Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Héctor Viel Temperley / Έκτορ Βιελ Τέμπερλεϊ // Poema y romances / Ποίημα και τραγούδια

 

Poema y romances

Ποίημα και τραγούδια


El ángel de las botas

 

Como botas de ahogado,

mis botas junto al mar se han azulado.

 

Mis botas sin jinete

y en espuma de mar, no de caballos.

 

Sus puntas ya no sienten

mi cuerpo en los estribos, casi alado.

 

Y mis piernas no surgen

de su cuero, tirante hacia lo alto.

 

Sin botas por la arena,

corro hasta ellas sonriendo, y con mis manos

 

las alzo. Y frente al agua

las afirmo de nuevo, arrodillado.

 

Surgiendo de mis botas,

como a golpes de viento se ha formado.

 

Y por olerlo rueda

el mar hasta mis botas, disparado.

 

Εn medio de su cuerpo

crecen olas, lamiéndolo y quebrándolo.

 

Azul de brazo a brazo,

sus pulmones son cielos destrozados.

 

Cintas blancas y azules

atan su pelo al sol. Y es todo blanco

 

desde las cortas alas

hasta el vientre. Mis botas más abajo.

 

Volteadas por el viento,

mis botas caen al fin. Y arrodillado

 

abrazo más que viento.

Abrazo al ángel que hice con mis manos.

 



Ο άγγελος με τις μπότες

 

Σαν τις μπότες πνιγμένου,

οι μπότες μου πλάι στη θάλασσα μπλαβίσαν.

 

Οι μπότες μου δίχως καβαλάρη

στης θαλάσσης, όχι των αλόγων, τον αφρό.

 

Οι μύτες τους πια δεν νιώθουν

στους αναβολείς το σώμα μου, τώρα φτερωτό.

 

Και τα πόδια μου δεν αναδύονται 

απ’ το δέρμα τους, προς τα ύψη ορθωμένο.

 

Χωρίς μπότες στην άμμο,

προς εκείνες τρέχω γελώντας, με τα χέρια

 

τις σηκώνω. Κι αντίκρυ στο νερό

όρθιες ξανά τις στήνω, γονατιστός.

 

Αναδυόμενος απ’ τις μπότες μου,

από ριπές ανέμου σαν να ’ναι φτιαγμένος.

 

Και να τον μυρίσει κυλά

η θάλασσα ως τις μπότες μου, ορμητική.

 

Καταμεσής στο σώμα του

κύματα υψώνονται, τον γλείφουνε, τον σπάνε.

 

Μπλε από χέρι σε χέρι,

τα πνευμόνια του ουρανοί θρυμματισμένοι.

 

Λευκές και μπλε κορδέλες

δένουν τα μαλλιά του στον ήλιο. Κι είναι ολόλευκος

 

από τα κοντά φτερά

έως την κοιλιά. Οι μπότες μου κάτω.

 

Ριγμένες απ’ τον άνεμο,

οι μπότες μου πέφτουν τελικά. Και γονατιστός

 

αγκαλιάζω όχι μόνο άνεμο.

Αγκαλιάζω τον άγγελο απ’ τα χέρια μου φτιαγμένο.


 

De la niña muerta

 

Tenía la altura,

tal vez, de mi pierna.

Midiendo mi pierna

me parece verla.

 

Cuando por las tardes

jugaba en la arena,

le pedía un balde

por jugar con ella.

 

Yo jugaba al ángel,

al medirla y verla,

de velas azules

y moños de velas.

 

Para el mediodía,

de mi sombra cerca,

jazminero bajo,

al andar, era ella.

 

Ni la flor ni el cielo,

con blancas orejas,

pudieron mimarla;

menos tiernos eran.

 

Vivió en la medida

que planta la hortensia.

Cojo en mi recuerdo;

la llevo en la pierna.

 



Του νεκρού κοριτσιού

 

Στο ύψος θα ’ταν

ίσως του ποδιού μου.

Μετρώντας το πόδι μου,

σαν να τη βλέπω νιώθω.

 

Όταν τ’ απογεύματα

έπαιζε στην άμμο,

κουβαδάκι ζητούσα

μαζί της για να παίξω.

 

Έπαιζα τον άγγελο,

μετρώντας τη, θωρώντας τη,

με κεριά μπλε

και φιόγκους κεριών.

 

Κατά το μεσημέρι,

στη σκιά μου σιμά,

γιασεμί κοντούλικο,

περπατώντας, ήμουν εκείνη.

 

Ούτε λουλούδι ούτε ουρανός,

με τα λευκά αφτιά,

μπόρεσαν να την κανακέψουν·

λιγότερο τρυφερά ήταν.

 

Έζησε όσο ζει

το φυτό της ορτανσίας.

Κουτσός στη μνήμη μου·

στο πόδι μου την κουβαλώ.

 


 

Del niño que aprendió a nadar

 

La madre y el hijo miran,

desde el lado de la patria,

el río que es argentino

todo el ancho de una pampa.

Río de escudo porteño,

con velas que no alegraban.

 

El cuerpo como un acento,

los brazos sobre las chapas

de un tanque, nadan muchachos

la sombra de balaustradas.

La madre y el hijo miran,

y los muchachos se marchan.

 

Le dijo al niño, el abuelo,

que en el tanque se bañara.

El abuelo con la madre

mirando en las balaustradas.

Desde ellas el cielo, oblicuo

sobre el niño que ya baja.

 

Entra de espaldas y tiembla

el agua que lo levanta.

Menos pequeño, relaja

piernas y vientre en el agua.

Callado aprende, y a solas

sabe que nada. Ya nada.

 

Se vuelve con humedad

recta de cielo, azulada.

Sobre la toalla, en un hombro,

el río y las nubes carga.

La madre le espera junto

al abuelo, en las barrancas.

 

A ambos lados mandarinos,

a la derecha las casas.

Trae en la cintura fiebre

y cicatriz heredada.

Llega y les dice, despacio:

Ya nado. Luego descansa.

 


 

Του αγοριού που έμαθε να κολυμπά

 

Μητέρα και γιος κοιτούν,

από τη μεριά της πατρίδας,

το ποτάμι το αργεντίνικο,

σαν την πάμπα πλατύ.

Ποτάμι έμβλημα του Μπουένος Άιρες,

με διόλου χαρμόσυνα πανιά.

 

Το σώμα σαν οξεία,

τα χέρια στις λαμαρίνες πάνω

μιας δεξαμενής, κολυμπούν τ’ αγόρια

στων μπαλαούστρων τη σκιά.

Μητέρα και γιος κοιτούν,

και τ’ αγόρια φεύγουν.

 

Του είπε του αγοριού, ο παππούς,

στη δεξαμενή να κολυμπήσει.

Ο παππούς με τη μητέρα

κοιτώντας μέσα απ’ τα μπαλαούστρα.

Από ’κει ο ουρανός λοξός

πάνω στ’ αγόρι που ήδη κατεβαίνει.

 

Με την πλάτη μπαίνει και τρέμει

το νερό που το σηκώνει.

Λιγότερο μικρό, χαλαρώνει

πόδια και κοιλιά στο νερό.

Σιωπηλό μαθαίνει, και μόνο του

ξέρει πως κολυμπά. Κολυμπά πια.

 

Επιστρέφει με υγρασία

ουρανοκατέβατη, μπλαβιά.

Πάνω στην πετσέτα, στον έναν ώμο,

το ποτάμι και τα σύννεφα κουβαλά.

Η μητέρα τον περιμένει πλάι

στον παππού, στο αγνάντι.

 

Μανταρινιές ολούθε,

τα σπίτια στα δεξιά.

Κουβαλάει στη μέση πυρετό

και μια ουλή κληρονομιά.

Φτάνει και τους λέει, αργά

πριν ξαποστάσει: κολυμπάω πια.

 


 

Del muchacho borracho

 

Por la calle del puerto

da un paso, un par de pasos.

Pero no huele a puerto;

huele a potros y pastos.

 

Va con la borrachera

surgiendo de sus tacos,

y le crecen dos botas

como en mitad del campo.

 

Aunque ahora no lo monta

se duerme en su caballo.

Cierra sobre las crines

sus ojos de muchacho.

 

Cerca del marinero,

cuando el sol le da el alto,

dos alas le descubre

al caballo en sus flancos.

 

Y por el cielo azul,

volando y galopando,

se va mientras vomita

la ciudad hasta el campo.

 



Του μεθυσμένου παλικαριού

 

Στον δρόμο στο λιμάνι

κάνει ένα βήμα, κάνει δυο.

Μα λιμάνι δεν μυρίζει·

μυρίζει πουλάρια και αγρό.

 

Προχωράει με το μεθύσι

απ’ τις σόλες του να ξεπηδά,

και δύο μπότες τού φυτρώνουν

μες του κάμπου τα σπαρτά.

 

Αν και δεν το καβαλά,

στ’ άλογό του αποκοιμιέται.

Πάνω στη χαίτη του κρατά

τ’ αγορίσια μάτια κλειστά.

 

Στον ναύτη σιμά,

σαν ο ήλιος τον σταματά,

δύο φτερούγες φανερώνει

στου αλόγου τα πλευρά.

 

Και στον μπλαβή ουρανό

καλπάζει και πετά,

φεύγει καθώς ξερνά

την πόλη ως τον κάμπο. 

 

  

>.<>.<>.<>.<>.<>.<



Ο Έκτορ Βιελ Τέμπερλεϊ (Μπουένος Άιρες, 1933-1987), γνωστός στους φίλους του ως Ετομίν, ήταν Αργεντινός ποιητής. Θεωρείται ως μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική παράδοση της χώρας του λόγω της μυστικιστικής φύσης του έργου του. Σήμερα, θαυμάζεται ως cult συγγραφέας και το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ το 2003 εκδόθηκαν τα ποιητικά του άπαντα από τις Ediciones del Dock. Το Ποίημα και τραγούδια είναι η πρώτη του ποιητική σύνθεση, γραμμένη το 1951, και περιλαμβάνεται στο πρώτο του βιβλίο, Poemas con caballos [Ποιήματα με άλογα], του 1956.


Η μετάφραση είναι προϊόν του «Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά» που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Κατερίνα Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλια Εμμανουηλίδου, Μαρία Κολεύρη, Παντελής Κουτσιανάς, Ελευθερία Λακάσα, Χριστίνα Μπατσίλα, Ματίνα Μπίλλια, Σοφία Πανταζίδου, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παπανικολάου, Μυρσίνη Πάρσαλη, Τζίνα Ρουμπέα, Ζαχαρίας Χιονίδης. Θερμές ευχαριστίες στην καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Μάλαγας (UMA) και μεταφράστρια Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα για την καθοριστική συνεισφορά της στην τελική μεταφραστική εκδοχή.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου