Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Βιβλιοκριτική της Λευκής Σαραντινού για το Σας αφιερώνω τη σιωπή μου του Mario Vargas Llosa

 

«Μυθιστόρημα που θα μας μάθει πολλά σχετικά με τον τρόπο ζωής, τη μουσική, τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία της Λατινικής Αμερικής»

 

Γράφει η Λεύκη Σαραντινού // FRACTAL, 23-12-2025

 

 

Μάριο Βάργκας Λιόσα, «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου», Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη

 

 

Οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ότι είναι πραγματική απόλαυση να διαβάζει κανείς λογοτεχνία γραμμένη από βραβευμένους με Νόμπελ συγγραφείς. Τον Μάριο Βάργκας Λιόσα, πάντως, τον μεγαλύτερο, ίσως, περουβιανό συγγραφέα, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν τον είχα διαβάσει ως τώρα. Ο τρόπος γραφής του, όμως, είναι τόσο ιδιαίτερος και ρέων-δίχως να είναι, συγχρόνως, δύσκολος στην ανάγνωση-, που μετανιώνω πραγματικά που δεν επιχείρησα την ανάγνωσή του νωρίτερα. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Λιόσα είναι ένας λογοτέχνης που έχει κάτι να πει με την πρωτότυπη θεματική του έργου του αυτού, με τίτλο «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου», η οποία θα συγκινήσει περισσότερο από όλους τους μουσικούς και αποτελεί το κύκνειο άσμα του μεγάλου συγγραφέα που πέθανε το τρέχον έτος.

 

Η μουσική, επομένως, και, πιο συγκεκριμένα, η κρεολική μουσική της πατρίδας του, το περιουβιανό βαλς και τα άλλα είδη της κρεολικής μουσικής είναι το βασικό θέμα του βιβλίο του. Ο συγγραφέας κατορθώνει με μοναδικό τρόπο να συνδυάσει τον δοκιμιακού τύπου λόγο με τον μυθιστορηματικό στο παρόν πόνημα.

 

Ο Τόνιο Ασπικουέλτα, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ζει στο Περού των μέσων του περασμένου αιώνα και είναι λάτρης της κρεολικής μουσικής και μελετητής της. Δουλειά του, πέρα από τη διδασκαλία, είναι να γράφει άρθρα προκειμένου να προβάλει παραμελημένες όψεις της στον περουβιανό λαό. Ανέκαθεν δε, θεωρούσε πως η μουσική της χώρας του μπορεί να ενώσει τον διχασμένο από τον εμφύλιο λαό του. Ο Τόνιο είναι παντρεμένος με τη Ματίλδε και έχει δύο κόρες. Η ζωή του, όμως, θα αλλάξει όταν θα ακούσει τον, άγνωστο σε αυτόν μέχρι πρότινος, εξαιρετικό κιθαρίστα, ονόματι Λάλο Μολφίνο να παίζει ζωντανά σε μία συναυλία.

 

Μετά από λίγους μήνες μαθαίνει ότι ο κιθαρίστας δεν ζει πια: άλλοι λένε ότι πέθανε από φυματίωση και άλλοι ότι αυτοκτόνησε. Όπως και να χει, από εκεί και έπειτα ο Τόνιο αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του μεγάλου κιθαρίστα και αρχίζει τις έρευνες προκειμένου να ανακαλύψει κρυμμένες πτυχές της ζωής του. Στην πορεία του αυτή, θα έρθει σε επαφή με μία διάσημη τραγουδίστρια, τη Σεσίλια Μπαράσα, που θα του γίνει εμμονή, όπως άλλωστε και τα μικρά απαίσια τρωκτικά από τα οποία η Λίμα είναι γεμάτη. Το βιβλίο του, εν τέλει, θα εκδοθεί και θα του χαρίσει την πολυπόθητη δόξα. Θα καταφέρει, όμως, να του προσφέρει και τη γαλήνη που αποζητά στη ζωή του; Θα καταφέρει η κρεολική μουσική να ενώσει τον διαιρεμένο περουβιανό λαό;

 

Το βιβλίο παρακολουθεί καρέ καρέ τις κινήσεις του Ασπικουέλτα, τις έρευνές του, καθώς και τις βόλτες του σε μία Λίμα διχασμένη από την τρομοκρατία του Φωτεινού Μονοπατιού και τόσο άγνωστη ως πεδίο στον Ευρωπαίο μέσο αναγνώστη. Ανά κεφάλαιο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την τεχνική της επιβράδυνσης στην εξέλιξη της υπόθεσης προκειμένου να πληροφορήσει τους αναγνώστες του σχετικά με χρήσιμα στοιχεία για την εξέλιξη της κρεολικής μουσικής και την ιστορία του περουβιανού βαλς. Για τους μουσικούς δε, της ευρωπαϊκής λόγιας μουσικής, οι πληροφορίες του θα είναι μια αποκάλυψη. Αν προσθέσει κανείς σε όλα αυτά τις ιστορικές και εθνογραφικές πληροφορίες που εγκιβωτίζονται αριστοτεχνικά στο σώμα του κειμένου, το αποτέλεσμα είναι ένα έξοχο μυθιστόρημα που θα μας μάθει πράγματα σχετικά με τον τρόπο ζωής, τη μουσική, τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία της Λατινικής Αμερικής, θα μας συγκινήσει και θα μας συναρπάσει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

1 ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από το Poeta en Nueva York (1930) σε 2 μεταφράσεις

 

1 ποίημα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από το Poeta en Nueva York (1930) σε 2 μεταφράσεις

 



Top of Form

Bottom of Form

 

Pequeño vals vienés

 

En Viena hay diez muchachas,

un hombro donde solloza la muerte

y un bosque de palomas disecadas.

Hay un fragmento de la mañana

en el museo de la escarcha.

Hay un salón con mil ventanas.

 

¡Ay, ay, ay, ay!

Toma este vals con la boca cerrada.

 

Este vals, este vals, este vals,

de sí, de muerte y de coñac

que moja su cola en el mar.

 

Te quiero, te quiero, te quiero,

con la butaca y el libro muerto,

por el melancólico pasillo,

en el oscuro desván del lirio,

en nuestra cama de la luna

y en la danza que sueña la tortuga.

 

¡Ay, ay, ay, ay!

Toma este vals de quebrada cintura.

 

En Viena hay cuatro espejos

donde juegan tu boca y los ecos.

Hay una muerte para piano

que pinta de azul a los muchachos.

Hay mendigos por los tejados.

Hay frescas guirnaldas de llanto.

 

¡Ay, ay, ay, ay!

Toma este vals que se muere en mis brazos.

 

Porque te quiero, te quiero, amor mío,

en el desván donde juegan los niños,

soñando viejas luces de Hungría

por los rumores de la tarde tibia,

viendo ovejas y lirios de nieve

por el silencio oscuro de tu frente.

 

¡Ay, ay, ay, ay!

Toma este vals del «Te quiero siempre».

 

En Viena bailaré contigo

con un disfraz que tenga

cabeza de río.

¡Mira qué orillas tengo de jacintos!

Dejaré mi boca entre tus piernas,

mi alma en fotografías y azucenas,

y en las ondas oscuras de tu andar

quiero, amor mío, amor mío, dejar,

violín y sepulcro, las cintas del vals.


 

.................................


Μικρό βιενέζικο βαλς

 

Στη Βιέννη είναι δέκα κορίτσια,

ένας ώμος όπου κλαίει με λυγμούς ο θάνατος

κι ένα δάσος με ταριχευμένα περιστέρια.

Υπάρχει ένα κομμάτι από το αύριο

μες το μουσείο της πάχνης.

Υπάρχει μια αίθουσα με χίλια παράθυρα.

 

Αι, άι, άι, άι!

Δέξου αυτό το βαλς με το στόμα κλεισμένο.

 

Αυτό το βαλς, το βαλς, το βαλς,

του ναι, του κονιάκ και του θανάτου

που στη θάλασσα βουτάει την ουρά του.

 

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,

με την πολυθρόνα και το νεκρό βιβλίο,

στο μελαγχολικό το διάδρομο,

στη σκοτεινή σοφίτα του κρίνου,

στο κρεβάτι μας της σελήνης

και στο χορό που ονειρεύεται η χελώνα.

 

Αι, άι, άι, άι!

Δέξου αυτό το βαλς το κοψομεσιασμένο.

 

Στη Βιέννη είναι τέσσερις καθρέφτες

όπου παίζουνε το στόμα σου κι οι ήχοι.

Υπάρχει ένας θάνατος για πιάνο

που βάφει γαλανά τ' αγόρια.

Υπάρχουνε ζητιάνοι πάνω στις σκεπές.

Υπάρχουνε κορδέλες δροσερές του θρήνου.

 

Αι, άι, άι, άι!

Δέξου αυτό το βαλς που ξεψυχάει στα χέρια μου.

 

Γιατί σε θέλω, αγάπη μου, σε θέλω,

στη σοφίτα όπου παίζουν τα παιδιά,

κι ονειρεύομαι φώτα παλιά της Ουγγαρίας

μες στους θορύβους απ' το χλιαρό απόγευμα,

κοιτώντας πρόβατα και κρίνα από χιόνι

στη σκοτεινή σιωπή απ' το μέτωπό σου.

 

Αι, άι, άι, άι!

Δέξου αυτό το βαλς του «Σε θέλω πάντα».

 

Στη Βιέννη θα χορέψω μαζί σου

με μια μεταμφίεση που θα 'χει

κεφάλι από ποτάμι.

Κοίτα τι όχθες από υακίνθους έχω!

Το στόμα μου θ' αφήσω ανάμεσα στα πόδια σου,

την ψυχή μου σε φωτογραφίες και κρίνους,

και στα σκοτεινά κύματα των βημάτων σου

θέλω, αγάπη μου, αγάπη μου, ν' αφήσω,

βιολί και τάφο, τις κορδέλες του βαλς.

 


μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης (1993) 


 .................................

 

 

Μικρό βιεννέζικο βαλς

 

Στη Βιέννη υπάρχουν δέκα κοριτσόπουλα,

ένας ώμος όπου κλαίει γοερά ο θάνατος,

κι ένα δάσος με βαλσαμωμένα περιστέρια.

Υπάρχει ένα θραύσμα του πρωινού

στο μουσείο της πάχνης.

Υπάρχει ένα σαλόνι με χίλια παράθυρα.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ!

Πάρε αυτό το βαλς με το στόμα κλειστό.

 

Αυτό το βαλς, αυτό το βαλς, αυτό το βαλς,

του ναι, του θανάτου και του κονιάκ

που βρέχει την ουρά του στη θάλασσα.

 

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,

με την πολυθρόνα και το νεκρό βιβλίο,

από τον μελαγχολικό διάδρομο,

στη σκοτεινή σοφίτα του κρίνου,

στο φεγγαρόλουστο κρεβάτι μας

και στον χορό που ονειρεύεται η χελώνα.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ!

Πάρε αυτό το βαλς με τη λυγισμένη μέση.

 

Στη Βιέννη υπάρχουν τέσσερις καθρέφτες

όπου παίζουν το στόμα σου και η ηχώ.

Υπάρχει ένας θάνατος για πιάνο

που βάφει τα αγόρια μπλε.

Υπάρχουν ζητιάνοι στις στέγες.

Υπάρχουν φρέσκες γιρλάντες του θρήνου.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ!

Πάρε αυτό το βαλς που πεθαίνει στην αγκαλιά μου.

 

Επειδή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, λατρεία μου,

στη σοφίτα όπου παίζουν τα παιδιά,

κι ονειρεύονται παλιά μαγυάρικα φώτα

στους ψίθυρους του ζεστού απογεύματος,

βλέποντας πρόβατα και κρίνα του χιονιού

στη σκοτεινή σιωπή του μετώπου σου.

 

Αχ, αχ, αχ, αχ!

Πάρε αυτό το βαλς του «Σ’ αγαπώ παντοτινά».

 

Στη Βιέννη θα χορέψω μαζί σου

με μια αποκριάτικη στολή που θα ’χει

ένα ποτάμι για κεφάλι.

Κοίτα τι όχθες έχω γεμάτες υάκινθους!

Θ’ αφήσω το στόμα μου ανάμεσα στα πόδια σου,

την ψυχή μου σε φωτογραφίες και λευκόκρινα,

και στο σκοτεινό λίκνισμα της περπατησιάς σου

θέλω, αγάπη μου, αγάπη μου, ν’ αφήσω,

βιολί και τάφο, τις κορδέλες του βαλς.

 

                                                           

μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (2026)