Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Βιβλιοκριτική της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη για το Συγγνώμη... να περάσω; Ποιήματα (1967-1999) του Luis Sepúlveda

 

O Σεπούλβεδα στον οίκο της ποίησης

 

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη |  Η Εποχή, 26 Ιουλίου 2024

 

Λουίς Σεπούλβεδα «Συγγνώμη... να περάσω;», μετάφραση: Μαρία Αθανασιάδου, Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδόσεις Οpera, 2024

 

«Στις ακόλουθες σελίδες ο αναγνώστης θα βρει ποιήματα ή μάλλον, λέξεις τακτοποιημένες με τους ουδέποτε διατυπωμένους νόμους του ενστίκτου και του ρυθμού της ίδιας μου της αναπνοής, που είναι ό,τι κοντινότερο στη μετρική γνωρίζω».

Μ’ αυτά τα λόγια συστήνει ο χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα (1949-2020) τα ποιήματα που έγραψε και κυκλοφόρησαν πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οpera υπό τον τίτλο «Συγγνώμη... να περάσω;». Η έκδοση των ποιημάτων καλύπτει την περίοδο 1967-1999 σε επιμέλεια Αλεχάντρο Θέσπεδες και μετάφραση από τους Μαρία Αθανασιάδου, Θεώνη Κάμπρα, Αλίκη Μανωλά, Ιφιγένεια Ντούμη, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Ο σπουδαίος λογοτέχνης και ακτιβιστής Σεπούλβεδα με τον πολυκύμαντο βίο -τον άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική ιστορία της πατρίδας του- αποκαλούσε την ποίηση το μεδούλι της λογοτεχνίας. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική του πορεία ως ποιητής, αλλά σταδιακά η πεζογραφία άρχισε να κερδίζει έδαφος.

                Ο Σεπούλβεδα μετά το πραξικόπημα Πινοτσέτ στην Χιλή κυνηγήθηκε ως αντιφρονούντας. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε ποινή είκοσι οκτώ ετών. Μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού αποφυλακίστηκε με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και εξορίστηκε. Η ζωή του ήταν πάντα αγώνας και κυνηγητό. Τον Φεβρουάριο του 2020 ο συγγραφέας αρρώστησε, νοσηλεύτηκε στην Ισπανία όπου και ζούσε. Εκεί έχασε τελικά τη μάχη για τη ζωή έχοντας νοσήσει από την Covid-19.

Ο Σεπούλβεδα υπήρξε συγγραφέας περισσοτέρων από είκοσι μυθιστορημάτων, ταξιδιωτικών βιβλίων, σεναρίων, δοκιμίων και θεατρικών έργων. Ανάμεσα στις πιο γνωστές συγγραφικές καταθέσεις του (όλες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, πλην μίας σε μετάφραση Ελένης Χαρατσή, ενώ ένα βιβλίο έχει συν-μεταφράσει η Τζίνα Σερέτη) βρίσκονται το πρώτο του μυθιστόρημα «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (1989), εμπνευσμένο από την εξάμηνη παραμονή του στον Αμαζόνιο και τη συμβίωσή του με τους ινδιάνους Σουάρ, «Το Ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (1996) βασισμένο στην τελευταία εβδομάδα της ζωής ενός επαγγελματία εκτελεστή, αλλά και το διαφορετικό «Η τρέλα του Πινοτσέτ» (2002), όπου ο Σεπούλβεδα συγκέντρωσε είκοσι δύο άρθρα καταγγελίας που είχε γράψει κατά του δικτάτορα.

Ο Σεπούλβεδα σε ένα από τα ποιήματα της έκδοσης γράφει: «Ο παππούς μου είχε φωνή ιτιάς/ και πολύ λευκά κι αραιά γένια/ σαν τα βουνά τον Σεπτέμβριο./
Με τον παλιό του μεγεθυντικό φακό/ διάβασα το χέρι του κόσμου».

Πόσοι συγγραφείς μπορούν να το ισχυριστούν αυτό χωρίς ενστάσεις; Ο Σεπούλβεδα είναι οπωσδήποτε μία περίπτωση συγγραφέα που διάβασε το χέρι του κόσμου. Όμως, τι είδε στο μέλλον; Κι αν είδε, με τον τρόπο του χρησμοδότησε; Ίσως η υπηρεσία του στην ποίηση να μπορεί να μας διαφωτίσει. Μεταφέρω εδώ ένα ποίημα προς απάντηση.

 

Οι Τουπαμάρος θα πεθάνουν στο Παρίσι

 

Ταξίδεψε κάτω από τη γη

το ανεξερεύνητο και τη ζωή.

Γνώρισε τη σόλα των παπουτσιών του κόσμου.

Υπήρξε ρεαλιστής.

Ευγνώμων που ήταν τυφλός

όπως η πιο όμορφη θέα.

Έκανε ένα δρομολόγιο τόσο γοργό με το μετρό

που δεν πρόφτασε ν’ αναγνωρίσει την ίδια του την εικόνα.

Τη σφαίρα την έφαγε στο σβέρκο

τη στιγμή ακριβώς που το φως

θα τον έφτυνε κατάμουτρα

κι εκείνος ήταν έτοιμος να πει ευχαριστώ.

 

Έχοντας υπάρξει στον στενό κύκλο του Προέδρου Αλιέντε, στη Διεθνή ταξιαρχία Σιμόν Μπολίβαρ για την απελευθέρωση της Νικαράγουας και έχοντας προσφέρει ακόμη και στο οικολογικό κίνημα συνεργαζόμενος με την Greenpeace, ο Σεπούλβεβα είδε και κατέγραψε πολλά, πρωτίστως με την πολιτική του συνείδηση. Στα ποιήματά του μπορούμε να αναλύσουμε ένα σπάνιο μείγμα πολιτικού ήθους και δίκαιης φαντασίας.

Τα ποιήματα της έκδοσης χωρίζονται σε ενότητες: «Πρώτα ποιήματα», «Ποιήματα της αναγκαστικής πορείας», «Η Μπαλάντα του τύπου με το ένα αυτί», «Μπαλάντα του ερημίτη», «Ασκήσεις για να γίνεις ο ποιητής που υπήρξα εγώ», και τέλος «Άλλα ποιήματα» για τα τελευταία ποιήματα ως το 1999. Πρόκειται για ποιήματα γοητευτικά, μεγαλόκαρδα, αλλά και καυστικά. Ποιήματα σίγουρης πένας στην πυκνή τους ελλειπτική, στην αινιγματικότητα και την ευαισθησία τους.

Στο κατατοπιστικό επίμετρο του επιμελητή διαβάζουμε πως υπάρχουν στη ζωή του Σεπούλβεδα δύο γεγονότα που ίσως εξηγούν γιατί ο συγγραφέας σταμάτησε να γράφει ποιήματα τη δεκαετία του 1990. Ο Θέσπεδες σημειώνει πως το πρώτο συμβάν ήταν η μεγάλη επιτυχία του πρώτου του μυθιστορήματος, ενώ το δεύτερο καθοριστικό γεγονός ήταν η επανασύνδεσή του με την πρώτη του σύζυγο, καθώς θέλησε να της αφήσει τον χώρο της. «Η ποιήτρια είναι εκείνη», θα πει ο Σεπούλβεδα για την Κάρμεν Γιάνιες. «Εγώ δεν είμαι παρά ένας αφηγητής».

Η σύρτις αποσύρεται με δύο ποιήματα αντιπροσωπευτικά της ποιητικής θητείας του μεγάλου χιλιανού συγγραφέα, ο οποίος δεν δημοσίευσε παρά έντεκα ποιήματα στη ζωή του. Ας κρατήσουμε, επίσης, μία ωραία εικόνα. Τον Λουίς Σεπούλβεδα δεκαέξι χρονών στο δασικό πάρκο του Σαντιάγο της Χιλής να μοιράζει στην Έκθεση Λαϊκής Τέχνης τα πρώτα του ποιήματα.

 

Αξιότιμος πολίτης

 

Δεν ονειρεύεται την τάξη αφού την έχει

 εγκαταστήσει στο σαλόνι του σπιτιού του.

Τα αντικείμενα της ευτυχίας περιλαμβάνουν

 γραμματόσημα, ετικέτες, διάφορες μάρκες,

αλλά είναι συμβατά μεταξύ τους

όπως τα όνειρα.

 

Το θέμα είναι να ενδώσεις σε κάποια πράγματα,

η ανοχή είναι χάρισμα των καιρών

όταν γίνεται επίδειξη ευφυίας στην τηλεόραση, ένας σωρός από διαφορετικές απόψεις παρελαύνουν.

Ξαπλωμένος στον καναπέ, ο σοφός άνθρωπος

παραδίδεται στις ηδονές της ανυπαρξίας ηδονών.

Εκπληρώνει τα καθήκοντά του ως πολίτης,

ψηφίζει, πληρώνει φόρους και μέχρι που αποφεύγει

 να διαπληκτίζεται με τους γείτονες για το θόρυβο.

 Κι έτσι κοιμάται ευτυχής αλλά δεν ονειρεύεται

την ελευθερία που άλλοι νοσταλγούν,

διότι ξέρει ότι την έχει έξω από την πόρτα του

ντυμένη τη στολή

του έμμισθου φρουρού.

 

 

Ποιητές στη Νέα Υόρκη

 

Ουόλτ Γουίτμαν, εγώ μονάχα ήθελα

να περάσω λίγο χρόνο μαζί σου

και να σου διαβάσω κάποιους στίχους

του Αλμπέρτι ή του Βαγέχο.

Ήθελα να κοιτάζω τα κορίτσια

από το πιο ψηλό σημείο της γέφυρας του Μανχάταν,

ακριβώς στο ύψος του ποιήματος.

Έδεσαν όμως τα μάτια μου με αλυσίδες

και φίμωσαν καλά το στόμα μου

κι έκλεισαν τους στίχους μου σε απαραβίαστους θόλους.

 

Το FBI επιτηρούσε το άγαλμα, τι ειρωνεία,

τριάντα λεπτά ήταν, γέρο Ουόλτ,

αγωνίας αδερφέ μου,

κι εγώ μονάχα ήθελα να αφομοιώσω τον γρανίτη,

τους καρπούς, το κάρβουνο και τα βρύα, όλ’ αυτά

από το ποίημα Τριάντα, κι ένα απ’ το Τραγούδι για μένα,

κι έβαλαν ένα σκυλί στο δεξί μου πόδι,

δύο αρματωμένους ευνούχους πλάι στην καρδιά μου.

Γέρο Ουόλτ, αναρωτιέμαι πώς κατόρθωσαν να προβλέψουν τις προθέσεις μου.

 

Εγώ μόνο σχεδίαζα να κλέψω με τις κόρες των ματιών μου

τον πιο μικρό τένοντα των χεριών σου

κι έναν Πικάσο που δεν τους ανήκει.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

MICRO ANTOLOGÍA DE MICROFICCIÓN GRIEGA en Chile [Brevilla, Revista de Minificción], agosto de 2024




Antología de microficción griega compilada por DIMITRA J. CHRISTODOULOU y STERGIOS NTERTSAS:  

Agradezco la confianza que han depositado Dimitra J. Christodoulou y Stergios Ntersas en la revista Brevilla para difundir esta mini antología.

 

Lilian Elphick

 

PINCHA AQUÍhttps://revistabrevilla.blogspot.com/2024/08/micro-antologia-de-microficcion-griega.html

 

 

«El desarrollo de la microficción griega, especialmente durante los últimos años, sin lugar a dudas, es impresionante. Un sinfín de autores jovenes van produciendo una obra de alta calidad en este campo literario, y se añaden a la tradición de un corpus de textos que lleva la firma de autores ya consagrados. Algunos de ellos están participando en esta micro-antología. No se trata de una antología que podríamos llamarla representativa, por supuesto, pues para que se pueda sostener algo así tendríamos que hacer una síntesis mucho más amplia. Sin embargo, es una muestra constituida por textos de 11 autoras y autores de diferentes generaciones que creemos que emite una señal muy clara en cuanto a la producción microficcionista en este momento en Grecia. Se trata pues de un pequeño reflejo del florecimiento de un ámbito literario muy prometedor, donde cada vez más autoras y autores se ocupan de ese género seductivo; y se acercan a ese tipo de literatura a través de diferentes prismas ópticos y temas, ofreciendo nuevas dimensiones y perspectivas. Paralelamente es significativo, y merece ser referido, que los últimos años se han realizado importantes pasos en la parte teórica, que estimulan la variedad de las ideas creativas: columnas en revistas literarias que se enfocan en la microficción, ensayos, artículos, traducciones, publicaciones, tesis doctorales ya acabadas o en pleno desarrollo y participaciones en los Congresos Internacionales de Microficción. Esa combinación estipula con la mejor manera posible el apogeo de la microficción en nuestro país actualmente. Muchas gracias a Lilian Elphick por la acogida y la oportunidad que nos da para que presentemos algo así, por primera vez, a través de una revista de microficción de prestigio universal como es Brevilla».

DIMITRA J. CHRISTODOULOU - STERGIOS NTERTSAS

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Διδακτορική Διατριβή: "Traducción y recepción de la novela española en Grecia entre 1980 y 2020" / Ερωτηματολόγιο

 

Ερωτήσεις Δημήτρης Κουβάς / Απαντήσεις Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

 

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2024

 

 

1. Ποια ήταν τα κίνητρα που σας οδήγησαν να ασχοληθείτε με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά;

 

Θα έλεγα ότι είναι δύο τα κίνητρα της ενασχόλησής μου με τη λογοτεχνική μετάφραση (από τα ισπανικά στα ελληνικά, στην περίπτωσή μου). Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία και η αγάπη μου για τη γραφή. Το 1985, όταν άρχισα να μεταφράζω ερασιτεχνικά για το περιοδικό Ευθύνη, συνειδητοποίησα ότι η μετάφραση ισορροπεί και καλύπτει αυτές τις δύο «ανάγκες» μου. Από το 1999, όταν, επιστρέφοντας από τις διδακτορικές σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, άρχισα να μεταφράζω επαγγελματικά, προστέθηκε και ένα τρίτο κίνητρο: το οικονομικό· ήταν από τις πρώτες πόρτες που μου άνοιξαν μετά την επάνοδο στην Ελλάδα: εξαιρετικά ευγνώμων, γι’ αυτό, στον Χούλιο Γιαμαθάρες που με είχε «επιβάλει» ως μεταφραστή της Κίτρινης βροχής του (το πρώτο μυθιστόρημα που μετέφρασα), και στις εκδόσεις Σέλας/Μέδουσα που με εξέδωσαν.

 

2. Πώς αξιολογείτε τις έως τώρα συνεργασίες σας ως μεταφραστής/μεταφράστρια με τους εκδοτικούς οίκους;

 

Στην επαγγελματική (και όχι μόνο) σχέση μου με τους εκδοτικούς οίκους, υπάρχουν σχέσεις ζωής και σχέσεις αποτυχημένες, αναμνήσεις ευχάριστες για πράγματα πολύ δημιουργικά και αναμνήσεις που έχουν αφήσει πικρίες και αίσθηση ανεκπλήρωτου. Αναμενόμενα όλα αυτά ύστερα από μια 40χρονη σχεδόν πορεία στον χώρο. Ως προς το οικονομικό, δεν είχα ποτέ μου δυσάρεστες εμπειρίες (και μιλάμε για 100 και πλέον συνεργασίες), αλλά οι απολαβές των ανθρώπων που ασχολούνται με τη λογοτεχνική μετάφραση συνεχώς κατρακυλούν.

 

3. Υπάρχουν σημαντικά/κλασικά ισπανικά μυθιστορήματα που λείπουν κατά τη γνώμη σας από την ελληνική αγορά;

 

Πολλά, κυρίως από τον 19ο αιώνα και πίσω. Από τα μεγάλα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα λείπει, κυρίως, το El Jarama. Από την άλλη, πρέπει να σημειώσω ότι είναι πολλά τα ισπανικά μυθιστορήματα που «περισσεύουν» στην ελληνική αγορά· για λόγους δεοντολογίας δεν θα αναφερθώ σε συγγραφείς και τίτλους…

 

4. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται διαχρονικά η σχετικά μικρή εκδοτική παραγωγή ισπανικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία;

Στην περιφερειακή θέση που έχει η Ισπανία, σε σχέση με τις χώρες που αναφέρετε, στα ραντάρ της ελληνικής διανόησης από καταβολής νεοελληνικού κράτους. Η Ισπανία δεν εξέθρεψε/ενέπνευσε ποτέ έλληνες διανοούμενους, όπως έγινε με τη Γαλλία, την Ιταλία, αλλά και τη Γερμανία, άρα αντιμετωπίστηκε πάντα, από εποχής Καζαντζάκη και Ουράνη, ως μια χώρα εξωτική της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Και μην σας ξεγελάει η επιτυχία της ποίησης και του θεάτρου του Λόρκα (η οποία οφείλεται εν πολλοίς στους μεταφραστές του), πάντα υπάρχει η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.  


Ο υποψήφιος διδάκτορας Δημήτρης Κουβάς συγγράφει Διατριβή με θέμα: "Traducción y recepción de la novela española en Grecia entre 1980 y 2020" στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ με επιβλέποντα καθηγητή τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το παρόν ερωτηματολόγιο απευθύνθηκε από τον υποψήφιο διδάκτορα στις μεταφράστριες και τους μεταφραστές που έχουν μεταφράσει τα περισσότερα μυθιστορήματα ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες.  

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Κυριακή 28 Ιουλίου 2024

Gioconda Belli: DE NOCHE, LA ESPOSA ACLARA / Τζιοκόντα Μπέλι: ΤΗ ΝΥΧΤΑ, Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΕΙ

 

Gioconda Belli

 

DE NOCHE, LA ESPOSA ACLARA

 

No.

No tengo las piernas de la Cindy Crawford.

No me he pasado la vida en pasarelas,

desfiles de modas, tostada bajo las luces de los fotógrafos.

Mis piernas son anchas ya llegando a la cadera,

y a pesar de mis múltiples intentos

por ponerme trajes aeróbicos y tirarme en el suelo a sudar,

no logro que pierdan esa tendencia a ensancharse,

como pilares que necesitaran jugoso sustento.

 

No.

No tengo la cintura de la Cindy Crawford

ni ese vientre perfecto, liso y ligeramente cóncavo,

con el ombligo deslumbrante en el centro.

Alguna vez lo tuve. Alguna vez presumí de esa región

de mi anatomía.

Fue antes de que naciera Camilo,

antes de que él decidiera apresurarse a nacer

y entrar al mundo de pie;

antes de que la cesárea

me dejara cicatriz.

 

No.

No tengo los brazos de la Cindy Crawford,

tostados, torneados, cada músculo fortalecido con

el ejercicio indicado,

las pesas delicadamente balanceadas.

Mis brazos delgados no han desarrollado más musculatura

que la necesaria para marcar estas teclas,

cargar a mis hijos, cepillarme el pelo,

gesticular discutiendo sobre el futuro, abrazar a los amigos.

 

No.

No tengo los pechos de la Cindy Crawford,

anchos, redondos, copa C o D.

Los míos nunca han sido muy lucidores en los escotes,

aun cuando mi madre me asegurara

–madre al fin–

que los pechos, así separados, eran los pechos griegos

de la Venus de Milo.

 

¡Ah! Y la cara, la cara de la Cindy Crawford, ni se diga.

Ese lunar en la comisura de la boca,

las facciones tan en orden, los ojos grandes,

el arco de las cejas, la nariz delicada.

Mi cara, por la costumbre, ha terminado por gustarme:

los ojos de elefante, la nariz con sus ventanas de par en par,

la boca respetable, después de todo sensual.

Se salva el conjunto con la ayuda del pelo.

En este departamento sí puedo aventajar a la Cindy Crawford.

No sé si esto pueda servirte de consuelo.

 

Por último y como la más pesada evidencia,

no tengo el trasero de la Cindy Crawford:

pequeño, redondo, cada mitad exquisitamente delineada.

El mío es tenazmente grande, ancho,

ánfora o tinaja, usted escoja.

No hay manera de ocultarlo

y lo más que puedo es no tenerle vergüenza,

sacarle provecho para leer cómodamente

sentada o ser escritora.

 

Pero decime:

¿Cuántas veces has tenido a la Cindy Crawford

a tus pies?

¿Cuántas veces te ha ofrecido, como yo,

ternura en la mañana,

besos en la nuca mientras dormís,

cosquillas, risas, el sorbete en la cama,

un poema de pronto, la idea para una aventura,

las premoniciones?

¿Qué experiencias te podría contar la Cindy Crawford

que, remotamente, pudieran compararse con las mías,

qué revoluciones, conspiraciones, hechos históricos,

tiene ella en su haber?

Modestia aparte: ¿Será su cuerpo tan perfecto

capaz de los desaforos del mío,

brioso, gentil, conocedor de noches sin mañana,

de mañanas sin noche,

sabio explorador de todos los rincones de tu geografía?

 

Pensalo bien. Evaluá lo que te ofrezco.

Cerrá esa revista

y vení a la cama.

 

Apogeo (1997)

 

Gioconda Belli (Managua, 1948). Poeta y novelista, estuvo vinculada al Frente Sandinista de Liberación Nacional de 1970 a 1994. El compromiso político y el ser y el sentir femenino son los dos temas fundamentales en una obra que ha contado desde sus comienzos con el respaldo de la crítica y del público.



/./././././././././././././././././././.

 

Τζιοκόντα Μπέλι

 

ΤΗ ΝΥΧΤΑ, Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΕΙ

 

Όχι.

Δεν έχω τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ.

Δεν έχω περάσει τη ζωή μου σε πασαρέλες,

σε επιδείξεις μόδας, μαυρισμένη κάτω από τους προβολείς των φωτογράφων.

Τα μπούτια μου είναι χοντρά φτάνοντας στους γοφούς,

και παρά τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειές μου

να βάλω ρούχα αεροβικής και να χτυπιέμαι στο πάτωμα για να ιδρώσω,

με τίποτα δεν χάνουν αυτή τους την τάση να χοντραίνουν,

σαν ζουμερές κολόνες που χρειάζονται να στυλωθούν.

 

Όχι.

Δεν έχω τη μέση της Σίντυ Κρώφορντ.

ούτε εκείνη την τέλεια κοιλιά, επίπεδη και ελαφρώς κοίλη,

με τον εκθαμβωτικό αφαλό στο κέντρο.

Κάποτε την είχα. Κάποτε καυχιόμουν γι’ αυτή την περιοχή

της ανατομίας μου.

Ήταν πριν γεννηθεί ο Καμίλο,

πριν αποφασίσει να βιαστεί να γεννηθεί

και να ’ρθει στον κόσμο όρθιος·

πριν η καισαρική

μου αφήσει σημάδι.

 

Όχι.

Δεν έχω τα χέρια της Σίντυ Κρώφορντ,

μαυρισμένα, γραμμωμένα, κάθε μυς ενδυναμωμένος με

την ενδεδειγμένη άσκηση,

τα βαράκια όπως πρέπει ισορροπημένα.

Τα λεπτά μου μπράτσα δεν έχουν γίνει πιο μυώδη

απ’ όσο χρειάζεται για να πατάω αυτά τα πλήκτρα,

να κουβαλάω τα παιδιά, να βουρτσίζω τα μαλλιά μου,

να χειρονομώ συζητώντας για το μέλλον, να αγκαλιάζω τους φίλους.

 

Όχι.

Δεν έχω τα στήθη της Σίντυ Κρώφορντ,

πλούσια, στρογγυλά, cup C ή D.

Τα δικά μου δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα εντυπωσιακά στο ντεκολτέ,

παρόλο που η μάνα μου με διαβεβαίωνε

–μάνα είναι–

ότι τα στήθη, έτσι χωριστά, ήταν τα ελληνικά στήθη

της Αφροδίτης της Μήλου.

 

Α! Και το πρόσωπο, το πρόσωπο της Σίντυ Κρώφορντ, τι να σου λέω.

Αυτή η ελίτσα στην άκρη των χειλιών,

τα τόσο συμμετρικά χαρακτηριστικά, τα μεγάλα μάτια,

τα τοξωτά φρύδια, η λεπτή μύτη.

Το πρόσωπό μου, από συνήθεια, κατέληξε να μου αρέσει:

μάτια ελέφαντα, μύτη με ορθάνοιχτα ρουθούνια,

στόμα αξιοπρεπές, το λες και αισθησιακό.

Το σύνολο σώζεται με τη βοήθεια των μαλλιών.

Σε αυτό το κομμάτι όντως υπερέχω της Σίντυ Κρώφορντ.

Δεν ξέρω αν αυτό σε παρηγορεί.

 

Τέλος και ως πιο χειροπιαστή απόδειξη,

δεν έχω τον πισινό της Σίντυ Κρώφορντ:

μικρός, στρογγυλός, το κάθε μισό εξαίσια σχηματισμένο.

Ο δικός μου είναι πεισματικά μεγάλος, φαρδύς,

αμφορέας ή πιθάρι, εσύ διαλέγεις.

Δεν κρύβεται με τίποτα

και το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να μην ντρέπομαι γι’ αυτόν,

να τον αξιοποιώ για να διαβάζω άνετα

καθιστή ή να είμαι συγγραφέας.

 

Αλλά πες μου:

Πόσες φορές είχες τη Σίντυ Κρώφορντ

στα πόδια σου;

Πόσες φορές σού έχει προσφέρει, όπως εγώ,

χάδια το πρωί,

φιλιά στο σβέρκο ενώ κοιμάσαι,

γαργαλητά, γέλια, παγωτό στο κρεβάτι,

ξάφνου ένα ποίημα, την ιδέα για μια περιπέτεια,

ένα προαίσθημα;

Τι εμπειρίες θα μπορούσε να σου διηγηθεί η Σίντυ Κρώφορντ

που, έστω αμυδρά, να μπορούν να συγκριθούν με τις δικές μου,

τι επαναστάσεις, συνωμοσίες, ιστορικά γεγονότα,

έχει εκείνη στο ενεργητικό της;

Όχι να το παινευτώ: να ’ναι άραγε το τόσο τέλειο κορμί της

ικανό για τις εξαλλοσύνες του δικού μου,

αχαλίνωτο, τρυφερό, έμπειρο στις νύχτες δίχως αύριο,

στα πρωινά δίχως νύχτα,

σοφός εξερευνητής κάθε γωνιάς της γεωγραφίας σου;

 

Σκέψου το καλά. Αξιολόγησε αυτά που σου προσφέρω.

Κλείσε το περιοδικό

και έλα στο κρεβάτι.

 

Apogeo (1997)

 

 

Τζοκόντα Μπέλι (Μανάγκουα, 1948). Ποιήτρια και μυθιστοριογράφος, συνδέθηκε με το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο των Σαντινίστας από το 1970 έως το 1994. Η πολιτική δέσμευση, αφενός, και, αφετέρου, η υπόσταση και ο ψυχικός κόσμος των γυναικών, συνιστούν τα δύο θεμελιώδη θέματα του έργου της που γνώρισε εξαρχής την επιδοκιμασία των κριτικών και του κοινού.

 

 

Η μετάφραση των ποιημάτων της νικαραγουανής ποιήτριας Gioconda Belli είναι προϊόν εργαστηρίου συλλογικής μετάφρασης που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος με τη συνεργασία της μεταφράστριας Laura Salas, παρουσία της ποιήτριας,

στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος – ΚΠΙΣΝ, στις 20 Ιουνίου 2024

στο πλαίσιο του 16ου Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία εν Αθήναις).

Συμμετείχαν οι μεταφράστριες/ές:

Μαρία Αθανασιάδου, Ηλέκτρα Αναγνώστου, Μυρτώ Γαρεφαλάκη, Χριστίνα Δημητρίου, Μαρία Κολεύρη, Eduardo Lucena, Αλίκη Μανωλά, Ματίνα Μπίλλια, Στέλλα Παναγοπούλου, Σοφία Σοφιανού, Βάσω Χρηστάκου