της Ανθούλας Δανιήλ
Διάστιχο,
30 Ιουνίου 2026
«Αποτυγχάνουμε πάντα να μιλήσουμε
για ό,τι αγαπάμε», είπε ο Ρολάν Μπαρτ. Απομένει να δούμε τι πετυχαίνει η Αντρέα
Κότε με την Αγαπητή Μπεθ.
Πρώτα πρώτα, η Αντρέα Κότε
γεννήθηκε στην Κολομβία το 1981. Είναι διακεκριμένη στη χώρα της, καθώς και
στις άλλες λατινόφωνες χώρες, για την ποίηση και την πεζογραφία της. Σπούδασε
Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο των Άνδεων και έλαβε το διδακτορικό της στη Λατινοαμερικανική
Λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές
συλλογές και δύο έργα πρόζας. Για το βιβλίο της Αγαπητή Μπεθ, που
κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου, τιμήθηκε με το 24ο Βραβείο Casa de América de Poesia Americana.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί επίσης στα αγγλικά, γερμανικά, καταλανικά,
ιταλικά, πορτογαλικά, αραβικά, πολωνικά, ρωσικά και κινεζικά. Ζει στις ΗΠΑ και
διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Τέξας – Ελ Πάσο.
Η Αγαπητή Μπεθ υπερβαίνει
τις 80 σελίδες και μιλάει για τη ζωή της μετανάστριας Μπεθ, η οποία ξεκίνησε το
1974 με βίζα επικείμενου γάμου για τις ΗΠΑ. Εκεί έζησε 45 χρόνια τη δύσκολη ζωή
της σκληρά εργαζόμενης, με τον κατώτατο μισθό, μετανάστριας και επέστρεψε με μια
βαλίτσα στην πατρίδα της, όταν πια δεν έβρισκε δουλειά. Το βιβλίο αποτελείται
από αποσπάσματα επιστολών, σελίδες ημερολογίου, πεζόμορφα ποιήματα και
σημειώματα· όλα μικρές τραγωδίες, από όπου ακούγεται η φωνή της Μπεθ, αλλά και
όλων εκείνων που σαν αυτήν αγωνίζονται να επιβιώσουν στην ξένη, αφιλόξενη γη.
Ωστόσο, είναι «ένα ποίημα, γιατί ως γνωστόν μια ολοκληρωμένη ιστορία μπορεί να
ειπωθεί μόνο μέσα από τις ρωγμές της».
Η θεία Μπεθ ήθελε η Αντρέα να
γράψει την ιστορία που έζησε, τον «αμερικανικό εφιάλτη» της, «την ιστορία της
κακής της τύχης», και πιο συγκεκριμένα περιμένει από την Αντρέα να γράψει
εναντίον του οίκου ευγηρίας, της φτώχειας, της μαγειρικής, της αϋπνίας, καθώς
και «για τη λησμονιά».
Στο ποίημα «Αναρωτιέμαι» βλέπουμε
το όνειρο: γούνινο παλτό, δερμάτινες μπότες, υπηκοότητα και σανίδα του σκι.
Όμως τι απομένει από τη σάρωση των τόσων χρόνων στην ξένη γη; Ίσως, μόνο ό,τι
είχε μεταφέρει η Μπεθ από την πατρίδα της: φωτογραφίες, το αγαλματάκι του Χοσέ
Γκρεγκόριο (του γιατρού των φτωχών), τον σταυρό που είχαν στο χωριό, γιατί
«μερικές φορές νιώθω/ ότι το σπίτι επαναλαμβάνεται/ όπως ο πόλεμος ο ίδιος».
Η αφετηρία μιας διαρκούς
διαδρομής του ανθρώπου να περάσει απέναντι, στις ΗΠΑ ή στον θάνατο…
Για ποιο λόγο μεταναστεύουν οι
άνθρωποι; «Οι πάντες γνωρίζουν ότι για να ξεριζωθεί κανείς από έναν τόπο,/
απαιτείται ένα έρωτας ή ένας πόλεμος./ Χρειάζονται δύο πραγματικά πεινασμένοι».
«Τόσο γλυκιά η παιδική ηλικία/ […]/ όσο επίμοχθο και ποταπό το μέλλον τους».
Τι προσόντα χρειάζονται για να
βρει σύζυγο μια μετανάστρια, να μοιραστεί τα εισοδήματα και το σπίτι του; «…να
είναι εμφανίσιμη· ανοιχτόχρωμη, ή μάλλον ξανθιά, Κολομβιανή κατά προτίμηση, που
να μαγειρεύει, που να ξέρει πώς να τον φροντίζει. Τουλάχιστον ξέρω να
μαγειρεύω, σκέφτηκε η Μπεθ». Ένα εκατομμύριο Κολομβιανές, όμορφες γυναίκες,
διάσπαρτες. Με πολύχρωμα ρούχα και πολύ μακιγιάζ… «Γνωρίστε την Κολομβιανή
σύντροφό σας σήμερα. Συμβουλευτική μετανάστευσης». Άλλοτε το απόκομμα περιέχει
πληροφορίες από τη γυναίκα που θέλει άντρα για γάμο ή που αυτοσυστήνεται σαν
προϊόν στην αγορά…
Στο «Φόρμα Ν-400» η μετανάστρια
πρέπει να κάνει ακτινογραφία (τρόπος του λέγειν) και της πιο μύχιας σκέψης της:
«Βεβαιώστε ότι μιλάτε αγγλικά/ Βεβαιώστε ότι είστε πρόθυμη να αποκηρύξετε τα
πάντα,/ απολύτως τα πάντα: χώρα/ κληρονομιά/ τίτλους ευγενείας/ πρίγκιπες/
πασών των γλωσσών,/ ακόμη και την οργή./ Ορκιστείτε/ ότι δεν έχετε πει ποτέ
ψέματα/ σε κανέναν υπάλληλο αυτής της χώρας/ ότι πιστεύετε στον νόμο,/ στη
σκληρή δουλειά/ και στη βοήθεια του Θεού».
Η Αντρέα φτάνει στις ΗΠΑ 30
χρόνια μετά την Μπεθ, για να σπουδάσει ισπανοαμερικανική λογοτεχνία. Ο θόρυβος,
η κίνηση, τα προβλήματα. Η Ανδρέα οδηγεί. Η Μπεθ έπαιρνε το τρένο. Δεν ήξερε
αγγλικά, δεν είχε δίπλωμα οδήγησης, δεν ήξερε ότι το λεωφορείο θα έρθει σε μία
ώρα, δεν είχε πιστωτική κάρτα, δεν είχε λογαριασμό στην τράπεζα. Περπατούσε,
αλλά το περπάτημα εδώ δεν της χρησιμεύει… Αν και η Αντρέα μεταναστεύει στις ΗΠΑ
για σπουδές, και εκείνη με τη σειρά της θα ζήσει ό,τι η Μπεθ. Ο κόσμος έχει
αλλάξει, αλλά η ζωή του μετανάστη είναι δύσκολη και η Αντρέα επανέρχεται μέσω
της Μπεθ στη ζωή και στις απαιτήσεις της, στις δυσκολίες, στην εργασία. Η
κατάντια στον οίκο ευγηρίας:
Για να γίνεις κορμί γέρικο
ανάμεσα σε κορμιά γέρικα,
σάρκα ανάμεσα σε σάρκα,
και τον χειμώνα που στις
κουβέρτες σε θάβει
το κρύο
πάνω από λογής λογής
μηχανήματα,
να σπέρνεις ό,τι έχει
ζουφιάσει στα χορτάρια…
Η Μπεθ στο παράθυρο, ανάμεσα σε
ρετάλια φωνής, η Μπεθ να σκοτώνει κατσαρίδες, να συσσωρεύει συμπράγκαλα,
αυτοκράτειρα θραυσμάτων, να σκίζει χαρτιά, να συσσωρεύει επιστολές… Η Αντρέα
θυμάται κάθε εκδήλωση ψυχής, κάθε πόνο, κάθε δυστυχία, κάθε μιζέρια, κάθε
προηγούμενη γενιά: «…πριν από εμάς υπήρχε μια άλλη αέναα περιπλανώμενη φυλή,
ποιμενίδες της απώλειας, εκείνα τα εργαζόμενα κορίτσια στο Περθ Άμποϊ…».
Το κείμενο με τον τίτλο «Δεν», με
έναν κατάλογο από «Δεν» και «Ούτε», περιγράφει την πάσης φύσεως ερημιά της
Μπεθ, που δεν έχει τίποτα κυριολεκτικά. «Όταν με ρωτούν από πού κατάγομαι
χαμογελάω, ο τόπος από τον οποίο προέρχομαι δεν υπάρχει πια. Εκεί, παρ’ όλα
αυτά, επιστρέφω».
Συγκλονιστικό και το ακόλουθο
σημείωμα:
Στις 21 Αυγούστου 2021, η
Κλαούντια Μασέλα Πινέδα έφυγε από την πατρίδα της, την Τούνχα της Κολομβίας,
και μέσω Μεξικού επιχείρησε να φτάσει στις ΗΠΑ. Βρέθηκε νεκρή μαζί με την κόρη
της και εξαντλημένο το 3χρονο αγοράκι της. Λίγο πριν ξεψυχήσει, είχε τηλεφωνήσει
στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν πρόλαβε… έμεινε από μπαταρία.
Το βιβλίο της Αντρέα Κότε είναι
μια συγκλονιστική μαρτυρία, ένας χείμαρρος δυστυχίας που βιώνει ο μετανάστης. Η
Μπεθ είναι το δείγμα αντί του όλου και η Αντρέα είναι η φωνή του κάθε μετανάστη
και της κάθε μετανάστριας που δεν έχει τίποτα για να πιαστεί και να ελπίζει,
τριγυρισμένη από όλα όσα της λείπουν: γλώσσα, χώρα, ακίνητα, αριθμό ταυτότητας.
Έχει όμως: «Υδάτινα ερπετά,/ φωτεινή σπείρα σκόνης/ όνειρο και εφιάλτης των
οδοιπόρων…». Παρ’ όλα αυτά, ελπίζει πως: «Κάτι δικό μου/ από όλα αυτά/ που
εξακολουθεί να προχωρά/ θα μπορέσει στο τέλος να περάσει απέναντι». Έτσι, η
δυστυχής Μπεθ γίνεται η αφετηρία μιας διαρκούς διαδρομής του ανθρώπου να
περάσει απέναντι, στις ΗΠΑ ή στον θάνατο…
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος με τη
μετάφρασή του τιμά την ελληνική γλώσσα και το αναγνωστικό κοινό.
Andrea Cote
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Ίκαρος
88 σελ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου