά ή φανταστικά), ιστορικά γεγονότα, θρησκευτικές πεποιθήσεις, εορτασμοί, λαϊκές δοξασίες, φολκλόρ, εμβληματικά έργα και μνημεία, διάσημοι χώροι/τόποι, σκεύη και εργαλεία, μουσικά όργανα, τεχνικές που χρησιμοποιούνται για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, θέματα που σχετίζονται με την αστική ζωή, μέσα μεταφοράς κ.λπ. Κοινωνική κουλτούρα: α) κοινωνικές συμβάσεις και συνήθειες: προσφωνήσεις και τίτλοι, τρόποι φαγητού, ενδυμασίας, ομιλίας, συνήθειες, ηθικές αρχές, χειρονομίες, χαιρετισμοί, κ.λπ. β) κοινωνική οργάνωση: πολιτικά και νομικά συστήματα, επαγγέλματα, νομίσματα, ημερολογιακά συστήματα, μονάδες μέτρησης κ.λπ. Γλωσσική κουλτούρα: μεταγραμματισμοί, παροιμίες, στερεότυπες εκφράσεις, κύρια ονόματα με ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος, τυποποιημένες μεταφορές, συμβολικοί συνειρμοί, επιφωνήματα, βλασφημίες, βρισιές κ.λπ. Πολιτισμικές παρεμβολές: στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι ψευδόφιλες πολιτισμικές συνδηλώσεις, για παράδειγμα η διαφορετική συμβολική σημασία που έχουν κάποια ζώα ή πτηνά σε διαφορετικούς πολιτισμούς, όπως η κουκουβάγια η οποία στο δυτικό πολιτισμό συμβολίζει τη σοφία, ενώ στον αραβικό είναι ένα σύμβολο κακοτυχίας. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι περιπτώσεις πολιτισμικών αναμείξεων, όταν δηλαδή σε ένα κείμενο πηγή υπάρχουν γλωσσικά στοιχεία του πολιτισμού-στόχου, όπως για παράδειγμα η φράση «hasta la vista» σε ένα αγγλικό κείμενο πηγή το οποίο μεταφράζεται στα ισπανικά.
Όπως είναι φυσικό, κάθε προσπάθεια κατηγοριοποίησης υπαγορεύεται από λόγους καθαρά μεθοδολογικούς, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ομαδοποίηση των πολιτισμικών ενδεικτών σε επιμέρους κατηγορίες και η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με πιθανές κανονικότητες στην αντιμετώπιση των μεταφραστικών προβλημάτων που προκύπτουν στα πλαίσια της κάθε κατηγορίας. Καθοριστικό ρόλο στην κατηγοριοποίηση τους παίζει το είδος του κειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας κάθε φορά. Θεωρούμε πως μια κατηγοριοποίηση βασισμένη στο σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκουν οι πολιτισμικοί ενδείκτες θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικότερα την ανάδειξη των ενδεχόμενων μοτίβων που προκύπτουν κατά την αντιμετώπιση των αντίστοιχων μεταφραστικών προβλημάτων. Επιπλέον, η διάκριση σε κατηγορίες όσο το δυνατόν περισσότερο εξειδικευμένες, όσον αφορά το σημασιολογικό τους περιεχόμενο πιστεύουμε πως είναι δυνατόν να οδηγήσει αποτελεσματικότερα στην ανάδειξη των εν λόγω μοτίβων. Έχοντας, λοιπόν, ως βάση την πρόταση του Newmark (2001: 95) και της Molina (2006: 79-85), διακρίνουμε τις παρακάτω κατηγορίες πολιτισμικών ενδεικτών:

Ανθρωπωνύμια: στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνουμε τα ονόματα ιστορικών κυρίως προσώπων, τα παρωνύμια και κάποια ονόματα φανταστικών προσώπων που παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον μεταγραμματισμό τους.
Τοπωνύμια: ονόματα πόλεων, περιοχών, οδών, εθνικά ονόματα και ονόματα τόπων που παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον μεταγραμματισμό τους.
Φυσικό περιβάλλον: περιλαμβάνονται γλωσσικά στοιχεία που αναφέρονται στη χλωρίδα και την πανίδα.
Τροφή και Γαστρονομία: περιλαμβάνονται οι ονομασίες και οι περιγραφές φαγητών και ποτών.
Ενδυμασία: περιλαμβάνονται τα γλωσσικά στοιχεία που αναφέρονται σε τοπικές ενδυμασίες αλλά και σε στοιχεία της καθημερινής ενδυμασίας που κατά τη μεταφορά τους στη γλώσσα στόχο έχουν ως αποτέλεσμα διαφορετικά μεταφραστικά αποτελέσματα.
Κατοικία και Πόλη: στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται στοιχεία αρχιτεκτονικής, επίπλωσης, διακόσμησης καθώς και προσδιορισμοί κτιρίων με βάση τη χρήση τους. Επίσης στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνουμε και τα μέσα μεταφοράς και τις μονάδες μέτρησης του Newmark (2001: 95), θεωρώντας τα ως κατεξοχήν στοιχεία της αστικής ζωής.
Εργασία και Αναψυχή: στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνουμε τα επαγγέλματα, την εργασιακή οργάνωση, τους σχετικούς θεσμούς και οργανισμούς, όπως επίσης στοιχεία που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή συνήθεις πρακτικές και έθιμα, συνήθειες, παιχνίδια και τρόπους αναψυχής.
Πολιτική, Θρησκεία, Τέχνη: περιλαμβάνονται ονόματα κομμάτων, αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, έργα τέχνης, τίτλους βιβλίων, θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Γλωσσική κουλτούρα: περιλαμβάνονται παροιμίες και εκφράσεις, μεταφορές, επιφωνήματα, βλασφημίες, βρισιές κ.λπ.
Ξενόγλωσσες παρεμβολές: λέξεις και φράσεις από διαφορετική του πρωτοτύπου γλώσσα.

Βιβλιογραφία

Fernández Guerra, A. (2012). “Translating Culture: problems, strategies and practical realities”. [SIC]- A Journal of Literarature, Culture, and Cultural Translation, número 5, σελ. 1-14.
Franco Aixelá, J. (1996). “Culture-specific items in translation”, στο Álvarez, R., Vidal, M. C. (επιμ.), Translation, Power, Subversion Κλίβεντον: Multilingual Matters, σελ. 52-78.
Herrero, L. (1998). «Sobre la traducibilidad de los marcadores culturales». στο Chesterman, A., Gallardo San Salvador, N., Gambier, Y. (επιμ.), Translation in context. Selected contributions from the Est Congress. Granada, Spain: Άμστερνταμ/Φιλαδέλφεια: John Benjamins Publishing Company, σελ. 307-316.
Luque Nadal, L. (2009). «Los culturemas ¿unidades linguísticas, ideológicas o culturales?». Language design: journal of theoretical and experimental linguistics, número 11, σελ. 93-120.
Mayoral Asensio, R. (1999-2000). «La traducción de referencias culturales». Sendebar: Revista de la Facultad de Traducción e Interpretación de la Universidad de Granada, número 10-11, σελ. 67-88.
Molina, L. (2006). El otoño del pingüino: Análisis descriptivo de la traducción de los culturemas. Καστεγιό δε λα Πλάνα: Publicacions de la Universitat Jaume I.
Newmark, P. (1988). A Textbook of Translation, Νέα Υόρκη: Phoenix Elt.
Nord, C. (2014). Η μετάφραση ως στοχευμένη δραστηριότητα. Εισαγωγή στις λειτουργικές προσεγγίσεις. (μετάφρ.-προσαρμογή Σ. Γραμμενίδης, Δ. Λάμπρου). Αθήνα: Δίαυλος. (Πρωτότυπη έκδοση 1997).
Pratsinis, N. (2000). «La otredad y los problemas del traductor», στο: Fernández Gonzáles, V., García Ramírez, L., López Villalba, M. & Nikolaidu, I. (επιμ.), Traducir al Otro traducir a Grecia. Μάλαγα: Miguel Gómez Ediciones, σελ. 57-64.
Pym, A. (1998). Method in Translation History. Μάντσεστερ: St. Jerome.
Γραμμενίδης, Σ. (2009). Μεταφράζοντας τον κόσμο του Άλλου. Θεωρητικοί προβληματισμοί. Λειτουργικές προοπτικές. Αθήνα: Δίαυλος.



Το παρόν κείμενο είναι απόσπασμα από τη Διπλωματική Εργασία που εκπόνησε, υπό την εποπτεία του Αναπληρωτή Καθηγητή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η Ασπασία Καμπύλη με τίτλο «Η μετάφραση των πολιτισμικών ενδεικτών στο μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν Los mares del Sur: Συγκριτική μελέτη δύο μεταφράσεών του στα ελληνικά» στο πλαίσιο των σπουδών της στο Μάστερ «Επιστήμες της Γλώσσας και του Πολιτισμού», Κατεύθυνση «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Χοσέ Μορένο Βίγια: Η Χαθίντα αγοράζει έναν πικάσο

José Moreno Villa

 

Jacinta compra un picasso

 

Para su casa rectilínea,

−sin roperos, con garaje y jardín,

piscina y mullidos tapices−

Jacinta compra un Picasso a tres tonos:

rosa, blanco y azul.

Me recibe brincando. Y me abraza:

−¿No ves qué línea? –dice.

¿No ves qué fuerte y qué dulce?

Y Jacinta se besa la mano.

La mano que dio los dineros.

Dineros por arte. 

 

José Moreno Villa (Málaga, España, 16 de febrero de 1887 - Ciudad de México, México, 25 de abril de 1955) fue un archivero, bibliotecario, poeta, articulista, historiador de arte, documentalista, dibujante y pintor español. Fue una figura importante de la Generación del 27. Durante la Segunda República española fue director del Archivo del Palacio Nacional de España. Con la Guerra Civil española se exilió primero en Estados Unidos y posteriormente en México.

 

Πηγή: Jacinta la Pelirroja. Poema en poemas y dibujos (1929)

 

 

Χοσέ Μορένο Βίγια

 

Η Χαθίντα αγοράζει έναν πικάσο

 

Για το ευθύγραμμο σπίτι της,

−δίχως ντουλάπες, με γκαράζ και κήπο,

πισίνα και παχιά χαλιά−

η Χαθίντα αγοράζει έναν πικάσο με τρεις αποχρώσεις:

ροζ, λευκό, μπλε.

Με υποδέχεται χοροπηδώντας. Και με αγκαλιάζει:

«Βλέπεις τι γραμμές;», λέει.

«Βλέπεις τι δυνατό και τι γλυκό;»

Και η Χαθίντα φιλάει το χέρι της.

Το χέρι που της έδωσε το χρήμα.

Χρήμα για την τέχνη.

 

 Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

O José Moreno Villa γεννήθηκε στη Μάλαγα το 1887 και πέθανε, εξόριστος, στην Πόλη του Μεξικού το 1955. Ήταν ένας καλλιτέχνης πολυσχιδής: ζωγράφος, ποιητής, ιστορικός τέχνης. Στα ελληνικά τον μετέφρασε για πρώτη φορά, στο περιοδικό Κύκλος, ο Νίκος Καζαντζάκης στις αρχές τις δεκαετίας του ’30. Το παρόν ποίημα ανήκει στη συλλογή Jacinta la Pelirroja [Χαθίντα η Κοκκινομάλλα] του 1929.