Poema
y romances
Ποίημα και τραγούδια
El ángel de las botas
Como botas de ahogado,
mis botas junto al mar se han
azulado.
Mis botas sin jinete
y en espuma de mar, no de
caballos.
Sus puntas ya no sienten
mi cuerpo en los estribos, casi
alado.
Y mis piernas no surgen
de su cuero, tirante hacia lo
alto.
Sin botas por la arena,
corro hasta ellas sonriendo, y
con mis manos
las alzo. Y frente al agua
las afirmo de nuevo, arrodillado.
Surgiendo de mis botas,
como a golpes de viento se ha
formado.
Y por olerlo rueda
el mar hasta mis botas, disparado.
Εn medio de su cuerpo
crecen olas, lamiéndolo y
quebrándolo.
Azul de brazo a brazo,
sus pulmones son cielos
destrozados.
Cintas blancas y azules
atan su pelo al sol. Y es todo
blanco
desde las cortas alas
hasta el vientre. Mis botas más
abajo.
Volteadas por el viento,
mis botas caen al fin. Y
arrodillado
abrazo más que viento.
Abrazo al ángel que hice con mis
manos.
Ο άγγελος με
τις μπότες
Σαν τις
μπότες πνιγμένου,
οι μπότες
μου πλάι στη θάλασσα μπλαβίσαν.
Οι μπότες
μου δίχως καβαλάρη
στης θαλάσσης,
όχι των αλόγων, τον αφρό.
Οι μύτες
τους πια δεν νιώθουν
στους
αναβολείς το σώμα μου, τώρα φτερωτό.
Και τα πόδια
μου δεν αναδύονται
απ’ το δέρμα
τους, προς τα ύψη ορθωμένο.
Χωρίς μπότες
στην άμμο,
προς εκείνες
τρέχω γελώντας, με τα χέρια
τις σηκώνω.
Κι αντίκρυ στο νερό
όρθιες ξανά τις
στήνω, γονατιστός.
Αναδυόμενος
απ’ τις μπότες μου,
από ριπές
ανέμου σαν να ’ναι φτιαγμένος.
Και να τον
μυρίσει κυλά
η θάλασσα ως
τις μπότες μου, ορμητική.
Καταμεσής
στο σώμα του
κύματα
υψώνονται, τον γλείφουνε, τον σπάνε.
Μπλε από
χέρι σε χέρι,
τα πνευμόνια
του ουρανοί θρυμματισμένοι.
Λευκές και μπλε
κορδέλες
δένουν τα
μαλλιά του στον ήλιο. Κι είναι ολόλευκος
από τα κοντά
φτερά
έως την
κοιλιά. Οι μπότες μου κάτω.
Ριγμένες απ’
τον άνεμο,
οι μπότες
μου πέφτουν τελικά. Και γονατιστός
αγκαλιάζω
όχι μόνο άνεμο.
Αγκαλιάζω
τον άγγελο απ’ τα χέρια μου φτιαγμένο.
De la niña muerta
Tenía la altura,
tal vez, de mi pierna.
Midiendo mi pierna
me parece verla.
Cuando por las tardes
jugaba en la arena,
le pedía un balde
por jugar con ella.
Yo jugaba al ángel,
al medirla y verla,
de velas azules
y moños de velas.
Para el mediodía,
de mi sombra cerca,
jazminero bajo,
al andar, era ella.
Ni la flor ni el cielo,
con blancas orejas,
pudieron mimarla;
menos tiernos eran.
Vivió en la medida
que planta la hortensia.
Cojo en mi recuerdo;
la llevo en la pierna.
Του νεκρού
κοριτσιού
Στο ύψος θα
’ταν
ίσως του
ποδιού μου.
Μετρώντας το
πόδι μου,
σαν να τη
βλέπω νιώθω.
Όταν τ’
απογεύματα
έπαιζε στην
άμμο,
κουβαδάκι
ζητούσα
μαζί της για
να παίξω.
Έπαιζα τον
άγγελο,
μετρώντας τη,
θωρώντας τη,
με κεριά
μπλε
και φιόγκους
κεριών.
Κατά το
μεσημέρι,
στη σκιά μου
σιμά,
γιασεμί
κοντούλικο,
περπατώντας,
ήμουν εκείνη.
Ούτε
λουλούδι ούτε ουρανός,
με τα λευκά
αφτιά,
μπόρεσαν να
την κανακέψουν·
λιγότερο
τρυφερά ήταν.
Έζησε όσο
ζει
το φυτό της
ορτανσίας.
Κουτσός στη
μνήμη μου·
στο πόδι μου
την κουβαλώ.
Del niño que aprendió a
nadar
La madre y el hijo miran,
desde el lado de la patria,
el río que es argentino
todo el ancho de una pampa.
Río de escudo porteño,
con velas que no alegraban.
El cuerpo como un acento,
los brazos sobre las chapas
de un tanque, nadan muchachos
la sombra de balaustradas.
La madre y el hijo miran,
y los muchachos se marchan.
Le dijo al niño, el abuelo,
que en el tanque se bañara.
El abuelo con la madre
mirando en las balaustradas.
Desde ellas el cielo, oblicuo
sobre el niño que ya baja.
Entra de espaldas y tiembla
el agua que lo levanta.
Menos pequeño, relaja
piernas y vientre en el agua.
Callado aprende, y a solas
sabe que nada. Ya nada.
Se vuelve con humedad
recta de cielo, azulada.
Sobre la toalla, en un hombro,
el río y las nubes carga.
La madre le espera junto
al abuelo, en las barrancas.
A ambos lados mandarinos,
a la derecha las casas.
Trae en la cintura fiebre
y cicatriz heredada.
Llega y les dice, despacio:
Ya nado. Luego descansa.
Του αγοριού
που έμαθε να κολυμπά
Μητέρα και
γιος κοιτούν,
από τη μεριά
της πατρίδας,
το ποτάμι το
αργεντίνικο,
σαν την
πάμπα πλατύ.
Ποτάμι
έμβλημα του Μπουένος Άιρες,
με διόλου
χαρμόσυνα πανιά.
Το σώμα σαν οξεία,
τα χέρια στις
λαμαρίνες πάνω
μιας
δεξαμενής, κολυμπούν τ’ αγόρια
στων μπαλαούστρων
τη σκιά.
Μητέρα και
γιος κοιτούν,
και τ’
αγόρια φεύγουν.
Του είπε του
αγοριού, ο παππούς,
στη δεξαμενή
να κολυμπήσει.
Ο παππούς με
τη μητέρα
κοιτώντας
μέσα απ’ τα μπαλαούστρα.
Από ’κει ο
ουρανός λοξός
πάνω στ’
αγόρι που ήδη κατεβαίνει.
Με την πλάτη
μπαίνει και τρέμει
το νερό που
το σηκώνει.
Λιγότερο
μικρό, χαλαρώνει
πόδια και
κοιλιά στο νερό.
Σιωπηλό
μαθαίνει, και μόνο του
ξέρει πως
κολυμπά. Κολυμπά πια.
Επιστρέφει
με υγρασία
ουρανοκατέβατη,
μπλαβιά.
Πάνω στην
πετσέτα, στον έναν ώμο,
το ποτάμι
και τα σύννεφα κουβαλά.
Η μητέρα τον
περιμένει πλάι
στον παππού,
στο αγνάντι.
Μανταρινιές
ολούθε,
τα σπίτια
στα δεξιά.
Κουβαλάει
στη μέση πυρετό
και μια ουλή
κληρονομιά.
Φτάνει και
τους λέει, αργά
πριν
ξαποστάσει: κολυμπάω πια.
Del muchacho borracho
Por la calle del puerto
da un paso, un par de pasos.
Pero no huele a puerto;
huele a potros y pastos.
Va con la borrachera
surgiendo de sus tacos,
y le crecen dos botas
como en mitad del campo.
Aunque ahora no lo monta
se duerme en su caballo.
Cierra sobre las crines
sus ojos de muchacho.
Cerca del marinero,
cuando el sol le da el alto,
dos alas le descubre
al caballo en sus flancos.
Y por el cielo azul,
volando y galopando,
se va mientras vomita
la ciudad hasta el campo.
Του
μεθυσμένου παλικαριού
Στον δρόμο
στο λιμάνι
κάνει ένα
βήμα, κάνει δυο.
Μα λιμάνι δεν
μυρίζει·
μυρίζει
πουλάρια και αγρό.
Προχωράει με
το μεθύσι
απ’ τις
σόλες του να ξεπηδά,
και δύο
μπότες τού φυτρώνουν
μες του
κάμπου τα σπαρτά.
Αν και δεν το
καβαλά,
στ’ άλογό
του αποκοιμιέται.
Πάνω στη
χαίτη του κρατά
τ’ αγορίσια
μάτια κλειστά.
Στον ναύτη
σιμά,
σαν ο ήλιος
τον σταματά,
δύο
φτερούγες φανερώνει
στου αλόγου
τα πλευρά.
Και στον μπλαβή
ουρανό
καλπάζει και
πετά,
φεύγει καθώς
ξερνά
την πόλη ως τον
κάμπο.
>.<>.<>.<>.<>.<>.<
Ο Έκτορ Βιελ
Τέμπερλεϊ (Μπουένος Άιρες, 1933-1987), γνωστός στους φίλους του ως Ετομίν, ήταν
Αργεντινός ποιητής. Θεωρείται ως μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική
παράδοση της χώρας του λόγω της μυστικιστικής φύσης του έργου του. Σήμερα,
θαυμάζεται ως cult συγγραφέας και το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές
γλώσσες, ενώ το 2003 εκδόθηκαν τα ποιητικά του άπαντα από τις Ediciones del
Dock. Το Ποίημα και τραγούδια είναι η πρώτη του ποιητική σύνθεση, γραμμένη
το 1951, και περιλαμβάνεται στο πρώτο του βιβλίο, Poemas con caballos
[Ποιήματα με άλογα], του 1956.
Η μετάφραση είναι προϊόν του «Εργαστηρίου Λογοτεχνικής
Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά» που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ.
Συμμετείχαν οι: Κατερίνα Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλια Εμμανουηλίδου,
Μαρία Κολεύρη, Παντελής Κουτσιανάς, Ελευθερία Λακάσα, Χριστίνα Μπατσίλα, Ματίνα
Μπίλλια, Σοφία Πανταζίδου, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παπανικολάου,
Μυρσίνη Πάρσαλη, Τζίνα Ρουμπέα, Ζαχαρίας Χιονίδης. Θερμές ευχαριστίες στην
καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Μάλαγας (UMA) και μεταφράστρια
Μαρία Λόπεθ Βιγιάλμπα για την καθοριστική συνεισφορά της στην τελική
μεταφραστική εκδοχή.